Ένας δημοσιογράφος στα μπουζούκια

Δημοσιογράφος ιστορικής αθηναϊκής εφημερίδας αφηγείται στους αναγνώστες το πώς πέρασε πρόσφατα στα μπουζούκια, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση φίλου του, ενώ παράλληλα σχολιάζει τα τεκταινόμενα εκεί (και με αφορμή αυτά τον ευρύτερο νεοελληνικό βίο.)

Ο δημοσιογράφος αισθάνθηκε ενοχλημένος και προσβεβλημένος από όλη αυτήν την σπαταλη, ιδίως την σημερινή εποχή της κρίσης, ενώ διέκρινε και φορολογικές παραβάσεις. Δεν δίνω άδικο στον δημοσιογράφο. Θεωρώ και εγώ την διασκέδαση στα μπουζούκια χαμηλού επιπεδου και πως δεν είναι ούτε κάτι που πρέπει να το προωθούμε, ούτε, εάν αποτελεί μέρος της «ιδιοσυστασίας» μας, πως είναι κάτι που πρέπει να διατηρήσουμε πάση θυσία. (μήνυμα προς πολιτικούς: σταματήστε να το παίζετε «παιδιά του λαου», και να χορεύετε ζεμπέκικο σαν να μην υπάρχει αύριο και δώστε παράδειγμα ηγεσίας πηγαίνοντας σε θέατρο, συναυλίες κλασσικής μουσικής, μουσεία κλπ)

Όμως από την άλλη, δεν βρίσκω το σχόλιο του δημοσιογράφου και τόσο αθώο. Δεν αναφέρομαι σε αυτά που επικεντρώθηκε η προσοχή του και παρατήρησε. Υποθέτω ότι ήταν αληθινά, όπως αληθινά θα ήταν τα όποια «κουτσομπολιά» θα μπορούσε να βγάλει ο συνάδελφος του του κοσμικού ρεπορτάζ.

Ο δημοσιογράφος μάς δίνει την εντύπωση ότι όλοι οι θαμώνες συμμετείχαν στον λουλουδοπόλεμο. Όχι κάποιοι. Ο δε λουλουδοπόλεμος αποτελεί την κορύφωση της υπερβολής: Η χωρα βυθίζεται και ο κόσμος πηγαίνει στα μπουζούκια και πετα και γαρύφαλλα και από πάνω.

Όμως, με αυτήν την γενίκευση μπορούμε να σκεφτούμε ότι και ο ίδιος είχε την συγκεκριμένη συμπεριφορά. Επίσης, από την άλλη, όπως και ο δημοσιογράφος, έτσι και άλλοι θαμώνες πήγαιναν είτε για πρώτη φορα, είτε μετά από πολλά χρονια και -όπως και αυτός- δεν είναι βέβαιο ότι ενέκριναν όλοι αυτά που έβλεπαν γύρω τους.

Νομίζω επίσης ότι ο σχολιογράφος ήθελε να δημιουργήσει μια κάποια εντύπωση. Έτσι για παράδειγμα ένα υποθετικό άνοιγμα σαν το παρακάτω μάλλον δεν θα το συναντούσαμε ποτε:

«Πρόσφατα βρεθήκαμε με φίλους σε μια συναυλία κλασσικής μουσικής. Καθώς περιμέναμε στο φουαγιέ, η σύζυγός μου σχολίασε ότι μόνο οι τσάντες και τα παπούτσια που φορά η κάθε κυρια εδώ μέσα κοστίζουν πάνω από 1000 ευρώ, ενώ υπάρχει και ισχυρή πιθανότητα να μην φορεθούν καν πάνω από μία άντε δύο φορες. Ένοιωσα έκπληξη. Βρισκόμουν μεταξύ (συζύγων) βιομηχάνων και μεγαλοεπιχειρηματιών; Είναι δυνατόν ιδίως με αυτήν την κρίση να γίνεται τέτοια επίδειξη και διαγωνισμός ματαιοδοξίας;»

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι τα μπουζούκια και η συμπεριφορά των θαμώνων τους εκεί per se. Ούτε να θεωρήσουμε ότι οι μονες δαπάνες που έχουν αξία είναι αυτές σε υλικά αγαθά και ποτε σε εμπειρίες. Είναι να συλλογιστούμε, ποιά ήταν η συμπεριφορά μας, πού οδηγηθήκαμε εξαιτίας αυτής και το τί πρέπει να κάνουμε ώστε να αποφύγουμε τα χειρότερα, αλλα και να ελαχιστοποιήσουμε τις πιθανότητες να βρεθούμε σε ανάλογη κατάσταση στο μέλλον.

 Για να παραφράσουμε και ένα post της Λένας Φουσιτζή, η ελληνική κοινωνία όχι μονο έτρωγε υπερβολικά, αλλα και όταν έκανε δίαιτα δεν το γιόρταζε απλώς με παγωτό, αλλα τού δίνε και καταλάβαινε.

Τώρα όχι μονο το παγωτό πρέπει να θεωρείται κομμένο, αλλα και το στεγνό ανάλατο και χωρίς πέτσα κοτόπουλο θα πρέπει να σερβίρεται σε μιση μερίδα για πολύ καιρό .

Το άρθρο προσέχτηκε και από τον Άρη Δημοκίδη, όπου και έβαλε ωραίες φωτογραφίες λουλουδιών στην αναπαραγωγή του.

Διανοούμενοι νέας εσοδείας

Πριν από μερικά χρόνια είχα δημοσιεύσει δύο αναρτήσεις (στην ουσία μία ήθελα να γράψω, αλλά κάτι θυμήθηκα εκ των υστέρων, οπότε και αναγκάσθηκα να δημοσιεύσω και μία συμπληρωματική) που αναφέρονταν στην έννοια των διανοουμένων. Μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ και εδώ, όπως και ενδεχομένως συμπληρωματικά και αυτήν εδώ την ανάρτηση.

Οι καταστάσεις, όμως, έχουν αλλάξει και πέρα από τους διανοούμενους, που περιγράφηκαν στις συγκεκριμένες συναρτήσεις, υπάρχουν και οι νέας-μορφής διανοούμενοι. Εάν και στέκονται αντιστικτικά στους παραπάνω, είναι το ίδιο κουραστικοί με αυτούς.

Εάν ο «κλασσικός» διανοούμενος είναι συνυφασμένος με την Αριστερά (συνήθως προφέρουν οι ίδιοι την λέξη με ένα εκστατικό ύφος), οι νέας-μορφής αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι, εκσυγχρονιστές κλπ. Φυσικά, όπως δεν είμαστε σίγουροι ότι οι μεν έχουν όντως διαβάσει και κατανοήσει τον Μαρξ, έτσι και για τους δε, δεν είμαστε σίγουροι ότι «παίζουν στα δάχτυλα» τον Λοκ, τον Χάγιεκ, τον Άνταμ Σμιθ κλπ. Πολύ φοβάμαι ότι και αυτοί οι ίδιοι πετάνε τσιτάτα και παρερμηνέυουν ανάλογα με το συμφέρον τους. Σε αντίθεση, επίσης, με τους κλασσικούς διανοούμενους, αυτοί δεν σπουδάσαν στην Γαλλία, αλλά στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Οι συγκεκριμένοι διανοούμενοι (κάποιοι από αυτούς), σεμνυόμενοι, αναφέρουν ότι είναι μέλη ενός ή και περισσοτέρων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της Εσπερίας, όταν υπογράφουν τα άρθρα τους στις εφημερίδες. Αυτό, βέβαια, εγείρει ορισμένες απορίες σε εμάς τους κοινούς θνητούς, όπως: Εάν και η τεχνολογία έχει εκμηδενίσει τις αποστάσεις, δεν είναι λίγο υπερβολικό να γράφουν με την σιγουριά αυτήκοου και αυτόπτη μάρτυρα για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, ενώ βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από αυτήν; Πότε επιτελούν το ακαδημαϊκό τους έργο (ερευνητικό και διδακτικό), αφού τους βρίσκουμε συνεχώς στις στήλες των εφημερίδων; Άραγε, πόσες ερευνητικές δημοσιεύσεις έχουν (και τί ποσοστό αναφορά σε αυτές από την υπόλοιπη ακαδημαϊκή κοινότητα) ; Αλήθεια, δεν αισθάνονται περίεργα να στηλιτεύουν τους πολυθεσίτες, όντες αυτοί οι ίδιοι πολυθεσίτες; Θα ισχυρισθεί κάποιος, ότι έχουν αυτό το δικαίωμα (και το δικαίωμα να αποτελούν την μοναδική επαγγελματική τάξη, η οποία πολιτευόμενη και εκλεγόμενη διατηρεί την δημόσια θέση της), αλλά τελικά όλο το παραπάνω, ενώ είναι νόμιμο, είναι και ηθικό; Ή, μήπως, η έγερση ερωτημάτων περί νομίμου και ηθικού αφορά τους άλλους και όχι αυτούς;

Θυμάμαι, όταν ήμουν φοιτητής, ότι είχαμε έναν καθηγητή σταρ, ο οποίος και αυτός εμφανίζεται -και εμφανιζόταν- με τακτική αρθρογραφία στον τύπο. Ήταν μέλος ελληνικού πανεπιστημίου, και επισκέπτης ξένων. Τις περισσότερες φορές εμφανιζόταν στο μάθημα -καλή τη πίστει θα δεχτώ όλες-, δεν ήταν από αυτούς που δεν πατούσαν. Όμως, σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του, αυτός δεν είχε ώρες γραφείου, αλλά δέχτηκε μόνο μια φορά σε όλο το εξάμηνο. Ενδεχομένως, η δημόσια συνεισφορά του, ακαδημαϊκή και γενικότερη, να ήταν σημαντικότερη, τόσο από αυτήν άλλων συνεπέστερων συναδέλφων του, όσο και από τις αγωνίες των φοιτητών, που ρωτούσαν, εάν το θέμα 2 καλύπτεται από τις σελίδες 324-368 ή ‘κάναν λάθος στην απάντησή τους, αλλά σε κάθε περίπτωση «την δουλειά του δεν την έκανε», όπως καλεί όλους τους άλλους να κάνουν, όταν αρθρογραφεί από την εφημερίδα. Αυτό, ίσως, να αποτελεί μέρος του προβλήματος εδώ, ανεχόμαστε τον καθηγητή, που δεν έχει ώρες γραφείου, για κάποιον άλλο λόγο, κάνουμε τα στραβά μάτια στον γιατρό, που πάιρνει φακελάκι, επειδή είναι άριστος γνώστης της ιατρικής τέχνης και επιστήμης, ανεχόμαστε τον τύπο, που καβαλά το πεζοδρόμιο «για μισό λεπτάκι» κλπ

Οι παραπάνω διανοούμενοι στηλιτεύουν το ελληνικό πανεπιστήμιο ως μέρος νεποτισμού, συναλλαγών, όλα αυτά αποτέλεσμα κομματισμού, ελαστικής ερηνείας και σεβασμού στους θεσμούς κλπ. Όμως, τίποτα δεν μάς εγγυάται ότι εάν έρχονταν και οι ίδιοι εδώ πως δεν θα έπεφταν και θα έπρατταν τις ίδιες καταδικαστέες συμπεριφορές, όπως είχαν κάνει και άλλοι φερέλπιδες συνάδελφοι τους, που ήλθαν «από τα πολιτισμένα μέρη». Επιπλέον, όπως εδώ, σε αυτό το χαοτικό περιβάλλον, υπάρχουν διανοούμενοι πραγματικό υπόδειγμα, έτσι και εκεί, στην Εσπερία, είναι βέβαιο ότι υπάρχουν συνάδελφοί τους, που κάνουν λαμογιές κλπ. Φυσικά, αυτό δεν πρέπει να μάς κάνει να λέμε «ορίστε, παντού τα ίδια γίνονται», αλλά να προσπαθούμε να θεραπεύουμε τις αδυναμίες μας.

Οι διανοούμενοι αυτοί δείχνουν σεβασμό στους θεσμούς και φρονούν ότι η διαμεσολάβηση των θεσμών είναι αυτή, που εγγυάται και διασφαλίζει τα ατομικά δικαιώματα, τις ελευθερίες, αλλά και την δημοκρατία, ενώ η άμεση σχέση μεταξύ λαού και κυβερνητών κλπ αποτελεί λαϊκισμό και απειλεί τα παραπάνω. Συμφωνώ μαζί τους. Όμως και πάλι, είναι αρκετές οι φορές, που αυτό ερμηνεύεται κατά το δοκούν, ανάλογα με το εάν η πορεία των πραγμάτων κατευθύνεται προς αυτό, που οι ίδιοι θεωρούν σωστό. Χαρακτηριστικά είναι τα σχόλια τους και οι αντιδράσεις τους, όταν κομματικά όργανα ή η Βουλή καλούνται να εγκρίνουν προτάσεις προερχόμενες από τις κομματικές ηγεσίες ή από την Κυβέρνηση. Όταν η πρόταση ταιριάζει με την κοσμοθεωρία τους, τα κομματικά μέλη είναι υπεύθυνα, όταν θα στηρίξουν την απόφαση, ενώ λαϊκίζουν, χαϊδεύοντας τους ψηφοφόρους τους, όταν καταψηφίσουν. Αντιθέτως, όταν η πρόταση της κομματικής ηγεσίας ή της Κυβέρνησης, δεν τούς αρέσει, γράφουν σελίδες επί σελίδων για την ανεξαρτησία των βουλευτών και οιμώζουν για την προβατοποίηση των βουλευτών ή των κομματικών στελεχών. Με λίγα λόγια η ελευθερία και η δημοκρατία είναι καλές και δεν έχουν αδιέξοδα, μόνο όταν οι αποφάσεις, που λαμβάνονται συμφωνούν με τις δικές τους ιδέες. Κατ’ αντιστοιχία, η κοινωνία αντιμετωπίζεται μια ως κοινωνία των πολιτών από την άλλη ως όχλος.

Σε σχέση με τους πολιτικούς είναι αρκετά απαξωτικοί, όπως και οι διανοούμενοι της άλλης πλευράς· όχι πως δεν έχουν και οι πολιτικοί τις ευθύνες τους. Όμως, δύο παρατηρήσεις, που δεν κομίζουν κάτι το καινούργιο: ο πολιτικός είναι άνθρωπος με τις αδυναμίες του κλπ. Όμως, άνθρωπος είναι και ο διανοούμενος με τις δικές του αδυναμίες, δεν πρόκειται για κάποιο ανώτερο είδος. Επίσης, ο πολιτικός προσπαθεί να συμβιβάσει αντικρουόμενα συμφέροντα, να χώσει -εάν θέλετε και τις δικές του αδυναμίες, όλα αυτά με τον χρόνο να τον πιέζει και με τους πόρους να είναι πάντα περιορισμένους. Αντιθέτως, ο διανοούμενος πιάνει μόνο μια όψη της πραγματικότητας και βρίσκει λύσεις. Είναι τόσο απλό. Στην ουσία, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συμπεριφέρεται σαν τους πρωθυπουργούς των καφενείων. Απλώς, το «κάνε με Πρωθυπουργο για μια ημέρα και θα δεις, πώς θα έλυνα όλα τα προβλήματα της Ελλάδας», το διατυπώνουν με ευφραδέστερο τρόπο. Η συμπεριφορά αυτή υπάρχει, βέβαια, σε κάθε απόχρωσης διανοούμενο.

Πολύ φοβάμαι ότι και αυτοί οι διανοούμενοι, όπως και οι συνάδελφοί τους της «άλλης πλευράς» και ανεξάρτητα από το εάν ζουν και δραστηριοποιούνται εδώ ή στο εξωτερικό είναι αποτελέσματα, αλλά και αναπαράγουν ταυτόχρονα την κυρίαρχη ελληνική αυτοθέαση: αυτή του θύματος, την εικόνα ότι κάτι λείπει, γιατί, είτε μας το πήραν από το ιδανικό παρελθόν, είτε βρίσκεται κάπου μακριά στο ιδεατό μέλλον. Οι άλλοι κλαίνε γιατί απέτυχε η Αριστερά στον Εμφύλιο ή ότι εάν δεν υπήρχε ο Στάλιν ο σοσιαλισμός θα είχε εξελιχθεί αλλιώς, δεν θα είχε καταρρεύσει κλπ. Αυτοί με τους οποίους ασχολούμαστε σε αυτήν την ανάρτηση θρηνούν με άλλα: Έλαχε στην Ελλάδα (στον ελλαδικό χώρο, καλύτερα), να πέσει στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και όχι στην Δυτική, κατά την διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας· την περίοδο της Εικονομαχίας με τον Πάπα να υποστηρίζει την Ορθοδοξία και τον Αυτοκράτορα την Εικονομαχία, ο ελλαδικός χώρος αποσπάστηκε και εκκλησιαστικά από την Δύση (το δε Σχίσμα αργότερα οριστικοποίησε αυτή την αποκοπή)· και σε όλα αυτά στο τέλος και η Εικονομαχία με τον «πρωτοπροτεσταντισμό» της απέτυχε. Ο Ελλαδικός χώρος έχασε την ευκαιρία να κάνει την Μεταρρύθμισή του και να αναπτυχθεί προτεσταντικά και καπιταλιστικά και φυσικά οι όποιες ελπίδες εξανεμίσθηκαν με την κατάκτηση από τους Οθωμανούς. Να σημειώσουμε, πάντως, παρενθετικά, ότι ενώ υπάρχει θαυμασμός για την Μεταρρύθμιση και το ευρύτερο κίνημα της Διαμαρτύρησης, τα προτεσταντικά κινήματα των ΗΠΑ, εάν και αποτέλεσμα των παραπάνω, αντιμετωπίζεται απαξιωτικά, άξια μόνο για τους ρεπουμπλικανούς μεσοδυτικούς βλάχους και όχι για τους κοσμοπολίτες της Ανατολικής και της Δυτικής Ακτής. Για αυτούς η λογική συνέπεια της Μεταρρύθμισης πρέπει να είναι το άθρησκο Κράτος, όχι αυτό, που παρατηρείται στην Αμερική, εάν και στην Ευρώπη, ήταν η «πρεσβυτέρα θυγατέρα της (Καθολικής) Εκκλησίας», η οποία χώρισε τα κοσμικά από τα εκκλησιαστικά. Όσο για την Ελλάδα, η εξέλιξη της ιστορίας την εμπόδισε να ξαναβιώσει έναν Διαφωτισμό ανάλογο με αυτόν της αρχαιότητας, όπου το θείο ήταν κάτι το περιθωριακό. Ήταν σίγουρα; Μήπως γίνεται ανάγνωση μόνο των πηγών, που επιβεβαιώνουν τις απόψεις τους; Ας πούμε, εάν έχω καταλάβει καλά ο Πλούταρχος είχε γράψει ένα δοκίμιο για την Δεισιδαιμονία, κάτι που μάς επιτρέπει να υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε απλώς θρησκευτικό συναίσθημα σε μέρος του πληθυσμού, αλλά και πως για κάποιους ήταν και υπερβολικό-νοσηρό.

Φυσικά το θέμα δεν είναι η θρησκεία αυτή καθ’ εαυτή, αλλά πως εάν είχαν εξελιχθει ιδανικά τα πράγματα θα υπήρχε ο μετασχηματισμός σε μια ορθολογική-καπιταλιστική κοινωνία. Οι αντίπαλοί τους τα βάζουν και αυτοί με την θρησκεία (όπιο του λαού δεν την αποκαλούσε ο προφήτης τους; ), όμως η έλευση της καπιταλιστικής και ορθολογικής κοινωνίας θα αποτελούσε το στάδιο για να γίνει η επανάσταση, που θα έφερνε την σοσιαλιστική ουτοπία.

Εννοείται, φυσικά, ότι αυτή η γραμμική και μονοσήμαντη ανάγνωση, που κάνουν στην ιστορία, δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της ότι στις ιστορίες των κοινωνιών κλπ, η ακμή ή η παρακμη του παρελθόντος και του παρόντος εμπεριέχει και τα αντίστοιχα σπέρματα ακμής και παρακμής του μέλλοντος. Ας πούμε, δεν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ενόσω ο Μεγάλος Αλέξανδρος εξεστράτευε προς την Ανατολή και οι επίγονοί του προσπαθούσαν να μοιράσουν διατηρήσουν την Αυτοκρατορία του, η Ρώμη -άγνωστη τότε και αφημένη στην ησυχία της- αναπτυσσόταν σιγά σιγά για να γίνει Μεσογειοκράτειρα δύναμη;

Εάν περιμένουμε κάτι από τους διανοούμενους δεν είναι η αφ’ υψηλού κριτική, ο σνομπισμός κλπ, αλλά προτάσεις και έμπνευση αισιοδοξίας. Οι παρεμβάσεις τους στον δημόσιο λόγο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης κλπ το λιγότερο που κάνουν είναι να προκαλούν μια μίζερη κατάθλιψη επιτείνοντας την αίσθηση ότι τίποτα δεν πρόκειται θετικό να γίνει εδώ πέρα. Συνεπώς είναι καλύτερο να μην τους παρακολουθούμε. Εξάλλου αδικούν και τους ίδιους τους τους εαυτούς. Η προσφορά τους (οπού και εκεί είναι η δουλειά τους, που μας καλούν και τους άλλους να κάνουμε) υπάρχει στις δημοσιεύσεις τους στα επιστημονικά περιοδικά, η οποία δεν θα έπρεπε να περιορίζεται μόνο στους φοιτητές, αλλά και στον ευρύτερο πληθυσμό. Στο κάτω κάτω γιατί να μην έχουμε ως φορολογούμενοι πολίτες, όπου με τους φόρους μας χρηματοδοτούμε και το Πανεπιστήμιο, πρόσβαση σε υπηρεσίες, όπως είναι το HEAL-LINK;

Περιμένουμε, επίσης, κάποιου είδους συστολή. Μόνο και μόνο επειδή έχουν αυτοχαρακτηρισθεί ( ή έστω η κοινωνία τους έχει αποδώσει τον τίτλο) «διανοούμενοι», έχουν την αίσθηση ότι μπορούν να μιλούν έγκυρα επί παντός επιστητού: έτσι βλέπουμε αρχιτέκτονες να μιλούν για την κρίση στο σύστημα υγείας, φιλολόγους για την οικονομία, κτηνιάτρους για την χωροταξική ανάπτυξη κλπ.

Πέραν αυτών, καλό είναι να σταματήσει και το «εμφυλιοπολεμικό» κλίμα, που μοιάζει να αναπαράγει τα ζητήματα αυτοχθόνων και ετεροχθόνων. Ο Έλληνας διανοούμενος του εξωτερικού δεν συνιστά απειλή για τον συνάδελφό του του εσωτερικού, αλλά συνεργάτη. Από την άλλη δεν πρέπει να συμπεριφέρεται σαν σνομπ αποικιοκράτης, ούτε να έχει την οίηση ότι γνωρίζει τα πάντα καλύτερα για την κατάσταση στην Ελλάδα χωρίς να έχει άμεση εποπτεία.

Τράπεζα χρόνου

Διατρέχοντας τα μηνύματα στο twitter, καταλαβαίνω ότι ένα από τα «θεσμικά» θέματα των αγανακτισμένων είναι η σύσταση της «τράπεζας χρόνου», είτε η «ίδρυσή» της, είτε η διάδοσή της. Δεν γνώριζα την συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική έννοια οπότε, όπως -υποθέτω- οι περισσότεροι από εμάς  ανέτρεξα στην wikipedia για να αντλήσω πληροφορίες. Δεν θα αναδημοσιεύσω, τί διάβασα, το άρθρο είναι εκεί για να το διαβάσετε θα κάνω ορισμένα σχόλια για το πώς αντιλήφθηκα την έννοια και το τί συσχετισμούς βλέπω με τα καθ’ ημάς.

Η έννοια αναπτύχθηκε στην Αμερική, αποτέλεσμα της έλλειψης χρημάτων στον τομέα της πρόνοιας. Όμως, από την άλλη θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι σε ένα κράτος/κοινωνία, όπου η κουλτούρα της επέμβασης του πρώτου είναι αδύναμη, υπάρχει ο όποιος σκεπτικισμός κλπ, η δεύτερη, είτε ως κοινωνία των πολιτών είτε ως αγορά σπεύδει να καλύψει το κενό. Η έννοια της τράπεζας χρόνου φαίνεται να έχει κάτι το χαοτικό. Αντιθέτως, υποθέτω, πως σε αυταρχικά καθεστώτα, όπου θα πειραματίζονταν με την έννοια της κατάργησης του χρήματος, το χαοτικό δεν θα υπήρχε, αφού το κράτος-παντογνώστης θα ήξερε όλες τις ανάγκες των ανθρώπων, ακόμα και σε βάρος της ίδιας τους της ελευθερίας.

Υπάρχουν πολλά πράγματα, τα οποία κάνουμε εκτός του πλαισίου της επίσημης αγοράς, τα οποία στην τελευταία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ανάγκες των οποίων η ικανοποίησή τους χρειάζεται πόρους και συνεπώς χρήματα για την διάθεση αυτών. Είναι πολύ πιθανόν κάποιος γείτονάς σας να δέχτηκε να φυλάξει το παιδί σας, να διαθέσατε σε κάποια φίλη σας το φούρνο της για να ψήσει το φαγητό της, διότι ο δικός της ήταν μικρός ή είχε χαλάσει. Φυσικά, δεν έγιναν συνειδητά οι «ανταλλαγές» και ενδεχομένως το διάστημα χρόνου μεταξύ τους να ήταν μεγάλο, αλλά υποθέτω ότι θα αισθανθήκατε την ηθική υποχρέωση να ανταποκριθείτε στην εξυπηρέτηση (ή τον εκνευρισμό, εάν εσείς παράσχατε εξυπηρέτηση και δεν σάς ανταποδόθηκε ποτέ). Έχω την αίσθηση ότι αυτή την εκτός αγοράς οικονομία των μικρο-ομάδων, προσπαθεί να αναπαραγάγει η τράπεζα χρόνου. Να θεσμίσει τις παραπάνω συμπεριφορές σε συλλογικό-κοινωνικό επίπεδο.

Το θέμα είναι, εάν το συγκεκριμένο σύστημα μπορεί να επεκταθεί σε όλες τις συναλλαγές πέρα από τις σχετικά «απλές», όπως είναι το να διαθέσει κανείς το χρόνο του για να καθαρίσει τον κήπο του γείτονα, να πάει έναν ηλικιωμένο στον γιατρό κλπ.

Η ύπαρξη της χρονοτράπεζας και του χρονονομίσματος, εάν καταλαβαίνω καλά, διασφαλίζει ότι δεν είναι απαραίτητο η ανταλλαγή εργασίων να είναι σε αυστηρά αμοιβαία βάση. Έτσι, εάν διαθέσω τον φούρνο μου για χ ώρες σε κάποιον αμοίβομαι σε χ χρονονομίσματα, με τα οποία πληρώνω τις χρονουπηρεσίες κάποιου άλλου, που μού τις διαθέτει και όχι απαραίτητα αυτού για τον οποίο διάθεσα το χρόνο μου αρχικά.

Το χρονονόμισμα ούτε τοκίζεται, ούτε και πληθωρίζεται. Νομίζω, όμως, ότι αυτό δεν εμποδίζει την δημιουργία πλούτου. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά έχω την αίσθηση πως αυτοί που γοητεύονται και προωθούν την χρονοτράπεζα έχουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους μια κάποια έννοια ισότητας. Οι δύο μου ώρες είναι ίσες με τις δικές σας δύο ώρες και δεν γίνονται ούτε παραπάνω ούτε λιγότερες. Δεν είναι σαν τα τυπικά νομίσματα με τις μεταβαλλόμενες αξίες τους.

Όμως, από την άλλη, ο Χ άνθρωπος σε 1ώρα μπορεί να περιποιηθεί, ας υποθέσουμε, περισσότερη επιφάνεια κήπου από τον άνθρωπο Ψ. Συνεπώς, ο πρώτος θα έχει προβάδισμα, θα προτιμάται και θα μπορεί να συσσωρεύει προς κατανάλωση περισσότερες χρονομονάδες από τον δεύτερο. Επίσης ο Α άνθρωπος μπορεί να διαθέτει τον χρόνο του για υπηρεσίες, που δεν έχουν ζήτηση, σε σχέση με τον Β που θα προσφέρει δημοφιλείς υπηρεσίες. Ενδεχομένως, ο Α να αναγκασθεί για μια ώρα εργασίας να αμοιφθεί με κλάσμα ώρας, ενώ ο Β να αμοιφθεί με περισσότερες χρονομονάδες, καθώς οι αγοραστές θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τις υπηρεσίες του.

Με λίγα λόγια, η εξαφάνιση του νομίσματος, δεν εγγυάται ότι θα εξαφανιστούν και οι αδυναμίες, που συνδέονται με αυτό. Φυσικά ως αδυναμία δεν θεωρώ τον πλούτο κλπ. Αντιθέτως, είναι η ορμή προς τον τελευταίο, που κινητοποιεί. Αντί, λοιπόν, να σκεφτόμαστε μια κοινωνία χωρίς χρήμα, ας σκεφτούμε καλύτερα πώς μπορούμε να ανατοποθετήσουμε το χρήμα και τον πλούτο στην σωστή τους θέση: Την θέση των μέσων προς εκπλήρωση των στόχων μας και όχι των αυτοσκοπών.

Το ιδανικό σχολείο

Πρόσφατα, έλαβα μια ειδοποίηση από το twitter πως κάποιος άρχισε να παρακολουθεί τα tweets μου. Ανακάλυψα ότι ήταν η oraelladas. Παλαιότερα, υπήρχε μια σχετική επικοινωνία μεταξύ των δύο μπλογκ, αλλά για τους οποιουσδήποτε λόγους αυτή ατόνισε. Χάρηκα, λοιπόν, για την επαφή όπως όταν βλέπεις κάποιον γνωστό, που έχεις καιρό να τον δεις, και για την ευκαιρία, που μού ξαναδόθηκε, να περιδιαβώ στο ιστολόγιό της.

«Ξεφυλλίζοντάς» το έπεσα σε αυτή την ενδιαφέρουσα ανάρτηση, η οποία είχε ως αφορμή αναρτήσεις του vrypan και του sykofantis bastouniγια το πώς θα έπρεπε να είναι το σχολείο. Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, παραπομπή ήταν Το γράμμα ενός Φιλανδού μαθητή προς ένα φίλο του Έλληνα… Η επιστολή αυτή περιγράφει το φιλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα και πώς αυτό συντελεί σε μια ευημερούσα κοινωνία. Το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σύστημα, υποθέτω, ότι περιγράφεται στο όριο των πραγματικών-εξιδανικευτικών του διαστάσεων. Ταυτόχρονα, υποψιάζομαι ότι το πλαίσιο της επικοινωνίας είναι μάλλον φτιαχτό. Μόνο και μόνο το όνομα του αποδέκτη…Πόσοι δίνουν στα παιδιά τους το όνομα Σωκράτης;  Επίσης, το ρητό του διευθυντή του σχολείου του επιστολογράφου «Προτιμάω έναν ευτυχισμένο οδοκαθαριστή από έναν νευρωτικό ακαδημαϊκό» είναι τόσο παρόμοιο με το ρητό του Alexander Sutherland Neil «I would rather Summerhill produced a happy street cleaner than a neurotic scholar.» (εναλλακτικά «I would rather Summerhill produced a happy street sweeper than a neurotic prime-minister«), εκτός, βέβαια, εάν το Φιλανδικό σχολείο είναι τύπου Summerhill ή βασίζεται σε εκτεταμένη μορφή πάνω σε αυτό. Να σημειώσω επίσης ότι βάζοντας «Markus Bootsarb» στο Google, μού έβγαλε μόνο την συγκεκριμένη επιστολή, η οποία έχει αναδημοσιευθεί σε διάφορα ιστολόγια (δεν ξέρω, ποιό την δημοσίευσε πρώτο πάντως)
Σύμφωνα με το άρθρο, η ηλικία ένταξης των παιδιών στην βασική εκπαίδευση είναι τα 7 έτη, με τα 6 έτη να αποτελούν μια εισαγωγή στο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό διαφοροποιείται με τα καθ’ ημάς, όπου μόλις πρόσφατα θεσπίσθηκε η εισαγωγή στην βασική εκπαίδευση με αυστηρά συμπληρωμένα τα 6 έτη, ενώ παλαιότερα γίνονταν δεκτά στην Πρώτη Δημοτικού και «Πεντεμησάρια». Δεν ξέρω, εάν είναι καλύτερο από άποψη ωρίμανσης κλπ να μπαίνουν τα παιδιά στο σχολείο στα πέντε ή στα έξι (κάποιος θα μπορούσε να πει και στα τέσσερα ή και στα οκτώ ή και στα δέκα- υποθέτω ότι οι δείκτες ωρίμασης και ανάπτυξης αναφέρονται σε έναν μέσο όρο και όχι στο κάθε παιδί ξεχωριστά, όπου υπάρχει η δυνατότητα ένα παιδί τεσάρων χρονών να είναι τόσο ταλαντούχο ώστε να έχει ίσο επίπεδο ωρίμασης μέ ένα πέντε κλπ), διακρίνω όμως, το εξής πρόβλημα στην ελληνική προσέγγιση (τουλάχιστον μέχρι να ορισθεί η υποχρεωτική ένταξη στην Πρώτη Δημοτικού με συμπληρωμένα τα 6 έτη): «Όταν τελειώσει το Πανεπιστήμιο -με το καλό- μόλις και θα είναι είκοσι», «Πήρα σύνταξη στα 49 μου και όχι στα 50 (οι παλιές εποχές, που μας οδήγησαν στα σημερινά), επειδή μπήκα πεντεμισάρης στο σχολείο». Αναμφίβολα η εκπαίδευση συνδέεται με την μετέπειτα αγορά εργασίας και επαγγελματική ζωή, αλλά ταυτοχρόνως είναι και αξία από μόνη της. Όταν υπολογίζει κανείς το πότε θα βγει στην αγορά εργασίας το τέκνο του, ασχολείται με κάτι το μελλοντικό, αντί για κάτι του άμεσου παρόντος, με αποτέλεσμα να μην επιλύονται τα προβλήματα του τώρα. Πέραν τούτων θα πρέπει να προστεθεί και η έμμεση απαξίωση προς την έννοια της παιδείας, η οποία στο τέλος δημιουργεί προβλήματα και στην αγορά εργασίας, αφού βασίζεται στο τέλος σε τυπικά εκπαιδευμένους, αλλά ουσιαστικά ανεκπαίδευτους.

Κάποιοι, λοιπον, στην Φιλανδία συνεχίζουν προς το Λύκειο και το Πανεπιστήμιο και κάποιοι προς την τεχνική εκπαίδευση. Πριν συνεχίσω, να σημειώσω ότι με μπερδεύει όταν αναφέρεται σε πολυτεχνικές σχολές, όπου βγάζουν νοσοκόμους και μηχανικούς. Αναφέρεται σε μηχανικούς Πολυτεχνείου ή σε μηχανικούς επιπέδου ΤΕΙ ή «Ο Μάστρο-Κώστας, ο ηλεκτρολόγος»; Αναμφίβολα, η κάθε κοινωνία χρειάζεται και αυτούς του Πολυτεχνείου και τους απλούς τεχνίτες.

Λοιπόν εκ πρώτης όψεως, δεν μπορώ να δω διαφορά. Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Φιλανδία υπάρχει και ο κλάδος της τεχνικής εκπαίδευσης, της προσανατολισμένης στην αγορά εργασίας. Όμως, δεν μπορώ να πω κάτι για το πρόγραμμα και το περιεχόμενο των σπουδών σε αυτές τις κατευθύνσεις, αλλά και στην ακαδημαϊκή κατέυθυνση. Υπάρχει είτε ο κίνδυνος του σοβινισμού είτε της ξενομανίας.

Νομίζω, όμως, ότι μπορούμε να σχολιάσουμε κάτι άλλο: Τϊ αξία δίνουμε στην Ελλάδα στην τεχνική εκπαίδευση; Μήπως την θεωρούμε, λίγο πολύ, το μέρος που θα καταλήξουν οι άτυχοι, που δεν πέρασαν στο Πανεπιστήμιο και δεν είχαν λεφτά για σπουδές έξω; Πόσοι και πόσοι γονείς δεν έχουν πει στα παιδιά τους: «Θα περάσεις όπου να ‘ναι σε ό,τι να ‘ναι, αρκεί να είναι Πανεπιστήμιο». Πώς αντιμετωπίζουμε κοινωνικά αυτούς, που πήγαν στην τεχνική εκπαίδευση και κυρίως στα απλούστερα και πιο χειρωνακτικά κομμάτια της; Μήπως σαν το αντίστοιχο των δούλων της αρχαίας εποχής, με την διαφορά ότι έχουν προσωπική ελευθερία και αστικά και πολιτικά δικαιώματα; Έχουμε συνειδητοποιήσει, όσοι κάνουμε «ευγενικές» δουλειές γραφείου, ότι είμαστε ομοίως εξαρτημένοι και πως αποτελούμε μέρος του σώματος των εργατών και όχι κάτι το ιδιαίτερο (όσο και εάν πολλές φορές μετονομάζεται σε «στέλεχος») ; Ξεχνάμε ότι η κοινωνία νουθετεί τα παιδιά της λέγοντας «Διάβασε για να μην καταλήξεις σκουπιδιάρης/καθαρίστρια κλπ» και άλλα τέτοια, με το «Διάβασε» (συνήθως) να σημαίνει «Διάβασε για να περάσεις τις εξετάσεις», όχι για να μάθεις.

Ο «Φιλανδός μαθητής» συνεχίζει λέγοντας πως επιλέγουν μαθήματα, και πως είναι δυνατόν να επιλέξουν και μαθήματα άλλων τάξεων. Το να γράψω ότι έρχεται σε αντίθεση με το δικό μας ενιαίο πρόγραμμα με το ενιαίο βιβλίο (έχει αλλάξει; Δεν ξέρω), θα γράψω το προφανές. Το ζήτημα της επιλογής, όμως, φέρνει στην επιφάνεια τα θέματα της ελευθερίας, της ευθύνης, των συνεπειών, όπως επίσης και εάν αυτές οι έννοιες είναι συνυφασμένες με μια τυπική -ή ουσιαστική- ηλικία ωριμότητας ή όχι.

Ο μαθητής που επιλέγει, π.χ ύλη μεγαλύτερης τάξης, ενώ δεν έχει αφομοιώσει αυτήν της μικρότερης, ενέχει τον κίνδυνο να μην κατανοήσει το συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο. Εάν αυτό συμβεί σε πολλαπλά γνωστικά πεδία, υπάρχει ο κίνδυνος αντικειμενικά να μην μπορεί να συνεχίσει την ακαδημαϊκή του πορεία και να πρέπει να στραφεί σε περισσότερο τεχνικές και απλές κατευθύνσεις ζωής και επαγγέλματος. Είναι κακό αυτό; Όχι απαραίτητα. Το πρόβλημα έγκειται στην εξιδανίκευσή μας, όπου θεωρούμε ότι ο μαθητής ενός τέτοιου συστήματος, που θα «σκαλώσει» ακαδημαϊκά θα γίνει ζωγράφος, γλύπτης, καλλιτέχνης ράφτης κλπ, αλλά όχι καθαριστής, σκαφτιάς, ανειδίκευτος εργάτης κλπ. Το ζήτημα, όπως είπαμε παραπάνω, και τουλάχιστον μέχρι να επέλθει η πλήρης αυτοματοποίηση αυτών των εργασιών, όπου τότε όντως η εναλλακτική στην μη-ακαδημαϊκή θα είναι η (καλλι)τεχνική πορεία, είναι ο σεβασμός στις προσωπικότητες που καταπιάνονται με τα απλούστερα και χειρωνακτικά επαγγέλματα.

Μετά υπάρχει και το ζήτημα της ελευθερίας των επιλογών και της ηλικίας. Μπορεί το παιδί να επιλέξει ό,τι θέλει και να υποστεί τις συνέπειες ή όχι; Θυμάμαι εδώ μια σκηνή από το έργο Ο Τζέφερσον στο Παρίσι. Η κόρη του Τζέφερσον (υποθέτω, διότι έχουν περάσει χρόνια από τότε, που είδα την ταινία), είναι έτοιμη να δώσει μοναστικούς όρκους σε ένα καθολικό τάγμα. Ο πατέρας της το μαθαίνει και σπεύδει να παρεμποδίσει την κατάσταση για να υπάρξει η ειρωνεία του ιερέα ότι η συμπεριφορά του αντιφάσκει με την ελευθερία της επιλογής και το σχόλιο του Τζέφερσον ότι πρόκειται για ανήλικο άτομο.

Μια εκπαίδευση τυπικού τύπου έχει το καλό ότι ικανοποιεί τον μέσο όρο, και παράλληλα δεν δημιουργεί γενικότερες αμφιβολίες για την αίσθηση του ανήκειν, ενώ ταυτόχρονα καταπιέζει την ανάπτυξη της προσωπικότητας ισοπεδώνοντας την με τον μέσο όρο και την υποχρεωτική ένταξη και σημασιολόγηση σε συγκεκριμένη κοινότητα. Από την άλλη, η «ελευθεριάζουσα» εκπαίδευση δεν ικανοποιεί τον μέσο όρο, μπορεί να έχει περισσότερους αποκλεισμένους, ενώ οι κοινότητες σχηματίζονται πιο περίπλοκα και λιγότερο προβλέψιμα. Η συζήτηση δεν είναι απλή και υποθέτω πως κάθε πλευρά κατηφορεί την άλλη με τα αντίστοιχα επιχειρήματα: Η ελευθεριάζουσα θα λέει ότι η παραδοσιακή σχολή βάζει τα παιδιά σε έναν κορσέ, περιορίζει την προσωπικότητά τους, κατασκευάζει μελλοντικούς προβληματικούς ενήλικες ρομποτάκια με συσσωρευμένη βία, που διαχέεται στην κοινωνία και στις άλλες κοινωνίες. Από την άλλη η παραδοσιακή θα ισχυρίζεται ότι με την ελευθεριάζουσα πως θα είναι αμφίβολο, εάν τα παιδιά θα πηγαίνουν για μάθημα (πόσο να μάθουν να πειθαρχούν στους κανόνες συλλογικής συμβίωσης) και πως, εάν ποτέ πηγαίνουν, το μάθημα θα γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: Ένα παιδί σκαρφαλώνει σε ένα δέντρο και πέφτει (μάθημα φυσικής -βαρύτητα), σπάει το χέρι του (μάθημα βιολογίας-ανατομία), τελικά πέρα από το σπασμένο χέρι έχει και βαρύτατες κρανοεγκεφαλικές κακώσεις (μάθημα βιολογίας-ανατομία extra) με αποτέλεσμα να πεθάνει (μάθημα φιλοσοφίας για τις επιλογές, την ατομική ευθύνη και τις συνέπειές τους). Βέβαια, δεν ξέρουμε το φιλανδικό σχολείο, εάν περιγράφεται όντως αυτό, είναι ελευθεριάζον σχολείο, αλλά φαίνεται ο «επιστολογράφος» να θέλει να δημιουργήσει αυτήν την εντύπωση.

Στην ελληνική κοινωνία το «ιδιωτικό» είναι εκ προοιμίου ύποπτο. Συνεπώς, όταν ο «επιστολογράφος» γράφει ότι όλα τα σχολεία είναι δημόσια απλούστατα ικανοποιεί αυτό, που θέλουμε να διαβάσουμε. Όπως και ικανοποιείται ο εξισωτισμός μας, όταν διαβάζουμε για την απουσία σχολείων ελίτ. Το θέμα δεν είναι εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν τέτοια σχολεία. Το ζήτημα είναι εάν το εκπαιδευτικό σύστημα διαμορφώνει χαρακτήρες, που να μπορούν να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο. Σκεφτείτε π.χ τους φοιτητές των επιχειρηματικών σχολών: εδώ οι περισσότεροι, με τον στρεβλό εξισωτισμό, στο τέλος καταλήγουν άνεργοι κλπ, σε άλλες χώρες, όπου υπάρχει ελιτισμός, όσοι φοιτούν εκεί, είναι -ιδεατά- αυτοί, που θα υλοποιήσουν καινοτόμες ιδέες, θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας κλπ. Φυσικά, υπάρχουν και οι εγωιστές αυτοί, που θα είναι φοιτητές μόνο για το status. Με λίγα λόγια η ισότητα στην περιγραφόμενη εκπαιδευτική Φιλανδία αποδίδει, όπως και μπορεί να αποδίδει ο ελιτισμός ενός άλλου εκπαιδευτικού συστήματος. Η απλουστευτική επιλογή και ταξινόμηση σε καλό και κακό δεν ωφελεί στο να βρούμε τρόπους να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα του δικού μας συστήματος.

Ο επιστολογράφος γράφει ότι έχει συμμαθητή την κόρη του Πρωθυπουργού (του; Μα ήδη από τον Ιούνιο του 2010 είναι γυναίκα!). Όσο μπορούμε να θαυμάσουμε την υποστήριξη των ελίτ στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης, τόσο μπορούμε να σχολιάσουμε ότι ο επιστολογράφος-μαθητής μένει σε «καλή γειτονιά». Αυτά που μεταφέρει ως λόγια του Πρωθυπουργού είναι τα αναμενόμενα. Το θέμα, προφανώς, είναι ότι στην εκεί κοινωνία πέρα από τις γενικολογίες προτείνουν συγκεκριμένα μέτρα, για το πώς θα επιτύχουν μία πολιτική και τί κόστος πέρα από ώφελος θα έχει. Εδώ απλώς μας λένε μια γενικούρα και νοιάζονται απλώς για την «επικοινωνία».

Τα ιστολόγια, που αναδημοσιεύουν την επιστολή, δεν γράφουν καθόλου πως ενώ στην Φιλανδία του επιστολογράφου πρότυπο είναι οι καλύτεροι, εδώ όσους διακρίνονται προσπαθούμε να τους βρούμε ελλαττώματα, λέμε ότι κάτι κρύβουν και γενικότερα φαντασιωνόμαστε την καταστροφή τους, αντί να θέλουμε εμείς να εξελιχθούμε (όπως είχε πει και ο μακαρίτης Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος με το ανέκδοτο με την κατσίκα του γείτονα, που έπρεπε να ψοφήσει). Ακόμα και για την Φιλανδία: «Τέλειο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά βρε παιδάκι μου είναι φουλ στην κατάθλιψη και τις αυτοκτονίες. Ενώ εμείς…».

Ο επιστολογράφος συνεχίζει γράφοντας ότι αγαπάνε ό,τι κάνουνε. Σχολιάσαμε στην αρχή την παράθεση του ρητού του διευθυντή και πώς αυτό μοιάζει με το ρητό του Neil. Δεν χρειάζεται, πάντως, να είσαι «Φιλανδός μαθητής» για να παραδεχθείς ότι το καλύτερο επάγγελμα είναι αυτό, που σού αρέσει και που ζεις αξιοπρεπώς, έστω και εάν δεν γίνεσαι πλούσιος. Συγγνώμη, αλλά το «αγαπάμε ό,τι κάνουμε», δεν είναι παρά μια γενικούρα. Όλοι στην Φιλανδία το επιτυγχάνουν; Μακάρι, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Μού δίνεται η αίσθηση πως ο επιστολογράφος προσπαθεί να περάσει ότι στην Φιλανδία οι άνθρωποι ασχολούνται επαγγελματικά με αυτό, που σπουδάζουν. Δεν είμαι και τόσο βέβαιος. Άραγε ο γιος του εργοστασιάρχη σπουδάζει αυτό που θέλει ή σπουδάζει διοίκηση επιχειρήσεων κλπ; Δεν υπάρχουν ποτέ οικογενειακές κλπ πιέσεις; Και εάν σπουδάσει, ας πούμε Ιστορία της Τέχνης, γίνεται επιμελητής σε ένα μουσείο ή πηγαίνει στην οικογενειακή επιχείρηση, γιατί είναι κρίμα να πάει σε «ξένα χέρια»; Αίσθησή μου είναι πως εάν στην Φιλανδία αγαπάνε αυτό που κάνουνε, αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο παραδειγματικός ιστορικός της τέχνης εργάζεται απαραίτητα ως επιμελητής, αλλά διότι εκτιμούν τις σπουδές ως αξία από μόνη της. Αντιθέτως, εδώ ο συγκεκριμένος απόφοιτος θα θεωρούσε τον εαυτό του «αδιόριστο εκπαιδευτικό» (υπάρχει αυτή η έννοια στην Φιλανδία άραγε; ), ενώ η γενικότερη κοινωνία θα θεωρούσε ότι σπούδασε κάτι άχρηστο. Ο επιστολογράφος φέρνει ως παράδειγμα τους δασκάλους. Όμως, εδώ, πόσοι εκπαιδευτικοί αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν; Πόσοι ενδιαφέρονται για το γνωστικό αντικείμενο που διδάσκουν; Πόσοι έγιναν εκπαιδευτικοί για το ωράριο, τις μακρές διακοπές πρωτίστως και ακολούθως και εάν για την αγάπη τους για τα παιδιά και την διδασκαλία; Μήπως θα έπρεπε οι εκπαιδευτικοί εδώ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η εκπαιδευτική ώρα δεν συγκρίνεται με αυτή σε άλλους εργασιακούς χώρους, να είχαν μεγαλύτερες διακοπές από τους άλλους εργαζόμενους, αλλά όχι και τόσο, ώστε να πηγαίναν στην εκπαίδευση οι πραγματικά συνειδητοποιημένοι;

Η έναρξη της σχολικής ημέρας, με την απουσία συγκεντρώσεων, μοιάζει να μην έχει αυτό το quasi-στρατιωτικό με τις γραμμές κλπ των ελληνικών σχολείων, αλλά από την άλλη κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι η εισαγωγική ομιλία κλπ, όποτε γίνεται, μοιάζει αρκετά μπιγκμραδερίστικη, με την εξουσία που σού μιλά και σε βλέπει, αλλά εσύ δεν την βλέπεις ποτέ. Δεν διαφωνώ, φυσικά, ότι οι αφιερωμένες σε κάθε μάθημα αίθουσες είναι καλύτερες, αφού αυτό σημαίνει την ύπαρξη εξοπλισμού κλπ. Όσο για το φαγητό, το ερώτημα είναι εάν οι μαθητές (για την ασφάλειά τους και για θέματα ευθύνης των διδασκόντων) είναι υποχρεωμένοι να φάνε μόνο τα φαγητά του εστιατορίου ή εάν έχουν δικαίωμα να φέρουν και κάτι απ’ έξω. Εάν μας φάινεται σωστό το να υπάρχει συγκεκριμένο μενού ας αναπολήσουμε την θητεία μας και πόσο τηρούσαμε αυστηρά τον κανονισμό για φαγητό μόνο από τις κουζίνες του στρατοπέδου.

Άραγε εδώ ο δάσκαλος, είναι διατεθιμένος να κάνει ενισχυτική διδασκαλία ή τότε το φιλανδικό σύστημα αρχίζει και φαίνεται κατ’ αυτόν ότι «μπάζει νερά»; Να υποθέσω, επίσης, ότι μπορεί μεν ο δάσκαλος να είναι υποχρεωμένος σε ενισχυτική διδασκαλία, αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι δεν αμείβεται για την επιπλέον δουλειά του. Επίσης, δεν θεωρώ και τόσο σωστό να πηγαίνουν οι μαθητές διακοπές κατά το δοκούν, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Φιλανδία και μάλιστα με τις ευλογίες των κηδεμόνων τους. Αναμφίβολα είναι σημαντικό ο μαθητής να μην χάσει «ύλη», αλλά αυτό είναι παράταιρο να αποτελεί δικαιολογία για να παίρνει ο κηδεμόνας το παιδί από τη εκπαιδευτική διαδικασία, όποτε θελει.

Υποθέτω πως και εδώ ο σκοπός των σχολικών εξετάσεων είναι διαγνωστικός. Μην ξεχνάμε, όμως, ότι εδώ υπάρχουν φροντιστήρια ιδιαίτερα κλπ, διότι «είναι ντροπή να χάσει το παιδί τάξη», όπως και «να μην πάει στο Πανεπιστήμιο». Από την άλλη είμαστε τόσο σίγουροι ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες συμπεριφορές και στην Φιλανδία; Στον βαθμό, που δεν υπάρχουν και εάν είναι σωστά κατανεμημένο το πρόγραμμα, αυτό επιτρέπει στον μαθητή να έχει ελεύθερο χρόνο. Εδώ το φροντιστήριο είναι σχεδόν υποχρεωτικό και ελεύθερος χρόνος είναι, όταν θα πάρει σύνταξη.

Ο «επιστολογράφος» γράφει για το ότι οι Έλληνες «ειδικοί» θα δουν ότι θέλουν και εγώ αντιστοίχως έχω την εντύπωση ότι ο «επιστολογράφος» θέλει να μας αφήσει την εντύπωση, που θέλουμε να έχουμε, πως το σχολείο στην Φιλανδία είναι ιδανικό, αντί να μάς το παρουσιάσει με τα θετικά του και τα αρνητικά του. Με βρίσκει σύμφωνο η παράθεση του Papert περί γραφειοκρατικής αδράνειας κλπ. Δεν μπορώ να βρω παράθεση ότι το είπε αυτός. Καλή τη πίστει, το δέχομαι.

Ας προσπεράσουμε τις ειρωνείες για το safari στην Σαχάρα (περίεργο για μαθητή τέτοιου επιπέδου), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μού προκαλεί και εμένα εντύπωση ο νεο-πλουτισμός των τζιπ, και ας σταθούμε στο θέμα των σημάτων της ποδοσφαιρικής ομάδας. Εδώ πάλι διαισθάνομαι ότι θέλουν να μάς δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο Έλληνας μαθητής ενδιαφέρεται μόνο για το ποδόσφαιρο (μπορεί να είναι και λίγο «αλητάκος»), ενώ ο Φιλανδός μόνο για τις βιβλιοθήκες, την ανάγνωση κλπ. Γιατί μπορεί να μην ασχολείται με το ποδόσφαιρο, αλλά μού φαίνεται παράξενο να μην ενδιαφέρεται για το χόκεϋ στον πάγο ή για το σκι αντοχής· και εάν ισχυρισθείτε ότι ο συγκεκριμένος μαθητής δεν ενδιαφέρεται θα σάς αντιτείνω ότι ούτε όλοι οι Έλληνες μαθητές ενδιαφέρονται μόνο για το ποδόσφαιρο, όπως γενικευτικά προσπαθεί να περάσει η ανάρτηση. Ούτε πιστεύω ότι όλοι οι Έλληνες μαθητές βλέπουν μόνο σαχλή τηλεόραση και όλοι οι Φιλανδοί μόνο εκπομπές ποιότητας.

Συμπερασματικά, το θέμα δεν είναι να εξιδανικεύουμε, αλλά να προσπαθούμε να βλέπουμε τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Η εξιδανίκευση είναι εγγύηση αδράνειας, αφού ποτέ δεν θα φτάσουμε το τέλειο. Είναι προφανές ότι όλοι θέλουμε τον ευτυχισμένο οδοκαθαριστή, αλλά και γιατρό κλπ, παρά δυστυχισμένους ανθρώπους. Εάν δώσουμε αξία στον άνθρωπο και όχι στο επάγγελμά του, πολλοί θα στραφούν στην τεχνική εκπαίδευση, γιατί εκεί είναι το πραγματικό τους ταλέντο δεν θα είναι τα «παραπαίδια του συστήματος» κλπ. Επίσης πρέπει να εκτιμήσουμε την γνώση για την πραγματική της αξία. Η εναλλακτική είναι αυτό, που ζούμε τώρα όπου έχουμε μεν πολλούς πτυχιούχους, αλλά αγόμαστε και φερόμαστε από την (ανόητη) τηλεόραση, την κάθε συνομωσιολογική μπαρούφα, ενώ ταυτόχρονα έχουμε δώσει άδεια «επ’ αορίστον» στην λογική. Παραφράζοντας: Προτιμώ τον σκεπτόμενο οδοκαθαριστή από το «βλήτο» πτυχιούχο.

Η απογραφή και ο θυμός του ιεράρχη.

Ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος ασχολείται σε μιά ανάρτησή του για το θέμα της απογραφής, όπως αναδημοσίευσε και η LIFO. Αξίζουν συγχαρητήρια στον ιεράρχη, που χρησιμοποιεί ένα σύγχρονο μέσο επικοινωνίας, όπως είναι τα μπλογκ (οι ιερείς είναι συνήθως συντηρητικοί με ό,τι θετικό ή αρνητικό έχει η έννοια του συντηρητικού), όμως δυστυχώς, το αντιμετωπίζει σαν να είναι ένας «άμβωνας», αφού δεν επιτρέπει τον σχολιασμό των αναρτήσεων του σε αυτό, αλλά μόνο την δημοσίευσή τους.

Κατά τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας η απογραφή αποτελεί επιβράβευση του ευτελισμού της ηθικής, είναι απαράδεκτοι αυτοί, που σχεδίασαν τα έντυπα, ενώ υπάρχουν και δύο μαργαριτάρια. Είναι τα τελευταία, φυσικά, που κάνουν τον ιεράρχη να εξοργιστεί (η οργή αποδίδεται με κεφαλαία και θαυμαστικό). Ποιά είναι τα μαργαριτάρια και γιατί είναι απαράδεκτοι οι κατασκευαστές του εντύπου; Μήπως δεν χρησιμοποίησαν τους ενδεδειγμένους κανόνες της στατιστικής επιστήμης; Μήπως π.χ έκαναν το «κλασσικό» λάθος; («κωδικοποιούμε τους άρρενες με 1 και τα θήλεα με 2» οπότε μπερδεύοντας τον αριθμητικό κωδικό ο υπάλληλος σε ένα νοικοκυριό 3 αρρένων και 2 θηλέων «υπολογίζει»: 1+1+1+2+2=7 Μ.Ο= 7/5= 1,4. «Συμπέρασμα»: Το προφίλ του ενοίκου είναι άρρεν με μειοψηφικά -μεν- αλλά σημαντικά στοιχεία θηλυκότητας). Όχι! Τα «μαργαριτάρια» είναι ότι δεν υπάρχει ερώτηση για το θρήσκευμα και πως επισημοποιείται ο όρος «σύντροφος».

Να δηλώσω ότι, εάν και διαφωνώ με τον όρο «μαργαριτάρι», τον οποίο θα απέδιδα σε τεχνικό λάθος της στατιστικής επιστήμης, παρά στο τί ερωτάται ή όχι, συμφωνώ με τον Μητροπολίτη Αμβρόσιο ότι η έλλειψη της ερώτησης περί θρησκεύματος αποτελεί πρόβλημα. Υποτίθεται, φαντάζομαι, πως αυτό συμβαίνει διότι η θρησκεία στο σύγχρονο Κράτος, που διέπεται από τις αρχές του Διαφωτισμού είναι κάτι που ανήκει στην προσωπική σφαίρα του πολίτη και πως το Κράτος δεν έχει κανέναν λόγο πάνω σε αυτό. Με λίγα λόγια η θρησκεία αποτελεί προσωπικό δεδομένο. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι αυτό δεν αποτελεί παρά μια «μάσκα» και μια πρόφαση για να αναπαράγουμε το 99% Έλληνες, 98% Χριστιανοί με το 1% και 2% αντιστοίχως να σημειώνεται στο λοιπές εθνικότητες και θρησκεύματα. Να συπληρώσω ότι εάν και είναι αλήθεια ότι πλεόν ανφερόμαστε και στο «10% Αλβανοί», μάλλον δεν έχουμε αντιληφθεί ότι αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν για να μείνουν ή σε κάθε περίπτωση, όποιος είναι ή ήταν ο σκοπός τους, έχουν μάλλον πλέον «ριζώσει» εδώ. Με λίγα λόγια μάλλον η μυθολογία του 99%-98% φαίνεται να συνεχίζει να είναι ισχυρή.  Θα αντέχαμε,λοιπόν, απαντήσεις με πλειοψηφικά μεν, αλλά σαφώς μικρότερα ποσοστά Ελλήνων και Ορθοδόξων; Θα αντέχαμε να δηλωθούν οι όποιες νησίδες ομιλίες ιδιαιτέρων διαλέκτων ή και γλωσσών; Επίσης, τί εννοούμε με την έννοια «Έλληνας»; Τον άνθρωπο, που έχει ελληνικό διαβατήριο/ταυτότητα, ή τον άνθρωπο, που αισθάνεται δεσμό με την ελληνική πολιτιστική κοινότητα; Ο πρώτος, που μπορεί να είναι και ο κύριος Jones με ελληνικό διαβατήριο κλπ διαθέτει την ελληνική ιθαγένεια/nationality (είναι αυτό, που λέγαμε παλαιότερα υπηκοότητα, αλλά είναι πλεόν παρωχημένος όρος, μιας και καταργήθηκε ο θεσμός της βασιλευομένης δημοκρατίας. Να σημειωθεί κιόλας ότι και οι Βρετανοί δεν αποκαλούν πλεόν εαυτούς υπηκόους της Αυτής Μεγαλειότητος, αλλά Βρετανούς πολίτες). Από την άλλη, ο «θείος ο Γκας», που πλένει πιάτα στα εστιατόρια της Αστόρια έχει Αμερικανικό διαβατήριο δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια, αλλά ανήκει στην ελληνική πολιτισμική κοινότητα (ethnicity). Με λίγα λόγια το ερωτηματολόγιο της απογραφής δεν θα έπρεπε μόνο να έχει ερώτηση σχετικά με την θρησκεία και την τυπική ιθαγένεια, αλλά και για την γλώσσα και την γενικότερη αίσθηση πολιτισμικών δεσμών, που συνδέονται με την εθνότητα.

Όταν σπούδαζα στην Αγγλία σε διάφορες αιτήσεις κλπ υπήρχε ερώτημα- για στατιστικούς λόγους- για την ευρύτερη (τουλάχιστον) πολιτισμική ομάδα: Καυκάσιος, Ασιάτης  κλπ. Υποτίθεται πως το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια χώρα, όπου η φιλελεύθερη κουλτούρα, αυτή της ιδιωτικότητας και της μη-επέμβασης στις υποθέσεις του άλλου κλπ είναι πανταχού παρούσα. Δεν είναι περίεργο που εκεί τέτοιες ερωτήσεις δεν θεωρούνται προσωπικό δεδομένο, τουλάχιστον για λόγους στατιστικής, αλλά εδώ είναι;

Αναλόγως και για τις ερωτήσεις της Εκκλησίας: Θα αντέχαμε ερωτήσεις, όπου θα επέτρεπαν απαντήσεις που θα έδειχναν μεγαλύτερο ποσοστό ετεροδόξων, ετεροθρήσκων, αγνωστικιστών, αθέων κλπ; Θα αντέχαμε ερωτήσεις για την συμμετοχή ή μη στις θρησκευτικές τελετές, στην γενικότερη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας;

Μήπως όλα τα παραπάνω θα κλόνιζαν το υπάρχον μας αφήγημα ως προς το τί μας κάνει «το ελληνικό έθνος»; Μήπως δεν θέλουμε να παραδεχθούμε ότι χρειαζόμαστε ένα νέο αφήγημα ως προς το ποίοι είμαστε; Και, φυσικά, και το νέο αυτό αφήγημα θα βασιστεί και θα χτίσει και αυτό την μυθολογία του, όσο και εάν νομίζουμε ότι η τελευταία ήταν μόνο για τις προηγούμενες γενιές και πως εμείς έχουμε ξεπεράσει τέτοιου είδους «ανοησίες».

Όμως, για τον Μητροπολίτη Αμβρόσιο άλλοι είναι οι λόγοι, που δεν μπήκε ερώτημα για το θρήσκευμα. Είναι άλλο ένα βήμα για να γίνει η Ελλάδα….κοσμικό κράτος, όπου κατ’ αυτόν είναι το κράτοςπου δεν γίνεται καμμιά αναφορά στο Θεό! Στο Κράτος αυτό ο Θεός είναι ο μεγάλος Εξόριστος από την ζωή της ανθρώπινης κοινωνίας!  Οι Κοινωνίες στα Κράτη αυτά καί δαιμονίζονται και δαιμονοκρατούνται! Η έλευση του κοσμικού κράτους μάλιστα είναι αποτέλεσμα αποφάσεων ξένων κέντρων, ενώ οι πολιτικοί μας αποτελούν τα υποτακτικά εκτελεστικά τους όργανα. Είναι μέρος των σχεδίων των «Μασσωνο-εβραίων». Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι τα έγραψε αυτός, αυτά τα λόγια. Η Κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη χαρακτηρίζεται «καταραμένη». Είναι λυπηρό να γράφονται αυτά από το πληκτρολόγιο ενός ιεράρχη. Η Ελληνική Βουλή εξέλεξε Πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη, η δε Βουλή εξελέγη από τους Έλληνες πολίτες. Όπως έχει αναφερθεί σε προηγούμενη ανάρτηση, ο συντάκτης αυτού του ιστολογίου αυτοτοποθετείται στην Δεξιά. Ανήκει σε αυτούς, που από το 1996 και μετά αισθάνθηκαν μπλοκαρισμένοι. Ο κ. Σημίτης εμφανιζόταν πιο φιλελεύθερος, από το κόμμα, που εξέφραζε την φιλελεύθερη παράταξη. Δεν πήγαινε, όμως, στον συντάκτη να ψηφίσει το κόμμα του κυρίου Σημίτη. Όμως, ποτέ δεν αμφέβαλε για την νομιμότητα της Κυβέρνησής του, σεβόμενος την απόφαση του ελληνικού λαού. Ο μητροπολίτης Αμβρόσιος, όμως, όχι μόνο αμφισβητεί την νομιμότητα και την κρίση του ελληνικού λαού, μιλώντας για ξένα κέντρα, αλλά χαρακτηρίζει την Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Σημίτη «καταραμένη»· πρόκειται για βαρύ χαρακτηρισμό και το τελευταία στόμα, που θα περίμενε κανείς να εκφωνήσει μια τέτοια φράση, θα ήταν το στόμα ενός ιεράρχη.

Μερικά συνοπτικά για τον πολιτικό γάμο, την διαγραφή του θρησκεύματος, τον πολιτικό όρκο και την κηδεία. Ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος, όχι μόνο δεν λέει ότι συνεχίζονται και τελούνται θρησκευτικοί γάμοι, αλλά αποφεύγει να πει ότι στην Ελλάδα ισχύει το «ισόκυρο»· ότι ο γάμος, που τελείται στην Εκκλησία -και υποθέτω και ενώπιον λειτουργών άλλων «αναγνωρισμένων» θρησκειών- έχει τα ίδια έννομα αποτελέσματα. Μπορώ να υποθέσω ότι και στην Γαλλία, όπου ο πολιτικός γάμος είναι υποχρεωτικός και όχι κατ’ επιλογήν, όπως εδώ, οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να τελούν ΚΑΙ θρησκευτικό γάμο. Δεν αναφέρει, επίσης, παλαιότερες περιπτώσεις, όπου φημολογείται πως Έλληνες σύναπταν πολιτικούς γάμους με αλλοδαπές στο εξωτερικό και γυρίζοντας τους διέλυαν άκοπα, καθώς τα ίδια τα δικαστήρια, αφού δεν υπήρχε σχετικός νόμος, κήρυτταν τον πολιτικό γάμο «άκυρο και ανυπόστατο», απαλλάσσοντάς τους από τις όποιες υποχρεώσεις, πχ έναντι των τέκνων που έκαναν με τις γυναίκες αυτές. Επίσης, φαίνεται να λησμονεί την περίπτωση, όπου δύο άνθρωποι διαφορετικού θρησκεύματος θέλουν να παντρευτούν, χωρίς, όμως, να αφήσουν τις αντίστοιχες θρησκείες τους. Ας θέσουμε το ερώτημα «ωμά»: Είναι βιώσιμοι αυτοί οι γάμοι; Όχι πάντα και γενικά έχουν δυσκολίες. Όμως, η απόφαση, το ρίσκο και οι συνέπειες ανήκουν σε αυτούς που κάνουν την επιλογή. Δεν είναι δυνατόν να απαγορεύει κανείς τον πολιτικό γάμο σε κάποιον με τον -έστω και καλοπροαίρετο- σκοπό να τον προστατέυσει από τέτοιου είδους ενδεχόμενες κακοτοπιές.

Για την διαγραφή του θρησκεύματος τώρα: Σε τί χρειάζεται μια δημόσια υπηρεσία να γνωρίζει τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις; Εάν κάποιος αλλάξει θρήσκευμα π.χ γίνει από Αντβεντιστής της 7ης Ημέρας, Ορθόδοξος, γιατί να έπρεπε να απασχοληθεί και κινητοποιηθεί η Διοίκηση με την νέα του επιλογή; Γιατί να μην περιορίσουμε από τον δημόσιο υπάλληλο κλπ την (ενδεχόμενη) παρόρμηση, καθώς βλέπει μια ταυτότητα, του να σκεφτεί: «Α, Καθολικός. Δεν είναι γνήσιος Έλληνας». Σε περίπτωση απευκταίων θρησκευτικών συγκρούσεων, γιατί να υπάρχουν προγραφές πεποιθήσεων; Δεν αυξάνει αυτό τον κίνδυνο των όποιων πογκρόμ; Πέραν τούτων, δεν νομίζω ότι η διαγραφή του θρησκεύματος επηρρέασε την ευσέβεια κλπ των πολιτών. Αλίμονο, εάν η κρατική ταυτότητα ήταν η απόδειξη της πίστης σε όποια θρησκεία. Πολύ φοβάμαι, πάλι, ότι το θρήσκευμα στις ταυτότητες εξυπηρετούσε και αυτό τον μύθο του 99-98.

Για τον πολιτικό όρκο τώρα. Ενώ ο Μητροπολίτης θεωρει ότι ο κόσμος πρέπει να ορκίζεται θρησκευτικώς, διαφυλάσσει για αυτόν, καθώς ανήκει στο σώμα των ιερέων, το προνόμιο να μην ορκίζεται, αλλά απλώς να διαβεβαιώνει. Με λίγα λόγια δύο μέτρα και δύο σταθμά. Νομίζω πως αφ’ ενός, όχι μόνο, δεν είναι πρέπον να επικαλούμαστε τον Θεό επί ματαίω, αφ’ ετέρου δεν είναι δυνατόν να εκβιάζουμε π.χ. την εντιμότητα και φιλαλήθεια κάποιου με μεταφυσικούς όρους. Να συμπληρώσω εδώ μια προσωπική ιστορία: Στην διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας ζορίστηκα πάρα πολύ με το θέμα του όρκου. Ήταν σωστό να τον πω; Εάν οι περιστάσεις ποτέ με ανάγκαζαν να παραβώ τον όρκο μου; Εάν; Εάν; Αντιθέτως, συνάδελφοι, οι οποίοι το είδαν πιο χαλαρά, τόσο πιστοί όσο και αθεϊστές, έλεγαν: «Έλα μωρέ τώρα, τί ασχολείσαι; Λες εκεί δυό κουβέντες, λες και θα αλλάξει η ζωή σου; Τί κάθεσαι και ξεσυνερίζεσαι; Ένα θέατρο είναι όλο!». Πού υπάρχει μεγαλύτερος σεβασμός; Στην κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, όπου και δεν επικαλείται κάποιος τον Θεό «επί ματαίω» αντικαθιστώντας τον με έναν πολιτικό ή και με πλήρη κατάργησή του, ή στην διατήρησή του και αντιμετώπισή του ως μια θεσμική θεατρικότητα και ψευδοευσεβισμός; (Δείτε και εδώ-σημείο 12)

Για την πολιτική κηδεία; Γιατί να ταφεί κάποιος θρησκευτικά, εάν δεν το πιστεύει; Προσωπικά και εμένα μού φαίνεται περίεργο, δεν θα το ήθελα για μένα και θα προβληματιζόμουν, είναι αλήθεια, εάν κάποιος δικός μου το ζητούσε (θα αισθανόμουν ότι δεν θα έπραττα απέναντί του τα παραδοσιακώς θεσμισμένα), όμως δεν πρέπει να γίνουν σεβαστές οι επιθυμίες του;

Το άλλο «μαργαριτάρι» είναι η επισημοποίηση του όρου «σύντροφος». Ας μην ασχοληθούμε με το ποιά είναι η πραγματικότητα των σχέσεων, και εάν ο μητροπολίτης την αγνοεί ή όχι, εάν η Εκκλησία πρέπει να βάλει νερό στο κρασί της δείχνοντας μια κατ’ οικονομία διαλλάκτικότητα, ή εάν πρέπει να μείνει αυστηρή στους κανόνες της. Στο κάτω κάτω, μετά από κάποιο σημείο, θα ήταν άδικο να απαιτούμε μόνο την αλλαγή της Εκκλησίας και την προσαρμογή της στις δικές μας αρχές, αλλά ποτέ το αντίθετο. Ας ασχοληθούμε με το τί έπρεπε να αποτυπώσει η απογραφή. Έπρεπε να αποτυπώσει τις πραγματικότητες του κάθε νοικοκυριού. Η στατιστική δεν έχει σχέση με την ηθική. Το «Α» νοικοκυρό αποτελείται από νυμφευμένα μέλη, το «Β» όχι. Τόσο απλά. Θα μπορούσαμε μάλιστα να αναρωτηθούμε, γιατί η απογραφή ασχολείται μόνο με τα «νοικοκυριά», όπου υποννοείται (και) η ύπαρξη μιας συναισθηματικής και σεξουαλικής σχέσης και όχι με άλλους τύπους νοικοκυριών, όπου αυτές οι παράμετροι μπορεί και να μην υπάρχουν, όπως είναι τα φοιτητικά νοικοκυριά παραδείγματος χάριν.

Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη με την «εξίσωση» των όρων χλευάζεται ο Νόμος του Θεού. Στην Ελλάδα, όμως, προτεραιότητα έχει ο θεσμισμένος νόμος των ανθρώπων. Ακόμα και ως πιστός τον προτιμώ. Οι άνθρωποι είμαστε αδύναμοι, κάνουμε λάθη κλπ. Ποιός ξέρει να ερμηνεύει σωστά τον Νόμο του Θεού; Κανείς! Και εάν η ερμηνεία διαφέρει; Και εάν ο Νόμος του Θεού, που πιστεύω εγώ, αντιφάσκει με τον νόμο του Θεού, που επικαλείται ένας Μουσουλμάνος ή ένας πολυθεϊστής, τί θα συμβεί; Πώς θα λυθούν τα ζητήματα. Μήπως με την προσφυγή στην βία; Μήπως, όποιος επικαλείται ότι γνωρίζει να ερμηνεύει τον νόμο του Θεού επιθυμεί να εγκαθιδρύσει εξουσιαστικές σχέσεις βασισμένες όχι στην συναίνεση, αλλά στον μεταφυσικό φόβο;  Ο σεβασμός στον ανθρώπινο νόμο, φέρνει την ειρήνη, ή τουλάχιστον προσπαθεί να το επιτύχει. Για τους μη-πιστούς δεν υπάρχει κάποιος άλλος νόμος. Οι πιστοί υπακούν στους ανθρώπινους νόμους, συμμετέχουν και αναδιαπραγματεύονται αυτούς, αλλά εμπιστεύονται την Θεία Πρόνοια για τον Θείο Νόμο. Δεν μαντεύουν. Δεν κάνουν υποθέσεις και ερμηνείες.

Κατά την γνώμη μου το προβληματικό σημείο της απογραφής είναι άλλο. Είναι αυτό, όπου αναφέρεται στην απασχόληση και όπου σημειώνεται ότι η απασχόληση έστω και μιας ώρας μέσα στην εβδομάδα 3-9/5 κατατάσσει τον απογραφόμενο ως εργαζόμενο. Φαντάζεστε, πόσο θα «πέσει» η ανεργία με όλους αυτούς που ‘καναν κάποια περιστασιακή «δουλειά του ποδαριου» κατά την συγκεκριμένη περίοδο;

Ο μητροπολίτης, κλείνοντας την ανάρτησή του, κηρύσσει «πολιτική ανυπακοή» αρνούμενος να απογραφεί. Φρονώ ότι αισθανόμενος την ευθύνη της θέσης του, αλλά και ανταποκρινόμενος στον ποιμαντικό, εθνοπαιδαγωγικό και εθναρχικό ρόλο της Εκκλησίας θα δεχθεί τις όποιες συνέπεις της απόφασής του και δεν θα επικαλεσθεί τάχα «διώξεις» κατά του εαυτού του, του θεσμικού του ρόλου, της Εκκλησίας κλπ. Εξάλλου με μια συνεπή και υπεύθυνη στάση πολιτικής ανυπακοής είναι που έχει είτε πιθανότητες να «αλλάξει» τα ερωτήματα της απογραφής είτε να επικοινωνήσει στον ελληνικό λαό τις, κατ’ αυτόν, αστοχίες της απογραφής με επιτυχία.

Τριλογία Millenium

Υποθέτω ότι τον «μύθο» που έχει δημιουργηθεί τον γνωρίζετε όλοι. Συγγραφέας γράφει μια σειρά από τρία ( ; ) αστυνομικά βιβλία, πεθαίνει σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοσή τους, δεν γεύεται καν την επιτυχία τους. Τα δε κέρδη των δικαιωμάτων δεν τα προσπορίζεται η σύντροφος, διότι δεν υπήρχε κάποια θεσμισμένη σχέση, αλλά άλλοι συγγενείς. Έχει, επίσης, δημιουργηθεί το ερώτημα για το εάν υπάρχουν και άλλοι τόμοι της σειράς και για το ποιό μέρος θέλει ή δεν θέλει να εκδοθούν. Αυτά συνοπτικά. Θα τα έχετε διαβάσει και αλλού αναλυτικότερα.

Η αλήθεια είναι ότι το αστυνομικό genre δεν μού αρέσει με εξαίρεση ίσως τον Μίκυ Μάους, τον Τεν Τεν και τους Μπλέικ και Μόρτιμερ. Όσον αφορά το τηλεοπτικό (κυρίως) και κινηματογραφικό (με αυτό τα πάω κάπως καλύτερα), δεν είναι ότι δεν έχω δει, αλλά έχω βαρεθεί με την ανατριχιαστική λεπτομέρεια του θανάτου, τους «πολυθεσίτες» αστυνόμους. Επίσης θέλω να απαλλαγώ από το «υποδόριο» άγχος και stress, που αυτά δημιουργούν. Εάν κάτσω και αναλογισθώ, η πρώτη μου επαφή με το είδος δεν ήταν και η καλύτερη. Το πρώτο αστυνομικό, που θυμάμαι στην τηλεόραση, ήταν μια σκηνή απο το Ο Θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα, όπου έκτοτε και για αρκετό καιρό είχα άγχος ότι ό,τι έπιανα θα μπορούσε να με δηλητηριάσει και για αυτό έπλενα συνεχώς τα χέρια μου μετά σχεδόν από οτιδήποτε είχα τυχόν αγγίξει.

Σε ό,τι αφορά το αστυνομικό βιβλίο ενδεχομένως να μην μού κίνησε την περιέργεια, να μην παροτρύνθηκα προς αυτό, με την λογική ότι θεωρείτο υποδεέστερο είδος. Κακά τα ψέμματα, δεν νομίζω ότι ήμουν ο μόνος, που έβλεπε το αστυνομικό βιβλίο, ως βιβλίο για την παραλία, τυπωμένο συνήθως σε άθλιο χαρτί και με διάθεση από το επαρχιακό πρακτορείο τύπου δίπλα στα Άρλεκιν, λιγδιασμένο από το αντι-ηλιακό και βρεγμένο με αλατόνερα από τους λουόμενους που το ξεφύλιζαν με την προοπτική να το αγοράσουν ή όχι. Υπήρχε, βέβαια, και η εναλλακτική αυτών με τα σελοφάν, αλλά τότε ο δυνητικός αγοραστής δεν μπορούσε να το ξεφυλλίσει και να δει, εάν τού πήγαινε το γράψιμο του συγγραφέα. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά νομίζω ότι ήταν η Άγρα, η οποία πρωτίστως βοήθησε στην αναβάθμιση της πρόσληψης του αστυνομικού μυθιστορήματος με το παλαιικού ύφους χαρτί αλλά και γραμματοσειρά, που χρησιμοποιεί.

Έχοντας δει την ταινία, που βασίζεται στο πρώτο βιβλίο, αλλά και έχοντας ακούσει όλο αυτόν τον θόρυβο, μού κινήθηκε και εμένα η περιέργεια να διαβάσω τα βιβλία, ή τουλάχιστον το πρώτο. Ευτυχώς ο πολύ καλός φίλος και πρόσφατα και κουμπάρος spikon είχε τα βιβλία και είχε την καλή διάθεση να μού τα δανείσει. Τελικά, διάβασα και τα τρία. Όχι σε διαδοχική μονοκοπανιά είναι αλήθεια. Επίσης, παρόλο που μού κινήθηκε το ενδιαφέρον και για τα τρία βιβλία της σειράς, θα έλεγα ότι ο δεύτερος τόμος έκανε κατά την γνώμη μου κάποια «κοιλιά».

Όμως, αυτό που μού φάνηκε ενδιαφέρον στην σειρά αυτή των βιβλίων, δεν ήταν τόσο οι περιπέτειες των ηρώων, το όποιο μυστήριο και η λύση του, όσο η αποτύπωση της καθημερινότητας της εκεί κοινωνίας και οι συγκρίσεις που έκανα με τα καθ’ ημάς. Υποτίθεται ότι πολλοί στην Ελλάδα θαυμάζουν τον Σκανδιναβικό τρόπο ζωής και ο Πρωθυπουργός μας αναφέρθηκε στην επιθυμία του να γίνει η χώρα μας μια «Δανία του Νότου». Έτσι, λοιπόν, στο βιβλίο στάθηκα σε αυτά τα στοιχεία της «Δανίας του Βορρά» (καθώς η Σουηδία βρίσκεται βορειότερα από την Δανία), που υποθέτω θα είναι ανάλογα λίγο πολύ με αυτά της Δανίας, που θέλουμε να μοιάσουμε. Πάντως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι όλα καλύτερα και πως και εγώ ο ίδιος δεν εξιδανικεύω ό,τι διάβασα.

Τα σπίτια: Σε εμάς υπάρχει μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης και γενικότερα πρέπει να αποτελεί από τα πρωταρχικά μελήματα των γονέων και κηδεμόνων να δώσουν ένα σπίτι στα παιδιά τους. Εκεί φαίνεται να επικρατεί το ενοίκιο και -εάν κατάλαβα καλά- η συναλλαγή δεν γίνεται μεταξύ εκμισθωτή-ενοικιαστή, αλλά μεταξύ εκμισθωτή-ενοικιαστή και των αντιστοίχων οργανώσεών τους. Η ιδιοκτησία ενός σπιτιού παρουσιάζεται ως δείγμα ότι ανήκει κάποιος τουλάχιστον στην μεσαία προνομιούχο τάξη, πόσο μάλλον και εάν έχει και μια δεύτερη εξοχική κατοικία. Ακόμα, πάντως, και η ιδιοκτησία σπιτιού προϋποθέτει και την συμμετοχή και συνδρομή σε κάποια ένωση ιδιοκτητών. Προφανώς θα είναι κάποια αναγνωρισμένη κορπορατιστική οργάνωση, όπου εάν δεν συμμετέχει κάποιος δεν έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας ακινήτου (τουλάχιστον έτσι το κατάλαβα).

Στα καθ’ ημάς ένα στοιχειώδες και αξιοπρεπές σπίτι πρέπει να είναι γύρω στο 90 με 100 τετραγωνικά, ενώ υποθέτω ότι όσοι επιχειρούν να χτίσουν (και πολλοί από αυτούς πολλές φορές δεν τα καταφέρνουν, λόγω λανθασμένης εκτίμησης στα θέματα χρηματοδότησης και υπάρχοντος διαθέσιμου κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το μοναδικό αρχιτεκτονικό φαινόμενο των «αναμονών») μονοκατοικία στοχεύουν στα 180 με 220 τετραγωνικά. Δεν το θεωρούμε μικρό σπίτι, βέβαια, αλλά όχι και έπαυλη. Στο βιβλίο ο ήρωας μένει σε κατοικία των 50 τετραγωνικών και μάλιστα ένας δευτερεύον χαρακτήρας σκέφτεται μήπως είναι και νεόπλουτος κιόλας!!! Ανήκει στους προνομιούχους, για να μην πούμε κιόλας ότι έχει ΚΑΙ εξοχική κατοικία των ολόκληρων 25 (είκοσι πέντε) τετραγωνικών. «Δεν χωράω!» θα είναι το πρώτο που θα αναφωνήσουμε, εάν είχαμε την προοπτική μιας κατοικίας τέτοιου μεγέθους. Όσο δε για το εξοχικό να μην το συζητήσουμε καλύτερα. Από την άλλη, όμως, μήπως όταν εμείς αναλωνόμαστε να σκουπίζουμε και να καθαρίζουμε το εξοχικό μας, αυτοί απολαμβάνουν τις διακοπές τους; Όσον αφορά την ερώτηση για το πώς θα φέρουμε φίλους κλπ, μάλλον αγνοούμε το σχόλιο που κάνουμε, όταν φεύγουν οι φίλοι, «ωραία περάσαμε, αλλά έγινε το σπίτι αχούρι (το ‘κάναν και αυτοί κιόλας!)». Ίσως το να βγαίνεις με φίλους έξω να μην είναι λιγότερο φιλόξενο από το να έρχονται στο σπίτι κάποιου.

Το μέγεθος δεν φαίνεται μόνο στα τετραγωνικά, αλλά και στην αντίληψη των δωματίων. Ένας άλλος χαρακτήρας, ο οποίος μένει σε σπίτι γύρω στα 250 τετραγωνικά, όχι μόνο γράφει το βιβλίο ότι μένει σε έπαυλη, αλλά χαρακτηρίζει την έπαυλη και έπαυλη 11 δωματίων. Εδώ ένα σπίτι τέτοιου μεγέθους δεν νομίζω να είχε πάνω από 6 δωμάτια (μαζί με τα μπάνια).

Πεζή: Όταν εδώ θρηνούμε ότι πέφτει η αγορά αυτοκινήτων (ακόμα και των πολυτελών), γκρινιάζουμε για την τιμή της βενζίνης (αλλά δεν κάνουμε κάτι για να μειώσουμε την κατανάλωσή της), αλλά ταυτόχρονα διαμαρτυρόμαστε για την υποβάθμιση του αστικού (και όχι μόνο περιβάλλοντος)- μια σκέτη σχιζοφρένεια δηλαδή, οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου περπατάνε. Περπατάνε για να πάνε στις δουλειές τους, περπατάνε για να επισκεφτούν φίλους, περπατάνε για να σκεφτούν. Δεν ξέρω, βέβαια, εάν οι αποστάσεις που περπατάνε είναι μικρές ή μεγάλες. Σκέφτομαι, όμως, ότι εδώ υπάρχει απέχθεια βαδίσματος και για τις ελάχιστες αποστάσεις ή όπως λέγεται «πάω ακόμα και στο περίπτερο της γωνίας με το αυτοκίνητο».

Η γλώσσα: Στα παλαιότερα χρόνια, εάν κατάλαβα καλά από την επεξηγηματική υποσημείωση αλλά και από εδώ, όπου έψαξα λόγω περιέργειας, οι Σουηδοί μιλούσαν ο ένας στον άλλον με τον τρόπο που μιλούσε η αυλή του Καίσαρα στον τελευταίο, όπως παρωδείται στα Αστεριξ: «Είναι φοβερός στρατηγός» τού λένε. «Ποιός;» ρωτά ο Καίσαρ, «Ο Καίσαρ», «Α, αυτός!». Αυτά απλοποιήθηκαν κατά την δεκαετία του 60 με αποτέλεσμα τώρα να είναι γενικευμένος ο ενικός ο αριθμός. Ακόμα και σε ένα υψηλά θεσμισμένο περιβάλλον, όπως είναι το δικαστήριο, όλοι μιλάνε στον ενικό. Δεν θα ήταν ωραίο να επανερχόταν και εδώ; Στο κάτω κάτω είναι και αυθεντική γλωσσική συμπεριφορά από τα αρχαία χρόνια. Να θυμίσω ότι ο Ιησούς, που με το γνωστό του «Απόδοτε τα του Κάισαρος…» προφανώς και δεν θα αρνείτο ΚΑΙ τις κοινωνιογλωσσικές τιμές στον Καίσαρα, μίλησε στον Πιλάτο στον ενικό (Συ είπας), ενώ όπως φαίνεται από αυτό εδώ το απόσπασμα ο Σόλων μιλά στον ενικό στον Κροίσο (με κάποια επιφύλαξη, γιατί δεν ξέρω αρχαία Ελληνικά).

Η Αγορά Εργασίας: Στους χώρους εργασίας, που αναφέρονται στο βιβλίο, υπάρχει η αναφορά σε εκ περιτροπής συνεργάτες, σε συνεργάτες μειωμένου ωραρίου, αλλά και σε απολύσεις. Μάλλον, καθώς δεν υπάρχουν πολλές αναφορές σε απολύσεις λόγω λαθών ή παραλείψεων πρόκειται στην ουσία για κατάργηση/απώλεια θέσεων εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, δεν είναι και ό,τι πιο ευχάριστο να χάσει κανείς την δουλειά του. Υποθέτω, όμως, ότι επιτρέποντας σε κάποιον να καταργήσει θέσεις εργασίας, να κλείσει την επιχείρησή του και να ανοίξει κάποια καινούργια επιτρέπει και σε άλλους να μπουν στην αγορά εργασίας ή και στους ήδη υπάρχοντες να καταλάβουν τις επαναδημιουργηθείσες θέσεις. Τι θα προτιμούσατε; Να έλεγε το αφεντικό σας: «Πρέπει να φύγεις, γιατί κλείνω το εστιατόριο, αλλά σε επαναπροσλαμβάνω γιατί θα ανοίξω ένα κατάστημα ρούχων;» ή την περίπτωση να διατηρούταν η επιχείρηση με τεχνητά μέσα, να κρατούσατε τυπικά την θέση εργασίας σας και στο τέλος να μην υπήρχε δυναμική, αλλά καταστροφή παντού, χωρίς επιχειρήσεις, και άρα χωρίς θέσεις εργασίας και οποιονδήποτε υλικο και χρηματικό πλούτο με αποτέλεσμα μια γενικότερη και ολική οικονομική κατάρρευση; Υποθέτω ότι στην ιδανική του μορφή αυτή θα είναι η λογική στην αγορά εργασίας στην «Δανία του Βορρά», που περιγράφεται στο βιβλίο.

Το βαθύ Κράτος και οι δυνάμεις επιβολής του: Το βιβλίο καταπιάνεται με το θέμα των μυστικών υπηρεσιών του Κράτους, της Αστυνομίας και των ορατών και όχι και τόσο ορατών κλάδων του και των θεσμισμένων και αυτόκληστων προστατών του. Το βιβλίο δεν απλοποιεί μεταξύ καλών/κακών αστυνόμων, πολιτών κλπ. Υπάρχουν όλοι οι χαρακτήρες των ανθρώπων σε όλους τους χώρους.

Ο Έρωτας και οι σχέσεις: Οι σχέσεις παρουσιάζονται αρκετά χαλαρά. Οι δεσμοί φτιάχνονται και διαλύονται εύκολα, δεν έχει σημασία εάν είναι ή δεν είναι κάποιος παντρεμένος. Γενικά υπάρχει μια ανοχή. Όχι πάντα, βέβαια. Χαρακτηριστικά, η πρώην σύζυγος του πρωταγωνιστή τον χώρισε, διότι δεν άντεχε τον άπιστο χαρακτήρα του. Αντιθέτως, ο σύζυγος της κάπως σταθερότερης συντρόφου του πρωταγωνιστή φαινόταν να μην έχει και τόσο μεγάλο πρόβλημα να μοιράζεται την γυναίκα του. Ανεκτική κοινωνία; Ανήθικη κοινωνία; Ή μήπως συμβαίνουν αυτά και σε εμάς αλλά κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε;

Η γυναίκα και η θέση της: Οι Σκανδιναβικές χώρες είναι γνωστές για την πρωτοπορία τους στα θέματα ισίτητας και προστασίας της γυναίκας. Έτσι, δημιουργείται στον αναγνώστη ιδιαίτερη εντύπωση, όταν το βιβλίο καταπιάνεται με το ζήτημα της γυναικίας κακοποίησης· και φυσικά μεγάλο μέρος της κακοποίησης συμβαίνει εκεί που δεν το περιμένει κανείς: σε ένα οικογενειακό και ευηπόληπτο περιβάλλον και όχι μόνο στις συνήθεις ύποπτες τοποθεσίες και με του συνήθεις υπόπτους μόνο. Άραγε, πώς να προσέλαβαν την παρουσίαση του θέματος στην ίδια την Σουηδία. Δέχτηκαν την εθνική (αυτο)κριτική του συγγραφέα ή μήπως βγήκαν οι αντίστοιχοι αυτόκλητοι υπερασπιστές του Έθνους και της Ορθοδοξ  του Λουθηρανισμού; Μήπως κατηγόρησαν ότι για όλα φταίνε οι ξένοι και πως χάλασαν την αγνή σουηδική κοινωνία; Ποιός ξέρει;

Φυσικά, όπως και να αντέδρασε η σουηδική κοινωνία και όποια και να είναι η πραγματικότητα της κοινωνίας αυτής πίσω από την εξιδνικευτική εικόνα που τυχόν προβάλλουν και τυχόν προσλαμβάνουμε, αυτό δεν αποτελεί λόγο για βλακώδεις δικαιολογίες για την δική μας κοινωνία του τύπου: «Ορίστε!  Και αυτοί τα ίδια χάλια είναι! Άρα εμείς είμαστε τέλοιοι!» Μακάρι να έχουμε και εμείς τόσο γενναίους συγγραφείς. Υποθέτω ότι έχουμε.

Κλείνοντας σε κάποια στιγμή η ηρωίδα, η Λίσμπετ Σαλάντερ, σκέφτεται ότι ενώ στην κοινωνία θεωρείται δύσκολη στις κοινωνικές της σχέσεις, έχει αρκετά καλές μέσα στο πλαίσιο των υπολογιστών, και συλλογιζόμουν ότι προσωπικά δυσκολεύομαι στην κοινωνικότητά μου και στο διαδίκτυο· και δεν έχω καν ταλέντο: ούτε φωτογραφική μνήμη, ούτε ικανότητα να καταλαβαίνω επιστημονικά κείμενα με την μία. Μόλις πρόσφατα (ξανα)έμαθα τις διαιρέσεις.

Ποιός καθορίζει την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική;

Το θέμα των τελευταίων ημερών είναι η αποκάλυψη ότι συνταξιούχοι βουλευτές προσέφυγαν στην Δικαιοσύνη το 2007 διεκδικώντας ανδρομικά. Κάποιοι από αυτούς ισχυρίστηκαν ότι η προσφυγή τους έγινε προ κρίσης, οπότε και εντελώς δικαιολογημένα ο Πάσχος Μανδραβέλης θα σχολιάσει ότι «ψηφίζαμε κοντόφθαλμους πολιτικούς», υπογραμμίζοντας και την δική μας ευθύνη ως ψηφοφόρων, ενώ ο Άρης Δημοκίδης θα γράψει ότι ίσως και να πρέπει να επικεντρωθούμε σε αυτούς, που δεν προσέφυγαν και πως αξίζουν τον έπαινό μας.

Να σημειώσουμε ότι οι προσφεύγοντες είχαν κάθε δικαίωμα στο να προσφύγουν. Αποτελεί κατάκτηση το να μπορεί να προσφύγει κάποιος στην Δικαιοσύνη και οι όποιες κραυγές που εκτείνονται από το «Ντροπή τους!» μέχρι το «Δεν έπρεπε», με την έννοια πως ΟΦΕΙΛΑΝ να μην προσφύγουν μάλλον υποκρύπτουν λαϊκισμό. Εξάλλου, το δικαίωμα της προσφυγής δεν έχει σχέση με το χρηματικό ύψος. Αύριο θα είναι και χθες ήταν ο κάποιος ή η κάποια, μη-πολιτικός, μη-επώνυμος, που προσέφυγε για να διεκδικήσει ακόμα και 100 ευρώ.

Από την άλλη, βέβαια, υπάρχει και το «ηθικό» μέρος στην άσκηση αυτού του δικαιώματός τους (στο οποίο θα πρέπει να προστεθεί και η παράμετρος ότι με έμμεσο τρόπο και ο κριτής γίνεται κρινόμενος) και στην εμμονή τους, στο να μην αποσυρθούν, όσοι δεν το κάνουν, δηλαδή από τις διεκδικήσεις τους. Δεν γνωρίζω, εάν τα δικαιώματα ασκούνται υποχρεωτικά, αλλά καθώς έχω την εντύπωση πως όχι, οι περισσότεροι περιμένουμε /θα περιμέναμε πως δεν θα τα ασκούσαν ή πως θα έκαναν/κάνουν πίσω. Να σημειώσουμε ότι η σύνδεση δικαιωμάτων και οικονομίας είναι μάλλον ισχυρή. Να σημειώσουμε π.χ ότι αυτοί, που λένε ότι είναι δικαίωμά μας να μην τιμήσουμε το μνημόνιο ή να κηρύξουμε μονομερώς πτώχευση, φαίνεται να αγνοούν το δικαίωμα των άλλων να μην μας ξαναδανείσουν, ενώ η δυναμική δικεδίκηση και ουσιαστική απόλαυση των δικαιωμάτων είναι δυνατή και μαρτυρείται, αφού έχει επιτευχθεί ένα στοιχειώδες οικονομικό επίπεδο στην κοινωνία. Με λίγα λόγια, όταν δεν έχεις φαί να φας και στρώμα να ξαπλώσεις, μάλλον δύσκολα θα σε ενδιαφέρει το δικαίωμά σου να επιλέξεις το πού θα μείνεις από το πού θα σού επιβάλουν να μείνεις. Οπότε στην σημερινή εποχή με την οικονομική κρίση, όπου είναι πιθανόν και να υπάρξει οπισθοχώρηση στα δικαιώματά μας μέλημά μας πρέπει να είναι να διαφυλάξουμε όχι τα ελάχιστα, αλλά τα ουσιαστικά.

Ένα άλλο σημαντικό θέμα, που (επανα)προκύπτει από αυτές τις προσφυγές είναι το ποιός εν τέλει καθορίζει την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική. Οι περισσότεροι από εμάς, υποθέτω, έχουμε δικαιολογήσει την μητέρα, που έφυγε, «με άδεια από την σημαία», νωρίτερα. Παιδί έχει εξάλλου. Δεν είμαστε άκαρδοι. Τον εργαζόμενο, ο οποίος «πετάχτηκε για μια δουλίτσα». Έχουμε πει επίσης «τί κοστίζει να βρεθεί ένα σταζ για το παιδί; Μια δουλίτσα θέλει», ή μπορεί να είμαστε και εμείς η μητέρα, ο υπάλληλος που «πετάχτηκε», ο νέος που ψάχνει για δουλειά. Επιπροσθέτως τα άτομα αυτά, όχι μόνο φαντασιώνονται αλλά όντως είναι καλά και ικανά στην δουλειά τους. Η υπάλληλος με τα φασολάκια είναι μάλλον επιθεωρησιακή υπερβολή παρά πραγματικότητα. Όμως, είναι ακριβώς αυτές οι ασήμαντες «ζαβολιές» και οι δικαιολογίες τους που συνετέλεσαν ΚΑΙ αυτές στο να οδηγηθούμε στην παρούσα κρίση. Οι προθέσεις σε αυτούς που ενεργήσαν έτσι και σε αυτούς, που τους δικαιολόγησαν ήταν οι καλύτερες, τα αποτελέσματα, όμως, όχι.

Από την άλλη, βέβαια, το σχόλιο μας «να βρεθεί καμιά σύμβαση για το παιδί», «γιατί δεν το μονιμοποιούν;» κλπ είναι καλοπροαίρετη, αλλά ουσιαστικά δεν έχει αποτέλεσμα. Παραμένει στο επίπεδο των ευχών. Το ίδιο και εάν σχολιάσουμε «μακάρι να πάρεις αυτή την αύξηση», «είναι άδικο που σού ‘κόψαν το τάδε επίδομα» κλπ. Όμως, εάν οι παραπάνω υποθέσεις κριθούν από το δικαστήριο και το τελευταίο αποφασίσει θετικά για τον προσφεύγοντα υπάρχει θετικό αποτέλεσμα για τον τελευταίο και συνέπειες για την κοινωνία.

Είναι «εύκολο» για ένα δικαστήριο να επιδικάσει ένα επίδομα, να μονιμοποιήσει μία σύμβαση κλπ. Μετά μπορεί να προχωρήσει στις επόμενές του υποθέσεις. Όμως, από αυτήν την στιγμή και έπειτα ανατρέπεται στην ουσία όλος ο προϋπολογισμός. Το Κράτος πρέπει από εδώ και στο εξής να συνυπολογίσει αυτήν την δαπάνη, που δεν έχει προϋπολογισθεί κλπ. Δεν ξέρω κατά πόσο δίκαιο είναι αυτό, ιδίως εάν υπάρχει και η πιθανότητα τα νομικά επιχειρήματα που παρουσιάσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου να είναι μάλλον τεχνικής παρά ουσιαστικής φύσης. «Ανατροπή» του προϋπολογισμού θα μπορούσε να γίνει και στην περίπτωση αποζημιώσεων από το Κράτος προς τον πολίτη σε περίπτωση αδικιών και παραβιάσεων των δικαιωμάτων του. Εκεί, όμως, το δκαιολογώ. Η κοινωνία μέσω του Κράτους έκανε μια αδικία και πρέπει να αποκαταστήσει τον αδικηθέντα. Σχηματικά, αυτό, που δυσκολεύομαι να δικαιολογήσω είναι την περίπτωση του συμβασιούχου προσφεύγοντος ο οποίος ισχυρίζεται με τεχνικό τρόπο ότι καλύπτει πάγια και διαρκή ανάγκη της υπηρεσίας του και ταυτόχρονα με μια κουλτούρα διαστρεβλωμένου εξισωτισμού, ενώ είναι υγιέστατος, διεκδικεί το επίδομα ενός συναδέλφου του, ο οποίος πάσχει από σάκχαρο και όλο αυτο το επιχείρημα υιοθετείται από το δικαστήριο και στην συνέχεια, πάλι μέσω «εξισωτισμού» επεκτείνεται erga omnes.

Οι παραπάνω αποφάσεις, λοιπόν, στην ουσία ανατρέπουν την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική. Όμως, αυτό, έχω την αίσθηση, ότι δημιουργεί ένα σημαντικό πρόβλημα. Αυτό είναι ο καθορισμός της οικονομικής πολιτικής, όχι από τον φυσικό της φορέα, που είναι το νομοθετικό σώμα αυτό, που την ορίζει και η Κυβέρνηση αυτή, που την εκτελεί (τουλάχιστον τυπικά στα πλαίσια του προϋπολογισμού) αλλά από την δικαστική εξουσία, η οποία αφ’ ενός, ενώ έχει δημοκρατική νομιμοποιήση, αυτή είναι πιο απομακρυσμένη από την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία, αφ΄ετέρου η λειτουργία της είναι διαφορετική από το να καθορίζει και αναπροσαρμόζει την οικονομική πολιτική.

Το φετίχ της πολιτικής ως συμβολισμού και η παράλυση που δημιουργείται

Σημείωση Το θέμα δεν είναι και τόσο επίκαιρο, αφού στο μεταξύ προέκυψε και το ζήτημα της κριτικής της νεοδημοκρατικής απογραφής από την νέα ηγεσία της ΝΔ, αλλά αφ’ ενός το είχα στα πρόχειρά μου μισοτελειωμένο, αφ’ ετέρου νομίζω ότι ασχολείται με ευρύτερους προβληματισμούς.

Ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης σε αντιπαράθεσή του με τον Πρωθυπουργό, στο πρόσφατο παρελθόν, δήλωσε πως στο πρόσωπο του τελευταίου βλέπει ήδη τον προηγούμενο Πρωθυπουργό. Στο κουβάρι, που ξετυλίχθηκε, εγώ βλέπω μία από τις αιτίες της ευρύτερης αποτυχίας μας.

Ο κύριος Σαμαράς ήθελε προφανώς να ρίξει μια «έξυπνη ατάκα», αλλά κάπως δεν τού βγήκε. Το πιθανότερο είναι να ήθελε να πει κάτι του στυλ (ότι έρχονται εκλογές και) πως ο σημερινός Πρωθυπουργός είναι Πρωθυπουργός εν αποχωρήσει ή κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν είχε σκεφτεί και σημειώσει την φράση αυτολεξεί, την εκμεταλλεύθηκε το ΠΑΣΟΚ για να καταδείξει ότι η σημερινή ηγεσία της ΝΔ αδειάζει την πρόσφατη διακυβέρνηση από την ΝΔ, για να ακολουθήσουν διευκρινίσεις από την τελευταία κλπ.

Το όλο ζήτημα, άξιο μόνο για τις παραπολιτικές στήλες ή για κανένα ανέκδοτο, το πήραν τα ΜΜΕ (ακόμα και τα λεγόμενα «ποιοτικά») και το ανέλυσαν από όλες τις πλευρές. Ίσως μετά από κάποιο σημείο να μην πρέπει να απορούμε ΚΑΙ για την κρίση στα ελληνικά ΜΜΕ. Τα τελευταία, αντί να αναμεταδίδουν και να αναλύουν ειδήσεις και σχόλια ουσίας, αναλώνονται στην ανάλυση των παραπολιτικών ανεκδότων και ανοησιών, υποταγμένα προφανώς στο βλακώδες δόγμα ότι «η πολιτική είναι η διαχείριση συμβόλων». Όταν δε γράφουν κάτι το ουσιώδες, αυτό πολλές φορές είναι κάτι, το οποίο ψαρέψαν από το Internet (από μια ιστοσελίδα μιας ξένης εφημερίδας, περιοδικού ή από κάποιο blog κλπ ) και το οποίο -φυσικά- οι περισσότεροι από τους παρεπιδημούντες σε αυτό το έχουν ήδη δει, διαβάσει και σχολιάσει μέρες πριν τυπωθεί στην εφημερίδα ή γίνει αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση. Τα παραπάνω, φυσικά, έχουν ως αποτέλεσμα την κάμψη των πωλήσεων, την προσπάθεια ενίσχυσης με δέλεαρ διάφορα δώρα, την περαιτέρω απαξίωση, τις απολύσεις (δίκαιες και άδικες εξαιτίας και με αφορμή την κρίση), την προσπάθεια του εναπομείναντος προσωπικού να γεμίσει την ύλη με ό,τι να ‘ναι την περαιτέρω απαξίωση και όλα αυτά να κάνουν έναν φαύλο κύκλο.

Εάν κριτικάραμε έτσι τα Μέσα, πόσο περισσότερο άραγε θα έπρεπε να κριτικάρουμε τους πολιτικούς, τυφλοί οπαδοί και αυτό στο ηλίθιο δόγμα ότι «η πολιτική είναι διαχείριση συμβόλων»; Λάθος αγαπητοί μου, πολιτική μπορεί να είναι η προσπάθεια εύρεσης των βέλτιστων λύσεων, ή των λιγότερο κακών λύσεων, που θα βλάψουν όσο το δυνατόν λιγότερους, αλλά δεν είναι η διαχείριση συμβόλων. Μπορεί η εδώ ερμηνεία να μην γίνεται δεκτή από άλλους, αλλά να υπάρχουν και άλλες (π.χ πολιτική είναι η διαδικασία μετάβασης στην σοσιαλιστική κοινωνία κλπ), όμως πολιτική δεν είναι η «διαχείριση συμβόλων».

Είναι, λοιπόν, απών ο συμβολισμός από την πολιτική; Όχι δεν είναι, εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, αλλά έχει παρατονισθεί η σημασία του. Υποθέτω, επίσης, ότι το «η πολιτική είναι διαχείριση συμβόλων» θα αλληλοενισχύεται από το μαρσαλμακλουανικό «Τό μέσο είναι το μήνυμα», όπου στην συγκεκριμένη περίπτωση «μέσο» είναι ο πολιτικός ως έμψυχο όν. Δυστυχώς, οι περισσότεροι από εμάς αντί να διαβάσουμε, αντί να μελετήσουμε κλπ παίρνουμε ένα τσιτάτο και βαφτιζόμαστε κάθε λογής -λόγοι (στην συγκεκριμένη περίπτωση σημειολόγοι-επικοινωνιολόγοι).

Αυτό που θα περιμέναμε από τους πολιτικούς δεν είναι η ατάκα, αλλά οι προτάσεις. Προτάσεις, φυσικά, ουσίας. Την Ελλάδα της ελπίδας, της δικαιοσύνης, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας κλπ, υποθέτω ότι όλοι την θέλουμε. Το θέμα είναι με ποιόν τρόπο και με ποιό κόστος. Εάν οι πολιτικοί μας δεν έχουν την γενναιότητα να ομολογήσουν το τελευταίο και κυρίως αυτό, τότε μάλλον υπάρχει πρόβλημα.

Από την άλλη αυτό, που περιμένουμε από τους δημοσιογράφους είναι οι ουσιαστικές ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις, που θα τούς ρωτάνε, ποιές λύσεις προτείνουν, ποιό το κόστος, ποια η εναλλακτική. Όχι! Ο σχολιασμός της ατάκας και η ερώτηση για το εάν η όποια ατάκα θα φέρει προβλήματα στην κυβέρνηση στο κόμμα κλπ, δεν θεωρούνται ερωτήσεις δύσκολες και που «κολλούν παραγματικά στον τοίχο» τους πολιτικούς.

Μέχρι τότε η κρίση θα παραμένει και δεν θα λύνεται, ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίζεται η απαξίωση της πολιτικής, των πολιτικών και των μέσων.


Τα βιβλία

Ο xtsanos ανέβασε χθες το παρακάτω tweet

Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση περί βιβλιοπωλείου Ατλαντίς κ’ έντυπου βιβλίου γενικότερα στο blog της @agiatihttp://bit.ly/hL8WuJ (το ανεβάζω με αυτόν τον τρόπο, διότι δεν μπορώ να κάνω άμεσο link)

το οποίο και παρέπεμπε σε αυτή την ανάρτηση της donteverreadme. Ο πρώτος σχολιαστής της συγκεκριμένης ανάρτησης, όχι μόνο διαφώνησε, αλλά ήταν και αρκετά επιθετικός με αποτέλεσμα τα περισσότερα από τα σχόλια που ακολούθησαν να είχαν ως κεντρικό άξονα την απάντηση στον συγκεκριμένο σχολιαστή, τόσο για τις θέσεις του, όσο και για την επιθετικότητά του. Κυρίως για αυτήν την τελευταία.

Η συγκεκριμένη ανάρτηση σχολιάστηκε και από εμένα και ο xtsanos αφιέρωσε για το σχόλιο αυτό σημαντικό μέρος από αυτήν του την δημοσίευση. Τον ευχαριστώ. Ο xtsanos σχεδόν με ενέταξε στους tecchies, εάν και η αλήθεια είναι ότι διαβάζω βιβλία (και λοιπό έντυπο λόγο) πρωτίστως στην παραδοσιακή τους μορφή, ενώ δευτερευόντως στην οθόνη κάποιου υπολογιστή. Δεν έχω, λοιπόν, κάποιον ηλεκτρονικό αναγνώστη, ο οποίος σε σχέση με την «ακαμψία» του υπολογιστή μπορεί να δημιουργήσει ένα πιο gezellig, εάν χρησιμοποιώ την λέξη σωστά, περιβάλλον ανάγνωσης. Σε ό,τι αφορά το smartphone, η εμπειρία είναι μάλλον άβολη.

Τα συναισθήματα, λοιπόν, του xtsanos δεν μού είναι άγνωστα, καθώς τα έχω νοιώσει και εγώ: το αίσθημα της αφής· το τσάκισμα τότε που αποκοιμήθηκα και «πλάκωσα» το βιβλίο· τα ψίχουλα, που χώθηκαν ανάμεσα στις σελίδες· τα σημάδια του καφέ, που έριξε απρόσεκτα κάποιος φίλος στον οποίον δάνεισα κάποιο βιβλίο· η μυρωδιά του. Α, η μυρωδιά είναι πολύ σημαντική. Μπορεί να σε προσκαλέσει ακόμα περισσότερο στο να «αγκαλιάσεις» ένα βιβλίο, ή -στην περίπτωση, που η μυρωδιά είναι απωθητική- να το παρατήσεις. Ακόμα και το συναίσθημα limbo, που μπορεί να υπάρχει, όταν η μεν μυρωδιά δεν είναι ελκυστική, αλλά το περιεχόμενο του βιβλίου είναι. Και όχι μόνο αυτά: πολλές φορές πάνω στις σελίδες υπάρχουν από τυπωμένες βλεφαρίδες -κάποιος τυπογράφος θα έτριψε το μάτι του-, μέχρι τυπωμένα μυγάκια. Με λίγα λόγια, ναι το βιβλίο ως φυσικό μέσο με την παραδοσιακή του μορφή έχει περισσότερες ιστορίες να μάς αφηγηθεί από αυτήν που περικλείεται σε αυτό.

Το πιθανότερο είναι σε κάποια στιγμή στο μέλλον το ηλεκτρονικό βιβλίο να αντικαταστήσει τελείως το παραδοσιακό, εάν και νομίζω ότι είναι εξίσου πιθανό αυτό να μην συμβεί στην διάρκεια του βίου μας. Συνεπώς την οδύνη του «θανάτου του φυσικού βιβλίου» μάλλον δεν πρόκειται να την νιώσουμε (συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου), εάν και σε πρακτικό και εντελώς πεζό επίπεδο η κατίσχυση του ηλεκτρονικού βιβλίου θα εξοικονομούσε απεριόριστο χώρο. Αρχικά, ήθελα να προτάξω και το «σε προσωπικο», αλλά δεν το έβαλα, καθώς νομίζω πως όλοι όσοι αγαπάμε το βιβλίο έχουμε πρόβλημα χώρου. Οι βιβλιοθήκες μας είναι πάντα μικρές. Σε κάθε περίπτωση, όπως- υποθέτω- η εφεύρεση της τυπογραφίας δεν εξαφάνισε εν μία νυκτί τους αντιγραφείς, αλλά συνέχισαν προφανώς για αρκετό καιρό να συνυπάρχουν με την νέα τεχνολογία, έτσι και η έλευση του ηλεκτρονικού βιβλίου θα συνυπάρχει με το φυσικό για σεβαστό χρονικό διάστημα.

Ίσως η σημαντική συζήτηση να μην βρίσκεται στην αντιπαράθεση μεταξύ ρομαντικών-νεολουδιτών-οπισθοδρομικών (επιλέγετε) με τους ψυχρούς-μοδάτους-προχώ-τεχνοψώνια-(καταστροφο)προοδευτικούς (επιλέγετε), αλλά στο τί αλλαγές κοινωνικές, πολιτισμικές, γνωσιακές, βιολογικές κλπ φέρνει η νέα τεχνολογία ως μέσο διάδοσης. Στο κάτω κάτω, η τεχνολογία αποτελεί από τα μέσα ελέγχου του περιβάλλοντος, αλλά και επέκτασης των δυνατοτήτων του εαυτού. Οι απαρχές της τεχνολογίας, λοιπόν, βρίσκονται ΚΑΙ στην ιδέα κάποιου πρόγονού μας να σημαδέψει ανεξίτηλα τους τοίχους κάποιου σπηλαίου, σημάδι για να θυμηθεί κάτι. Η τεχνολογία του γραπτού λόγου αδυνάτισε την μνήμη, κάτι για το οποίο ανησυχούσε ο Πλάτων και ήταν και ένας από τους λόγους, που εξέφραζε αντιρρήσεις στην τεχνολογία της γραφής κλπ, εάν θυμάμαι καλά. Πράγματι, λέγεται ότι ο αρχαίος εγκέφαλος είχε μεγαλύτερη ικανότητα απομνημόνευσης, ενώ υπάρχει και το ανέκδοτο για τον προσκαλεσμένο σε συμπόσιο, ο οποίος όταν έγινε σεισμός και τα πάντα κατέρρευσαν μπόρεσε με την μνήμη του να ανασυνθέσει τον όλο χώρο και τους καλεσμένους, ώστε να διασωθούν οι επιζήσαντες και να κηδευθούν αξιοπρεπώς τα θύματα. Αντιστοίχως, σήμερα η συζήτηση είναι στις μεταβολές που φέρνει στην μνήμη, στην συγκέντρωση κλπ το λινκάρισμα, η πλοήγηση από σελίδα σε σελίδα κλπ. Ξέφυγα από το βιβλίο; Ναι! Όμως, από την άλλη, η συζήτηση αφορά και το πώς θα μεταβληθεί και το βιβλίο ως περιεχόμενο από την στιγμή, που μεταβάλλεται και το μέσο διάδοσής του. Το τάδε «φορμά» βιβλίου, όπως και οι «δείνα» εγκεφαλικές δομές, που επιρρεάζονται από το πρώτο, δεν είναι καλύτερες οι χειρότερες. Είναι απλώς διαφορετικές. Είμαι, βέβαιος, ότι υπάρχουν άνθρωποι, που μπορούν με πειστικότατα επιχειρήματα να υποστηρίξουν, όχι μόνο την αντίθεσή τους στο ηλεκτρονικό βιβλίο, αλλά στο γιατί το χειρόγραφο και με αντιγραφείς βιβλίο είναι καλύτερο από το τυπωμένο.

Ξεφεύγοντας από το βιβλίο τώρα, αλλά μιας και ο xtsanos το έθεσε σαν παράλληλο παράδειγμα. Ο ισχυρισμός των εραστών του βινυλίου ότι ακούν καλύτερα και πως πιάνουν όλες τις συχνότητες ισχύει ή είναι κάτι το ψυχολογικό σε αντιστοιχία με το συναίσθημα που θέλουν να μάς πουλήσουν οι έμποροι τηλεοράσεων με συσκευές ικανές να αποδίδουν μερικές χιλιάδες χρώματα; Δεν το λέω ειρωνικά. Η απορία είναι ειλικρινής. Σε ό,τι αφορά εμένα έχω παραμείνει μάλλον στο «ντεμοντέ» CD και καθώς υπάρχει υπερπροσφορά και ποικίλες περισπάσεις στο ραδιόφωνο κλπ, χωρίς να προβαίνω σε όποιες αγορές. Συνεπώς δεν ανήκω ούτε στην ελίτ του βινυλίου, ούτε στην πρωτοπορία της εντελώς άϋλης αναπαραγωγής.

Ελένη Γιαννακάκη, Τα Χερουβείμ της Μοκέτας

Πριν από μερικά χρόνια είχα διαβάσει στην εφημερίδα, ότι κάποια έρευνα (δυστυχώς δεν θυμάμαι περισσότερα) είχε καταδείξει, ότι με την πάροδο των χρώνων τα μυθιστορήματα από πολύτομοι πυκνογραμμένοι, με μικρές γραμματοσειρές, «ποταμοί» μεγάλου σχήματος εξελίσσονται σε μικρότερου όγκου, σχήματος και μεγαλύτερης γραμματοσειράς. Αυτό δεν σημαίνει, όπως μπορεί να υποθέσουν ορισμένοι, ότι υπάρχει κάποιου είδους παρακμή, αλλά -το πιθανότερο- ότι ο έντυπος λόγος έχει πολλούς ανταγωνιστές είτε εντός του, είτε εκτός του. Όταν κάποτε η εναλλακτική στο μυθιστόρημα ήταν μια περιορισμένη λίστα άλλων ή η Βίβλος ήταν σχετικά εύκολη η συγκέντρωση σε ένα ογκώδες έργο. Σήμερα με την πληθώρα των αναγνωσμάτων (εντύπων ή και ηλεκτρονικών), την τηλεόραση, αλλά και όλες τις επιλογές/περισπάσεις, που μάς προσφέρει η ζωή κάτι τέτοιο είναι δύσκολο.

Σήμερα, λοιπόν, είναι αρκετά δύσκολο να διαβάσεις, αλλά και να γράψεις έργα όπως το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο το Πόλεμος και Ειρήνη το Οδυσσέας. Το τελευταίο ογκοδέστατο έργο, εάν και σε έναν τόμο σε σχέση με τα άλλα, δεν περιγράφει (κυρίως) τίποτα άλλο, παρά μια μέρα από την ζωή του ήρωά του.

Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω υπ’ όψιν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι και το βιβλίο της Γιαννακάκη είναι κάτι αντίστοιχο του Οδυσσέα του Τζόϋς. Είναι πιο μικρό μεν σε όγκο, αλλά όπως και το τελευταίο δεν περιγράφει παρά μια ημέρα από την ζωή της ηρωίδας. Για την ακρίβεια περιγράφει πρωτίστως μια ημέρα μέσα στον νου της ηρωίδας: το τί συμβαίνει εκεί μέσα· οι όποιες αναφορές στον έξω κόσμο είτε του παρελθόντος, είτε  του παρόντος ή του μέλλοντος αντικατοπτρίζονται αντιστοίχως και αυτές στην νοητική της επεξεργασία. Οι σκέψεις πολλές φορές μοιάζουν να είναι ασυνάρτητες και χειμαρρώδεις, να πηδούν από το ένα θέμα στο άλλο, σε σημείο, που κάποιες φορές, κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, έπιανα τον εαυτό μου να μπερδεύεται. Υποθέτω, πως πέρα από δική μου απροσεξία, θα είναι και συγγραφική τεχνική. Να δείξει την πολυπλοκότητα, που έχει ένας νους, ενώ κάνει τον εσωτερικό του μονόλογο.

Η ηρωίδα δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια συνηθισμένη γυναίκα, ούτε και το όνομά της δεν την διακρίνει, καθώς φέρει το όνομα Μαρία, το οποίο πρέπει να είναι και το πιο συνηθισμένο. Η Μαρία είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, η οποία θυσίασε όνειρα σταδιοδρομίας κλπ για να αφοσιωθεί στον άντρα της, στα παιδιά της (κάποια από τον άλλο του γάμο) και στο νοικοκυριό της. Δεν ήταν εύκολη επιλογή και αυτό γιατί η Μαρία είχε και αυτή σπουδές και είχε ξεκινήσει την καρριέρα της. Όμως, εάν σε λένε απλώς Μαρία και τον άντρα σου τον λένε Φαίδωνα, φαίνεται πως έχεις την αίσθηση ότι πρέπει να κάνεις πίσω.

Η ηρωίδα πρέπει να αφοσιώθηκε στο σπίτι της συνειδητά και αυτό φαίνεται από ολόκληρη την βιογραφία της, όπως μάς ξεδιπλώνεται σίγά σιγά μέσα από τον εσωτερικό της μονόλογο εκείνη την συγκεκριμένη ημέρα. Η Μαρία δεν ήταν απλώς το αντικείμενο του πόθου του άντρα της, που απλώς ενέδωσε, αλλά ήταν και αυτή ενεργητική. Επιπλέον είχε και άλλες σχέσεις και διαβάζοντας το βιβλίο ανακαλύπτουμε ότι είχε και σχέσεις ενώ βρισκόταν μέσα στον γάμο της. Με λίγα λόγια η στεροτυπική εικόνα σελίδα με την σελίδα ανατρέπεται πλήρως και η υποχωρητική νοικοκυρά αποκαλύπτεται μια σκληρή υπολογίστρια· χαρακτηριστικά μαθαίνει όλα τα μυστικά των φιλενάδων της, αλλά δικό της δεν λέει κανένα.

Κάθε νοικοκυρά «αποκλειστικής απασχόλησης» είναι μανιακή με την καθαριότητα. Εκεί που η εργαζόμενη γυναίκα κάποια θα τα παραβλέψει εκ των πραγμάτων, καθώς πρέπει να αφιερώσει χρόνο και στην δουλειά της, το μάτι της «νοικοκυράς κατ’ αποκλειστικότητα» θα καρφωθεί και θα πιάσει το ξεσκονόπανο και την σφουγγαρίστρα. Η Μαρία, όμως, δεν είναι απλώς μανιακή. Προσπαθεί να εξαφανίσει κάθε σκόνη, κάθε βρώμα, κάθε ζωύφιο ορατό και αόρατο. Η Μαρία δεν είναι απλώς μια επιμελέστατη συμπεριφορά στην διαχείριση του σπιτιού της. Η Μαρία έχει εμμονές. Η Μαρία είναι στην πραγματικότητα το αντίστοιχο της Λαίδης Μάκμπεθ* που όλο και προσπαθεί να καθαρίσει τον λεκέ από τα χέρια της, αλλά αυτός ποτέ δεν φεύγει. Η ηρωίδα του Σαίξπηρ έκανε στην υπνοβασία της και έκανε πως έπλενε τα χέρια της· η ηρωίδα της Γιαννακάκη ξύπνια και εν πλήρει συνειδήσει προσπαθεί να εξαφανίσει κάθε ίχνος βρωμιας από το σπίτι της.

Η συγγραφέας δεν ασχολείται τυχαία με την συγκεκριμένη ημέρα από την ζωή της ηρωίδας της. Την ημέρα εκείνη «κλείνει» ένας χρόνος από τον θάνατο του τελευταίου εραστή της, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και καθηγητής ιδιαιτέρων της κόρης της. Ο αναγνώστης πληροφορείται ότι ο εραστής της μάνας και καθηγητής της κόρης ήταν και εραστής της τελευταίας. Αυτό το πληροφορήθηκε η μητέρα από κάποια φίλη της. Είναι ασαφές, πάντως, εάν υπερίσχυσε το μητρικό φίλτρο ή εάν ο ανταγωνισμός για τον ίδιο άντρα. Ασαφέστερο κιόλας είναι, εάν η ηρωίδα σκότωσε τον εραστή της, ή βλέποντας τον σε μια ημιλυπόθυμη από την μέθη κατάσταση δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει τον θάνατό του. Νοικοκυρά ούσα, πάντως, δεν μπόρεσε παρά φεύγοντας να ασχοληθεί με μια μικρολεπτομέρεια νοικοκυροσύνης, η οποία με τον χρόνο θα την οδηγούσε στο να αναπτύξει μια εμμονική προσωπικότητα, η οποία κάλυπτε το άγχος της πως υπάρχει η πιθανότητα να την ανακαλύψουν.

Επίσης δείτε: εδώ, εδώ (με link), εδώ, εδώ (ενδεικτικά)

*Ψάχνοντας, ενώ είχα συντάξει την δημοσίευσή μου,  περαιτέρω δεσμούς να παραθέσω με κριτικές πάνω στο βιβλίο, είδα ότι και ο κ. Κούρτοβικ τιτλοφόρησε ένα άρθρο του με σχετικό τίτλο. Δυστυχώς το link βγάζει σε μη-λειτουργική σελίδα