(Παράλληλες) Σχέσεις

Πρόσφατα διάβασα αυτό το άρθρο , το οποίο αναφέρεται στο θέμα της απιστίας. Είναι προφανές ότι δεν αποτελεί και ούτε αποτελούσε ποτέ αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ότι οι γυναίκες είναι μάλλον περισσότερες από τους άνδρες, δεν ήταν μόνο οι σε-μη-σχέση-ευρισκόμενες γυναίκες, οι οποίες συνήπταν σχέσεις με παντρεμένους ή δεσμευμένους. Οι συνδυασμοί ήταν και είναι περίπλοκοι: παντρεμένοι με παντρεμένες, ελέυθεροι με παντρεμένες, ελεύθερες με παντρεμένους, που όμως έχουν και άλλη παράλληλη σχέση κλπ. Με λίγα λόγια ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.

Η ανία είναι ένας  λόγος -και ενδεχομένως ο βασικός-, που θα κάνει κάποιον να δει έξω από την σχέση του και -εάν έχει την τόλμη- να προχωρήσει σε σύναψη παράλληλης σχέσης: τα περιποημένα μαλλιά, θα γίνουν ένα χαώδες δάσος πιασμένο με λαστιχάκι, τα καλογυαλισμένα παπούτσια θα μένουν στο εφεξής βρώμικα, ψηλοτάκουνες γόβες φορά μόνο στους γάμους (και όλοι οι φίλοι και γνωστοί έχουν πλέον παντρευτεί), αυτή ρεύεται-αυτός πέρδεται (χωρίς αιδώ και οι δύο), τότε μιλούσαν για θέατρο, κινηματογράφο, βιβλία, τώρα για το ποιός θα πάει στο σουπερμάρκετ και μετά ο ένας αποσύρεται στην τηλεόραση, ο άλλος στον υπολογιστή του: «μην μ’ενοχλείς σε παρακαλώ, βλέπω!», «φύγε! Θα χάσω την πίστα!»

Το άρθρο με λύπησε, όπως και με εκνεύρισε. Ας αρχίσω με το τελευταίο. Το άρθρο προτείνει σάιτ γνωριμιών για παντρεμένους. Με λίγα λόγια παρουσιάζεται ως άρθρο «σχέσεων», ενώ εν κατακλείδι είναι διαφημιστικό. Δεν έχει σημασία, που η σελίδα αυτή αναφέρεται μόνο μια φορά.

Με λύπησε δε, για τον εξής απλούστατο λόγο. Δεν είναι ότι αφαίρεσε βίαια τα ροζ γυαλιά της αισιοδοξίας, οι περισσότεροι γνωρίζουμε ότι η καθημερινή τριβή φέρνει συνήθεια και φθορά: Το βιβλίο, που με ανυπομονησία το ξεκινάμε, σε κάποια στιγμή μας κουράζει και αγωνιζόμαστε να προχωρήσει, η δουλειά γίνεται ρουτίνα, ακόμα και αν είμαστε τυχεροί να κάνουμε κάτι που να μάς αρέσει κλπ. Γιατί η καθημερινότητα της σχέσης να είναι κάτι το διαφορετικό; Κάποτε, όμως, τέτοιου είδους άρθρα προσπαθούσαν να προσφέρουν λύσεις εντός της υπάρχουσας σχέσης και μόνο στις περιπτώσεις όπου υπήρχε, όχι απλώς βαρεμάρα, αλλά δυστυχία και κακοποίηση προέτρεπε στο να εγκαταλειφθεί η «επίσημη» σχέση για κάποιαν άλλη. Μπορεί να ήταν από αυστηρές ηθικές συμβουλές του τύπου «Αφού επέλεξες, πρέπει να μείνεις σε αυτήν την επιλογή» μέχρι πονηρές (είτε σε κυριολεξίες, είτε σε υποννοούμενα) του τύπου «Το σεξ δεν είναι μόνο το ιεραποστολικό, δεν γίνεται μόνο στην κρεββατοκάμαρα, δεν είναι μόνο το κολπικό». Μπορεί να ήταν και απλές συμβουλές του τύπου: «Χτενίσου», «περιποιήσου τον εαυτό σου», «βάλε σέξυ εσώρουχα», «μην ξύνεις την μύτη σου», «να τής ανοίγεις την πόρτα να περάσει πρώτη», «τρώγε, όταν τρώει και σταμάτα όταν σταματά» κλπ. Οι τελευταίες, εάν και απλές ίσως να ήταν και είναι οι καλύτερες. Εξάλλου από την παραμέληση αυτών ξεκινά και η ανία και η φθορά Είναι, κατά την γνώμη μου δε, καλύτερες συμβουλές από το να εγκαταλειφθεί μια σοβαρή σχέση, όπως προτείνει στην ουσία το άρθρο.

Κορπορατισμού σημειολογία

Διαβάζω  ότι ο Πρωθυπουργός στην επικείμενη ΔΕΘ, απλώς θα τελέσει τα εγκαίνια και ακολούθως θα αποχωρήσει και δεν θα εκφωνήσει τον καθιερωμένο λόγο.

Υποθέτω, ότι αυτή η απόφαση είναι αποτέλεσμα της κρίσης, θα συνεισφέρει σε εξοικονόμηση κονδυλίων, θα αναχαιτίσει υπερβολές, όπως είναι η συσσώρευση κουστωδιών και κολάκων. Μακάρι, δηλαδή, διότι πολλές φορές το «παλαιό» έχει μια απίστευτη δύναμη αντίστασης.

Εύχομαι, έτσι να γίνεται σε όλες τις ΔΕΘ από εδώ και πέρα, ακόμα και σε αυτές που θα γίνουν σε καλύτερες οικονομικά εποχές. Η ευχή μου δεν έχει να κάνει τόσο με τις εξοικονομήσεις όσο στο ότι η ΔΕΘ αποτελεί στην ουσία έναν «εξω-θεσμικό» (sic) θεσμό, στον οποίο ανακοινώνεται η οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης, αντί για τον θεσμό στον οποίο θα έπρεπε να ανακοινώνεται: την Βουλή, τον εκλεγμένο από τον λαό θεσμό. Ενδεχομένως, να αποτυπώνει σημειολογικά την πραγματικότητα: το κορπορατιστικό προβάδισμα, έναντι του δημοκρατικού.

Κάποιος θα αντιτείνει, ότι η ΔΕΘ συγκεντρώνει τις οικονομικές και παραγωγικές κεφαλές της χώρας. Ορθόν, αλλά από την άλλη θα μπορούσε η ΔΕΘ να είναι ακροατής και σχολιαστής της οικονομικής πολιτικής και όχι ο θεσμός στην οποία ανακοινώνεται.

Άραγε στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ετήσια οικονομική πολιτική ανακοινώνεται σε εκθέσεις, ετήσια συνέδρια βιομηχάνων κλπ ή μήπως σε συγκεκριμένες παραγράφους του λόγου από τον θρόνο, που εκφωνείται στο Κοινοβούλιο;

Μετεκλογικές σκέψεις

Στο περιβάλλον μου, ενδεχομένως και στο δικό σας, αρκετοί αγχώνονται με την επιλογή του κυρίου Τσίπρα να μην συμμετάσχει στην υπό σχηματισμό Κυβέρνηση, αλλά να επιλέξει τον ρόλο του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Φοβούνται, προφανώς λόγω πρότερης εμπειρίας, ότι ο κ. Τσίπρας δεν θα αρκεσθεί σε έναν δυναμικό αντιπολιτευτικό ρόλο εντός της Βουλής, αλλά θα τον μεταφέρει και στο πεζοδρόμιο, εμποδίζοντας και παραλύοντας τα πάντα.
Νομίζω, όμως, ότι αυτό το άγχος θα υπήρκε ακόμα και εάν ο κ. Τσίπρας ποτέ δεν υπέθαλπε την δυναμική αντιπολίτευση, ή ενδεχομένως να υπάρχει ακόμα και τώρα, που φαίνεται ότι την αποκυρήσσει μετακινούμενος σε “αστικότερες” θέσεις αντιπαράθεσης.
Τα παραπάνω συμβαίνουν, κατά την γνώμη μου, επειδή έχουμε μυθοποιήσει την “εθνική ενότητα” και την “συναίνεση”, αντί να επικεντρωθούμε σε αυτό που πραγματικά μετράει: στον σεβασμό στους θεσμούς και στις διαδικασίες τους, όπου μέσα στις τελευταίες συμπεριλαμβάνεται και ο μηχανισμός βελτίωσής τους/αλλαγής τους. Με λίγα λόγια σεβασμός στους θεσμούς δεν σημαίνει δουλική υποταγή σε αυτούς.
Καλώς, λοιπόν, ο κ. Τσίπρας επιλέγει την θέση της Αντιπολίτευσης. Ακόμα και εάν υπάρχει συναίνεση στους γενικούς στόχους (πρόοδος και ευημερία του ελληνικού λαού) οι επιλογές για να επιτευχθούν αυτοί είναι άπειρες και φυσικά υπάρχει πάντα το ρίσκο οι επιλογές να μην αποδειχθούν ικανές να ικανοποιήσουν τους στόχους αυτούς. Ενδεχομένως, δε να είναι και τυχερός. Φυσικά, όχι για τον λόγο ότι γλύτωσε από το  να αναλάβει την “καυτή πατάτα” της διακυβέρνησης της χώρας εν μέσω οικονομικής κρίσης. Ο χρόνος που θα περάσει ο κ. Τσίπρας στην θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης μπορεί να αξιοποιηθεί δημιουργικά: να λειάνει τις θέσεις του, να απομονώσει τις ακραίες φωνές (κάτι που είχε κάνει και ο Ανδρέας Παπανδρέου παλαιότερα), να “τριφτεί” στα διεθνή fora και μέσα σε αυτά να αναπτύξει συμμαχίες και ιδέες από χώρες με αριστερή πολιτική, που γενικά θεωρείται πετυχημένη. Διότι “καλός” ο Τσάβες και η όποια Αριστερή πολιτική κουλτούρα της Λατινικής Αμερικής, αλλά ζηλευτές κοινωνίες είναι οι Σκανδιναβικές (όσο και εάν ειρωνευόμαστε τον κ. Γ. Παπανδρέου και τις αναφορές του ότι θα ήθελε να μετατραπεί η Ελλάδα σε Δανία του Νότου).
Φυσικά, τίποτα δεν εγγυάται στον κ. Τσίπρα ότι θα είναι ο (μεθ)επόμενος Πρωθυπουργός και ο ΣΥΡΙΖΑ το νέο σημείο αναφοράς της (Κεντρο)Αριστεράς. Η αύξηση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται στην αντίδραση, όπως αντίστοιχα η μη-απόλυτη κατάρρευση της ΝΔ οφείλεται στην ενδεχόμενη απειλή εξόδου από το Ευρώ. Με λίγα λόγια αμφοτέρων τα ποσοστά βασίζονται σε αρνητικές και όχι θετικές προσλαμβάνουσες, ενώ και ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μέρος του καταρρέοντος/υπό κατάρρευση πολιτικού συστήματος, όσο και εάν ο κ. Τσίπρας φαντασιώνεται πως αποτελεί το νέο.
Οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί (ηγεμονικοί και μη) και οι νέοι πολιτικοί ηγέτες, που δεν είναι απαραίτητο να προκύψουν από παρθενογένεση, δεν θα είναι αυτοί που θα μάς υποσχεθούν επιστροφή στον “χαμένο Παράδεισο” της προ-Μνημονίου εποχής. Θα είναι αυτοί που θα μάς δώσουν ελπίδα, όραμα, σχέδιο και έμπνευση για την κοινωνία που θα προκύψει μετά την εφαρμογή αυτού και τις νέες κοινωνικές δυναμικές που θα σχηματιστούν.

Ο Μεγάλος Κουβάς της Δεξιάς

Ενώ η Αριστερά στην Ελλάδα αναφέρεται σε διακριτές συνιστώσες: η Σοσιαλδημοκρατία, η Αριστερά (με την έννοια του αριστερότερου κόμματος από ένα σοσιαλδημοκρατικό), η κομμουνιστική Αριστερά, η εξωκοινοβουλευτική κλπ, αυτό δεν συμβαίνει με την Δεξιά, η οποία απλώς αναφέρεται ως η Δεξιά, ή συνηθέστερα και για απάλυνση ως Κεντροδεξιά από την στιγμή που η Δεξιά έχει τις όποιες πραγματικές της ευθύνες για το μετεμφυλιακό Κράτος, αλλά και από την στιγμή που η ερμηνεία της ιστορίας και η απόδοση των αξιών έχει παραδοθεί στην Αριστερά.

Πληροφορούμαστε, λοιπόν, από τα μέσα για τις εντάσεις στον χώρο της Κεντροδεξιάς, όπου με τον τελευταίο όρο εννούνται κόμματα φιλελεύθερα, συντηρητικά, λαϊκής δεξιάς, λαϊκίστικης, ακροδεξιά κλπ, έτσι αδιακρίτως. Φυσικά, έχει και η ίδια η Δεξιά (ως ο γενικότερος χώρος) τις ευθύνες της. Απέτυχε να ορθώσει το ανάστημά της, να παραδεχτεί από μόνη της τα λάθη της για το μετεμφυλιακό Κράτος και να επισημάνει ότι η εναλλακτική επιλογή για την Ελλάδα ήταν ένα καθεστώς πόνου, δυστυχίας, ανελευθερίας, όπου όσοι ζήσαν/ζουν σε παρόμοια καθεστώτα χάρηκαν που απαλλάχθηκαν ή εύχονται να απαλλαχτούν από αυτά. Επίσης την εποχή του επελαύνοντος λαϊκιστικού σοσιαλισμού υπήρχαν εκκλήσεις για ένωση της Δεξιάς από τις φιλελεύθερες μέχρι τις ακροδεξιές παρυφές σε μια τακτική συνεργασία για την εκδίωξη του αντιπάλου και την «άλωση» του κυβερνητικού κάστρου. Φυσικά σε όλα αυτά, δεν πρέπει να υποτιμάμε τον ρόλο του εκλογικού συστήματος, όπου και δημιουργούσε το ενοχικό σύνδρομο της «χαμένης ψήφου».

Οι καταστάσεις σήμερα φαίνεται να έχουν αλλάξει και η διάκριση σε χωριστά κόμματα θα ωφελήσει (πρωτίστως ελπίζω) την νουνεχή φιλελεύθερη και συντηρητική και θα αποδυναμώσει (και πάλι ελπίζω) την άκρα δεξιά την αμφισβητούσα την δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό.  Η διάκριση αυτή πρέπει επιτέλους να γίνει και στον χώρο της ρητορικής κλπ.

Σημείωση: Καθώς η λεξή φιλελευθερισμός είναι ταμπού, δεν αναφερόμαστε σε φιλελεύθερα κόμματα αλλά σε μεταρρυθμιστικά.

Εφαρμοστέο Δίκαιο

Η αλήθεια είναι ότι έχω πάψει να ασχολούμαι με την περιβόητη κρίση. Ίσως, να έχω φτάσει στα διανοητικά μου όρια και ό,τι και να διαβάζω ή και να μού λένε να μην μπορώ να καταλάβω κάτι περισσότερο. Μπορεί, από την άλλη, ο ίδιος ο «διάλογος» , που γίνεται να μην είναι παρά άκυρες φωνασκίες. Πολύ πιθανόν να προσπαθώ να προστατεύσω τον εαυτό μου από την θλίψη, που δημιουργεί όλη αυτή η κατάσταση, αλλά και κατά βάθος να πιστεύω ότι η κρίση θα (ξε)περασθεί μεταξύ άλλων, αντί να θεωρητικολογούμε, «καλλιεργώντας τον κήπο μας», όπως θα έλεγε και ο Κάντιντ (σωστά; Δεν είμαι σίγουρος για το παράθεμα).

Αυτό, φυσικά, δεν σημάινει πως έχω απομονωθεί τελείως και πως δεν ακούω, ακόμα και εάν δεν το επιδιώκω, διάφορες συζητήσεις σχετικά και με αφορμή την κρίση κλπ. Πέρα από όλα τα παραπάνω, θεωρώ ότι μετά από κάποιο σημείο είναι δημιουργικότερο το να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο ή να βγει μια βόλτα από το να ακούει τις ατέρμονες και ανούσιες συζητήσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχει πιάσει το αυτί μου και την συζήτηση περί εφαρμοστέου δικαίου στις επόμενες ( ; ) δανειακές συμβάσεις, εάν και έχω την αίσθηση ότι οι απορίες μου, προβληματισμοί μου κλπ είναι απλώς θεωρητικοί μιας και το ζήτημα πλέον έχει λυθεί.

Η συζήτηση ήταν για το, εάν οι συμβάσεις αυτές θα διέπονται πλέον από το αγγλικό ή το ελληνικό δίκαιο. Δεν γνωρίζω, γιατί επιλέχθηκε αυτό ως επιλογή και όχι το γαλλικό παραδείγματος χάρη. Υποθέσεις, που μπορώ να κανω είναι οι εξής: αφ’ ενός ο μεγάλος βαθμός προβλεπτικότητάς του, λόγω του stare decisis, και αφ’ ετέρου ότι η Αγγλία και ειδικότερα το Λονδίνο αποτελούν παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κέντρο, οπότε και θα υπάρχει η ανάλογη εμπειρία σε αντίστοιχα ζητήματα.

Δεν γνωρίζω, ποιοί υπερασπίστηκαν την επιλογή του αγγλικού δικαίου. Η αποχή από την ενημέρωση σε αναγκάζει να ακούς μόνο τον θόρυβο· και ο θόρυβος, φυσικά, ήταν αυτός μερίδας των υποστηρικτών ότι το εφαρμοστέο δίκαιο θα πρέπει να είναι το ελληνικό. Πίσω από τις σχοινοτενείς αναλύσεις και τον συγκινητικό λόγο περί εθνικής ανεξαρτησίας κλπ διέκρινα απλώς το εξής. Η επιλογή του Ελληνικού Δικαίου θα μάς επιτρέψει, στην περίπτωση που βρεθεί το ελληνικό δημόσιο στην θέση του εναγομένου ως μη-συνεπές με τις υποχρεώσεις του, να μην πληρώσουμε, να μην υπάρξουν συνέπειες, διότι κάποιος δικαστής, τον οποίο και θα χρίσουμε απόγονο του Τερτσέτη και του Πολυζωίδη θα απόρρίψει την αγωγή. Πίσω από την όποια τεχνικότητα του σκεπτικού και την λιτότητα του διατακτικού θα υπάρχει το εξής: «Φίλε την πάτησες. Εδώ είναι η Ελλάδα η ομορφότερη χώρα του κόσμου, που κατοικείται από τον εξυπνότερο λαό του κόσμου. Συνεπώς δεν σε πληρώνουμε και το αίτημά σου απορρίπτεται!»

Όμως, δεν είναι και τόσο σωστό να σκεφτόμαστε έτσι για τους δικαστές μας, ότι θα πρέπει να έχουν μια τέτοια συμπεριφορά. Δεν έχει τόσο να κάνει με τον σεβασμό της προσωπικότητάς τους ως άτομα (παρακάμπτω όλη την τυπικούρα περί λειτουργήματος τους κλπ), όσο με το πώς θα αισθανόμαστε, εάν σε δικές μας υποθέσεις συντάσσονταν απροκάλυπτα με κάποιο διάδικο μέρος και κυρίως, με τους αντίδικούς μας.

Δεν γνωρίζω, εάν σε ανάλογες περιπτώσεις μεταξύ φορέων, που δανείζουν και Κρατών εφαρμόζεται το τοπικό δίκαιο είτε του δανειζομένου είτε του δανειστή ή κάποιο άλλο δίκαιο. Η δική μου λογική θα έλεγε ότι θα έπρεπε να εφαρμόζεται ένα «ουδέτερο» δίκαιο, το οποίο επιτρέπει την αμεροληψία. Εάν το αγγλικό δίκαιο συνδυάζει την οδετερότητα με την εμπειρία, λόγω της θέσης του Λονδίνου ως χρηματοοικονομικό κέντρο, τοτε καλώς επιλέχθηκε. Προφανώς, εάν αγγλικά συμφέροντα εμπλέκονταν δεν θα έπρεπε να επιλεγεί, καθώς χάνεται το στοιχείο της ουδετερότητας.

Από την άλλη, ενδεχομένως, αυτή η επιλογή αλλοδαπού δικαίου να συμβαίνει πρώτη φορά, και η Ελλάδα να υφίσταται αρνητική διάκριση αλλά σκεφτείτε και το άγχος των δανειστών με όλες αυτές τις φήμες που φτάνουν στα αυτιά τους από το να κηρύξουμε μάγκικη στάση πληρωμών, τις ιδέες που κυκλοφορούν ότι η Ελλάδα μπορεί να τινάξει στον αέρα το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, την θεώρησή μας ότι όλοι μάς οφείλουν και ότι είναι επιτακτικό να διατηρήσουμε τα περιττά στοιχεία του βιοτικού μας επιπέδου, όταν οι άλλοι υπόκεινται σε θυσίες μεταξύ άλλων και για να μας «ξελασπώσουν»,  μέχρι την υπόνοια, που θέλουμε να έχει η δικαστική λύση του ζητήματος με την εφαρμογή του δικού μας δικαίου.

Πρέπει, επίσης, να λάβουμε υπ’ όψιν μας και τα ακόλουθα για τους όποιους δανειστές. Η άποψη ότι πρόκειται αποκλειστικά περί απλήστων πλουσίων, όπου μάλιστα δεν είναι καν άτομα αλλά «κερδοσκοπικοί» οργανισμοί, είναι μάλλον υπεραπλουστευτική. Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να διαχωρίζουμε τα συμφέροντα (έστω και εγωιστικά) ή τις προσδοκίες κλπ κάποιων με κριτήριο το εάν έχουν ή δεν έχουν οικονομική επιφάνεια. Τί θέλω να πω: πολύ απλά ότι ναι και ο πλούσιος έχει δικαίωμα να περιμένει κέρδος από την επενδυσή του, θέλει να διασφαλίσει τους απογόνους του κλπ, όσο και ένας που έχει ισχνότερα οικονομικά μέσα. Επίσης, πόσο σίγουροι είμαστε ότι όλοι οι κάτοχοι ομολόγων είναι ζάπλουτοι. Θα μπορούσε να είναι μέσα σε αυτούς και μικροεπενδυτές (εστω και έμμεσοι, συμμετέχοντας π.χ σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο). Με λίγα λόγια η όλη συζήτηση δεν αφορά αποκλειστικά τους πλούσιους «άλλους», και φυσικά ούτε τα μυστηριώδη «ξένα κέντρα αποφάσεων». Για αυτό πριν τις υπεραπλουστεύσεις του τύπου «δεν πληρώνω», ας σκεφτούμε καλύτερα. Μπορεί και να είμαστε εμείς αυτοί που δεν θα πληρωθούν. Επιπλέον, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας οτι εμείς βρισκόμαστε σε δυσμενή θέση και ας μην βαυκαλιζόμαστε «οτι μπορούμε να τινάξουμε το χρηματοοικονομικό σύστημα στον αέρα». Δεν χρειάζεται «μαγκιά», αλλά ούτε και υποτελής συμπεριφορά. Το δίκαιο που θα εφαρμοστεί θα πρέπει να είναι ουδέτερο και να ισορροπεί τα συμφέροντα όλων των πλευρών.

Καθώς δεν γνωρίζω τις τεχνικές λεπτομέρειες για το εφαρμοστέο δίκαιο κλπ θα χαιρόμουν, εάν στα σχόλια υπήρχαν καταχωρήσεις από πραγματικούς γνώστες του θέματος.

Πολιτιστικός Απολογισμός 2011

Βιβλίο

1/1, Yoko Ogawa, Ο Αγαπημένος Μαθηματικός Τύπος του Καθηγητή

14/1, Douglas Adams, Το Ρεστωράν στο τέλος του σύμπαντος

28/1, Stieg Larsson, Το Κορίτσι που έπαιζε με την Φωτιά.

12/2, Μάριος Χάκκας, Ο Μπιντές

+ Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Οι Αγριόκυκνοι, από ένα παιδικό βιβλίο με παραμύθια του Άντερσεν, εκδόσεων Ελευθερουδάκη. Το συγκεκριμένο παραμύθι εάν δεν είναι ΤΟ είναι από τα αγαπημένα μου.

22/2, Maryanne Wolf, O Προυστ και το Καλαμάρι. Πώς ο εγκέφαλος έμαθε να διαβάζει

17/3, Ελένη Γιαννακάκη, Τα Χερουβείμ της Μοκέτας

7/4, David Prudhomme, Ρεμπέτικο (Το Κακό Βοτάνι)

9/4, Κική Δημουλά, Ερήμην

26/4, Νίκος Τσιφόρος, Ελληνική Μυθολογία

28/4, Bryan Talbot, Grandville

4/5, Stieg Larsson, Το Κορίτσι στη Φωλιά της Σφήγκας

10/5, Zeev Sternhell, Ο Αντί-Διαφωτισμός

19/5, Scott Westerfeld, Pretties

5/6, Θανάσης Νικολάου, Οι Έψιλον

17/6, Douglas Adams, Η Ζωή, το Σύμπαν και τα Πάντα

20/6, Γιάννης Μακριδάκης, Λαγού Μαλλί

23/6, Richard Wiseman, Paranormality

28/6, Umberto Eco, Το Κοιμητήριο της Πράγας

30/6, Άρης Δημοκίδης, Αόρατοι Ρεπόρτερ, Η Τελευταία Συναυλία

11/7, Μάριο Βάργκας Λιόσα, Ο Άνθρωπος που έλεγε Ιστορίες

30/7, Arthur Miller, ΓΙΟΥΝΓΚ-ΠΑΟΥΛΙ Ο ψυχαναλυτής, ο φυσικός και ο αριθμός 137

10/9, Roald Dahl, Charlie and the Chocolate Factory

8/10, Douglas Coupland, Generation X, Tales for an Accelerated Culture

14/10, Philip Pullman, Northern Lights

23/10, Simon Baron-Cohen, The Essential Difference

19/11, Guy Delisle, Pyongyang, A Journey in North Korea

20/11, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Η Ενοχή της Αθωότητας.

11/12, Philip Pullman, The Subtle Knife

28/12, Philip Pullman, The Amber Spyglass

Μουσική

12/4, συναυλία Yasmin Levy

8/6, συναυλία Laurie Anderson

21/6, στους κήπους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για την Παγκόσμια Μουσικής

12/12, Royal Choral Society, Christmas Carols, Royal Albert Hall

Κινηματογράφος  και τηλεόραση

5/1, Yann Samuell, L’Âge de raison

8/1, Tom Hooper, The King’s Speech

19/1, Joseph Kosinski, Tron Legacy

21/1, Florian Henckel von Donnersmarck, The Tourist

24/1, Νίκος Τζίμας, Το Πέταγμα του Κύκνου

4/2, Darren Aronofsky, Black Swan

27/2, Joel& Ethan Coen, True Grit

10/3, Gore Verbinski, Rango

14/3, Γιώργος Λάνθιμος, Κυνόδοντας

25/3, Jaume Collet-Serra, Unknown

2/4, Neil Burger, Limitless

25/4, Olivier Assayas, Carlos

26/4, Carlos Saldanha, Rio

8/5, Mark Romanek, Never Let me Go

13/5, Daniel Alfredson, Flickan som lekte med elden

15/5, Daniel Alfredson, Luftslottet som sprängdes

22/5, Vittorio de Sica, Amanti

17/7, Baj Luhrman, Australia

27/7, 3/8, 10/8, Marcus du Sautoy, The Code, BBC2

5/8, Gilles Paquet-Brenner, Sarah’s Key

4/9, Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, Attenberg

24/9, Tomas Alfredson, Tinker, Tailor, Soldier, Spy

30/9, John Madden, The Debt

1/10, Hiromasa Yonebayashi, Arietty 

7/10, Oliver Parker, Johnny English Reborn

28/10, Steven Spielberg, The Adventures of Tin-Tin, The Secret of the Unicorn

3/11, 10/11, 17/11, 24/11, Simon Russel Beale, Symphony, BBC4

4/11, Roland Emmerich, Anonymous

23/11, Georges Clooney, The Ides of March

9/12, Chris Miller, Puss in Boots

10/12, Raúl Ruiz, Mistérios de Lisboa.

22/12, Guy Ritchie, Sherlock Holmes, A Game of Shadows

29/12, Michel Hazanavicius, The Artist

Είδα επίσης και στον ΣΚΑΙ το 1821, είτε στην τηλεόραση είτε online, αλλά δεν θυμάμαι τις ημερομηνίες.


Θέατρο

6/2, Georg Büchner, Ο Θάνατος του Δαντόν σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

20/3, Γιώργος Χρονάς, Η Γυναίκα της Πάτρας

9/4, Βασίλης Μαυρογεωργίου, Η Κατσαρίδα

7/7, Andrew Lloyd Weber, The Phantom of the Opera

13/8, Elton John, Lee Hall (βασισμένο στην ταινία του Stephen Daldry), Billy Elliot, the musical

22/9, Christina McColloch, Nadia Papachronopoulou, Recipe for a Perfect Wife

24/12, Chris d’ Arienzo, Rock of Ages

Εκθέσεις κλπ

16/1, Toulouse-Lautrec, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα

27/2, Αιτία Θανάτου: Ευθανασία (συλλογή Prinzhorn) στο Μουσείο Μπενάκη

9/4 Comicdom Con, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, όπου παρακολούθησα μέρος της διάλεξης Cartoons και Πολιτική: Κριτικοί από Μελάνι

3/7, National Air and Space Museum, Washington D.C

3/7, National Museum of the American Indian, Washington D.C

8/7, Metropolitan Museum of Art, NYC

9/7, MOMA

10/7, American Museum of Natural History, NYC

23/7, Sexual Nature, Natural History Museum

6/8, Miró The Ladder of Escape, Tate Modern

20/8, At Home in Japan- Beyond the Minimal House,The Geffrye Museum of the Home

27/8, Watch me move: The Animation Show

4/9, Victoria and Albert Museum

19/9, Out of this World. Science Fiction but not as you know it, British Library

02/10, The State Rooms, Buckingham Palace

02/10, The Queen’s Gallery, Dutch Landscapes/ Mythology/ Regency

02/10, The Royal Mews

13/10, The Museum of Everything, Selfridges

28/10, Belgian Comic Strip Centre

La Maison de la bande dessinee

6/11, Hampton Court Palace

9/11, Παρουσίαση Βιβλίου, Norman Davies, Europe’s Vanished Kingdoms στο LSE

10/10-12/11 Gagosian Gallery, Bond Street, Andy Warhol, Bardot. Στην έκθεση αυτή τυπικά δεν πήγα. Όμως, βρισκόταν πάνω στο δρόμο προς το γραφείο, προς το μεσημεριανό και τον δρόμο της επιστροφής. Άραγε υπήρχε και άλλο έκθεμα πίσω από το δοκάρι, που κοίταζε στο δρόμο;

17/11,Leonardo da Vinci, Painter at the Court of Milan, The National Gallery

19/11, Hidden Heroes- The Genius of everyday Things, Science Museum, (και εδώ)

27/11, Gerhard Richter: Panorama, Tate Modern

4/12, Postmodernism: Style and Subversion, 1970-1990, Victoria& Albert Museum

11/12, Dickens and London, Museum of London

Ε, εσύ! Το να ανεβάζεις ομιλίες, φράσεις, βιογραφίες κλπ προτύπων απλώς σε φέρνει ένα βήμα μακρύτερα από το όνειρό σου

Στο πρόσφατο παρελθόν η απώλεια μιας διασημότητας ήταν μια πληροφορία, που εξέπεμπαν τα media. Επίσης, εάν είχε και κάποιον θεσμικό ρόλο, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο έπαιζαν «κλασσική» μουσική, κάνοντας όλους εμάς, που μάς αρέσει αυτό το είδος μουσικής, να απορούμε τουλάχιστον. Στην είδηση της απώλειας οι αντιδράσεις μας θα ήταν μια σκέψη για την ίδια την απώλεια, για το φευγαλέο της ζωής. Οπωσδήποτε, όμως, δεν θα πενθούσαμε ή έστω δεν θα φαινόμαστε σαν να πενθούσαμε ή να ήμαστε συντεριμμένοι.

Όλα αυτά έχουν αλλάξει πλέον και το ξέρεις. Συνεχίζουν και σήμερα να είναι πρωτίστως τα media, που κοινολογούν τους θανάτους των επωνύμων. Δεν τους πληροφορηθήκαμε από εσένα. Εάν συνέβη το τελευταίο, είσαι προφανώς ένας καλύτερος opinion leader. Εάν τους πληροφορήθηκες από άλλους χρήστες των κοινωνικών δικτύων, μάλλον είσαι και συ χαμηλότερα στην αλυσίδα. Οι βασικοί opinion leaders είναι αυτοί, που παίρνουν κατ’ ευθείαν την πληροφορία από τα media, ή έστω αυτοί που από την πληθώρα των πληροφοριών την επιβάλουν ως την πλέον σημαντική. Τα παραπάνω, φυσικά, θα πρέπει να συνδυαστούν με την ταχύτητα πρόσβασης στην πηγή, τον κύκλο των ατόμων, που επιρρεάζουν κλπ. Όμως και πάλι είναι τα media, που αποτελούν τους τόπους, όπου πρωτοεκπέμπονται οι πληροφορίες αυτές. Φυσικά όχι μόνο για το λυπηρό θέμα του θανάτου, αλλά για οτιδήποτε. Τώρα μάλλον έκανα ηροδότεια παρέκβαση, αλλά τέλος πάντων μάλλον αυτά τα έγραψα για να μην παρασυρθείς από τον ενθουσιασμό σου ότι τα παραδοσιακά media (ή τουλάχιστον οι παραδοσιακές επιχειρήσεις του χώρου) πνέουν τα λοίσθια, επειδή άνοιξες κάποιο blog. Σίγουρα ο ρόλος τους αλλάζει, αλλά παραμένουν. Το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση μακροπρόθεσμα, ειλικρινά δεν γνωρίζω.

Μια μεγάλη αλλαγή ίσως είναι ότι πλέον σήμερα έχουν λιγότερη ισχύ αυτά ή το κράτος να σού επιβάλουν το ποιές είναι σημαντικές προσωπικότητες. Πλέον δεν έχει σημασία η μεσίστια σημαία ή το πρωτοσέλιδο, όσο τα απανωτά τουιταρίσματα και τα «likes» (μα πότε επιτέλους θα βρεθεί κάποιος να κάνει ένα κουμπι, που να λέει «θλίβομαι», «συμπάσχω» κλπ; Το να κάνεις «like» σε έναν θάνατο κλπ είναι λίγο διαστροφικό). Όμως, αυτά τα «like» και τα τουίτς έχουν κάτι το παράξενο. Δημιουργούν την εντύπωση ότι, από την μια μεριά δεν θρήνησες τους δικούς σου νεκρούς, με τους οποίους είχες σχέση, όσο θρήνησες την διασημότητα, με την οποία δεν είχες σχέση. Μοιάζει μάλιστα πως την θρήνησες περισσότερο από τους δικούς της, αλλά και τους δικούς σου-νεκρούς, οικείους. (Εδώ μια διαφορετική άποψη, που δεν βλέπει κάτι το περίεργο. Δεν μπορώ να μπω στον νου του να ξέρω, εάν όντως σκέφτεται έτσι. Μην ξεχνάς, όμως, ότι πρόκειται και για επαγγελματία αρθρογράφο και πρέπει/ξέρει να γράφει κείμενα που είναι παραστατικά και ζωντανά, όπως αυτός εδώ ο δημοσιογράφος κατόρθωσε να βιώσει και να μας μεταφέρει τα πολιτισμικά σημάδια της κρίσης.)

Υποθέτω ότι είναι πολύ πιθανόν να κάθεσαι τώρα, και να συγκρίνεις τον εαυτό σου. Να μέμφεσαι την μοίρα σου και τον εαυτό σου, διότι δεν τόλμησες. Πήγες σε μια συμβατική σχολή και μέσα σε αυτήν δεν τόλμησες καν να επιλέξεις ένα πιο τολμηρό μάθημα. Εξάλλου, τί πιθανότητες είχε να σού χρησιμεύσει επαγγελματικά ένα μάθημα στην φιλοσοφία, όταν μπορούσες να πάρεις το «Διοίκηση Επιχειρήσεων XXXIV»; Στον δε ελεύθερό σου χρόνο, εάν ήθελες να κάνεις κάτι δημιουργικό, δεν πήγες στην ζωγραφική, που σού άρεσε, ούτε σε θέατρο ή χορό ή σε ερασιτεχνική αστρονομία, αλλά το πιθανότερο σε κάποιο σεμινάριο χρήσης των τελευταίων λογιστικών προγραμμάτων. Όσο για την δουλειά σου ακολούθησες την πεπατημένη: την σιγουριά του δημοσίου, την οικογενειακή επιχείρηση κλπ. Και διαβάζεις για τον έναν που εγκατέλειψε την σχολή του και δημιούργησε σχεδόν δική του σχολή σκέψης, τον άλλον που σού λέει ότι άρχισε να παίζει μουσική με ένα τούβλο, σαν να ήταν φλάουτο, και τώρα έχει κατακτήσει τις αίθουσες συναυλιών και τα στούντιο κλπ.

Μην ανησυχείς! Δεν είσαι ο μόνος που έχει τέτοια συναισθήματα. Η δε συμπεριφορά σου ήταν τελείως ορθολογική σε σχέση με τις επιλογές σου. Γιατί τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν στους τολμητίες, που πέτυχαν ή σε αυτούς που απορρίφθηκαν από την πεπατημένη και πέτυχαν, όπου υπάρχει μια εκ των υστέρων αφήγηση για την τελευταία κατηγορία.. Διότι είναι και οι άλλοι για τους οποίους ποτέ δεν ακούς, ίσως κάποια φορά στις γενικές αναφορές για τους εκτός συστήματος, που χρειάζονται την στηριξή μας κλπ. Επίσης μην ξεχνάς ότι υπάρχει και η άλλη πλευρά. Όλοι αυτοί, που ακολούθησαν την πεπατημένη και είναι επιτυχημένοι με τις ποικίλες ερμηνείες της λέξης. Όλη αυτή η συζήτηση για αυτούς που δεν ακολούθησαν την πεπατημένη- και (υπονοείται πως) είναι οι (μονοι) επιτυχημένοι της ζωής που πρέπει να θαυμάζουμε- θυμίζει λίγο την συζήτηση για τους διάσημους, που φέρουν κάποια ιδιαίτερη κατάσταση. Όντως, π.χ, μπορούμε να απαριθμήσουμε τόσους Προέδρους των ΗΠΑ, που ήταν δυσλεξικοί, αλλά η δυσλεξία δεν είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για κατάληψη και επιτυχία στο συγκεκριμένο αξίωμα. Προφανώς, θα υπήρξαν και άλλοι εξίσου επιτυχημένοι, που δεν είχαν δυσλεξία κλπ.

Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε την επιτυχία τους, πρέπει να σημειώσουμε ότι πολλές φορες αυτή η εικόνα του επιτυχημένου, που τα κατάφερε όλα μονος του δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στην πραγματικότητα. Η επιτυχία, συνήθως, έγκειται στο ότι κατάφεραν να συνδέσουν ιδέες, πράξεις κλπ άλλων, η να σκεφτούν προτείνουν μια διαφορετική διαδρομή-λύση σε προβλήματα, που μέχρι στιγμής κανεις δεν είχε μπορέσει να επιλύσει. Δεν υποννοώ φυσικά ότι την εξέλιξη και την πρόοδο την κινουν μόνο οι συλλογικότητες, ούτε ότι δεν υπήρχαν άτομα, που για να προχωρήσουν ουσιαστικά εκμεταλλεύθηκαν με τον πιο χυδαίο τρόπο τους κόπους των άλλων. Υπάρχουν και αυτές οι περιπτώσεις. Σημαντικότερο είναι η ικανότητά τους να σκεφτούν αιρετικά και έξω από την πεπατημένη.

Επίσης, πολλές φορές προσπάθησαν να εκμεταλλευθούν θετικά την όποια τους εμπειρία, κάτι που οι περισσότεροι δεν μπορούμε. Είμαστε πολύ γκρινιάρηδες για να το δούμε. Ας το παραδεχθούμε: Οι Μεγαλειότητές μας είναι γεννημένες για τα μεγάλα. Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε χαμηλού επιπέδου δουλειές και όταν αναγκαζόμαστε να το κάνουμε βρίζουμε από μέσα μας. Όμως, εάν το σκεφτείς, είναι πιο δημιουργικό και ίσως για αυτό και να θαυμάζουμε τον «μπακαλόγατο», που έγινε μεγαλέμπορος, από αυτόν που περίμενε ότι με την αποφοίτησή του τον περιμένει η πολυθρόνα του διευθυντή και που το πιθανότερο είναι να έχει σκαλώσει στα μεσοχαμηλά σκαλιά της ιεραρχίας.

Μού έρχονται στον νου ο Αϊνστάιν και ο Βέντρις. Ούτε ο ένας, ούτε και ο άλλος ξυπνήσαν μια μέρα και σκέφτηκε την Θεωρία της Σχετικότητας ο ένας, αποκρυπτογράφησε την Γραμμική Β ο άλλος. Εκμεταλλεύθηκαν τα λάθη, τις αποτυχίες, αλλά και τις επιτυχίες άλλων και προσπάθησαν να δουν ο καθένας την κατάσταση διαφορετικά (πχ εδώ ή εδώ). Θέλει ανοικτό μυαλό για να δεις τα αδιέξοδα των άλλων και να προσπαθήσεις να ακολουθήσεις έναν άλλον δρόμο. Επίσης, δεν σημαίνει καθόλου ότι πρέπει να ξεκινήσεις λέγοντας ότι οι άλλοι είναι λάθος, όχι τόσο με την έννοια της Ποππεριανής διαψευσιμότητας, όσο για να τους βγάλεις λάθος για να τονώσεις το εγώ σου κλπ. Ας επιστρέψουμε στις δύο διασημότητες, που αναφέραμε πριν. Για τους περισσότερους από εμάς ο Αϊνστάιν, φαντάζομαι, είναι η μεγαλοφυία που άλλαξε τον τρόπο, που βλέπουμε τον κόσμο, αλλά για πολύ μεγάλο διάστημα η κοινωνία του δεν έβλεπε, ποιός ήταν, με αποτέλεσμα ο μεγάλος Αϊνστάιν να είναι υπάλληλος σε ένα γραφείο ευρεσιτεχνιών. Όμως, όπως ισχυρίζεται αυτός ο συγγραφέας, η θητεία του μεγάλου φυσικού σε αυτό το γραφείο δεν ήταν αρνητική, αλλά θετική δίνοντας του την απαραίτητη πειθαρχία στον τρόπο ανάπτυξης των συλλογισμών του, όταν ανέπτυσσε την θεωρία της σχετικότητας. Δεν ξέρουμε, βέβαια, εάν ο ίδιος ο Αϊνστάιν το συνειδητοποιούσε αυτό ή και έλεγε από μέσα του «Θα εκμεταλλευθώ την εμπειρία μου θετικά» κλπ, κάτι που θυμίζει αποτυχημένη pop psychology. Ίσως, απλώς να μην μεμψιμοιρούσε την τύχη του και να αναμασούσε το πού θα έπρεπε να βρίσκεται κλπ. Το πιθανότερο, λοπόν, είναι αυτή η εικόνα με τον Αϊνστάιν να περιεργάζεται μια πυξίδα, ενώ ήταν παιδί να μην είναι τίποτα άλλο, παρά μια εξωραϊσμένη εκ των υστέρων αφήγηση.

Ο δε Βέντρις, όσο θυμάμαι από εδώ και εάν δεν με απατά η μνήμη μου, δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι η Γραμμική Β’ ήταν γραπτή μορφή των ελληνικών της εποχής, ούτε να διαψεύσει τις υποθέσεις των κλασσικών φιλολόγων. Είχε το ταλέντο να ξεχωρίσει τις καταλυτικές επισημάνσεις της Alice Kober, αλλά και να εφαρμόσει μια διαφορετική μέθοδο στην προσπάθεια αποκρυπτογράφησης.

Υπάρχει επίσης και το θέμα των ικανοτήτων, όπως και της ευφυίας. Προφανώς, όλοι αυτοί για τους οποίους θαυμάζεις και διαβάζεις να ήταν πιο ευφυείς από εσένα. Είναι ο συμμαθητής σου, που ενώ εσύ διάβαζες με τις ώρες παλεύοντας να βγάλεις τα μαθήματα, αυτός, ήδη, ήταν έξω. (τώρα γιατί έχω την αίσθηση ότι παρόμοιο σχόλιο έχει κάνει και αυτός σε κάποια του ανάρτηση;) Τον βλέπεις σήμερα, επιτυχημένο επαγγελματία, και αναγνωρίζεις και εσύ ότι δεν βρίσκεται εκεί με μέσο (ή τουλάχιστον αυτό έπαιξε ελάχιστο ρόλο), αλλά με την αξία του. Δεν έχει νόημα να τον ζηλεύεις, αλλά ούτε και να τον θαυμάζεις με λατρευτικό τρόπο.

Μπορεί, βέβαια, να μην ήταν πιο έξυπνος από εσένα. Μπορεί να ήταν πιο τυχερός, ή μπορεί και τα δύο. Με την δε λέξη «τύχη» εννοώ το να μην έχει παρασυρθεί από το περιβάλλον, από τις μόδες, από το τί ζητά η αγορά κλπ, από τί έχει την ψευδαίσθηση ότι είναι καλός, από την πίεση των γονιών του αλλά να έχει βρει το «κάλεσμά» του. Μην το οπτικοποιείς μόνο με τους πλούσιους και διάσημους. Σκέψου την εξής εικόνα: Ο μπογιατζής (ένα επάγγελμα, που υποθέτω λίγοι το θεωρούμε αξιοζήλευτο και που ούτε προφανώς κάνει τον φορέα του να ανήκει στους πλούσιους), που έρχεται να σού βάψει το δωμάτιο και που επιμένει στα χρώματα που σού προτείνει αντί για τις δικές του ιδέες. Βλέπεις την ευτυχία στο πρόσωπό του, όταν εργάζεται, ενώ στο τέλος παραδέχεσαι ότι καλώς και επέμενε στην άποψή του να χρησιμοποιηθούν άλλες αποχρώσεις από αυτές, που σκεφτόσουν.

Ενδεχομένως κιόλας να σκέφτεσαι ότι σε «αυτόν τον άλλο κόσμο, που είναι εφικτός» να είχες μπορέσει να ξεδιπλώσεις τα ταλέντα σου. Ακούς εξάλλου και τις νοσταλγικές αφηγήσεις αυτών που τον βιώσαν. Όμως, πρέπει να ξέρεις ότι η νοσταλγία τους οφείλεται κατά πολύ στο ότι η κατάρρευση του δυστοπικού τους κόσμου δεν αντικαταστάθηκε από την ουτοπία. Ο δικός μας κόσμος στον οποίο προσήλθαν έχει και αυτός τις δικές του αδυναμίες. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η «επιστημονική» οργάνωση της κοινωνίας δεν ανταποκρινόταν ούτε στις ανάγκες και επιθυμίες της κοινωνίας, ούτε του ατόμου, ενδεχομένως μόνο ίσως στις ιδεοληψίες του ηγέτη. Από την άλλη, βέβαια, σε μια τέτοια κοινωνία μπορείς ευκολότερα να κατηγορείς τους άλλους. Σε αυτήν, όμως, που ζεις, εάν και υπάρχουν ΚΑΙ βάσιμες κατηγορίες έναντι των άλλων για την πορεία σου στην ζωή, φέρεις και εσύ μέρος της ευθύνης, όσο και εάν σε στεναχωρεί να το παραδεχθείς.

Νομίζω ότι είναι καιρός να πάψεις να οικτιρείς τον εαυτό σου, να τον θεωρείς άτυχο και να ζηλεύεις τους επιτυχημένους. Μπορείς να τους θαυμάζεις και να τους έχεις πρότυπο, αλλά φρόντισε να είναι ισορροπημένα. Να μην σε κάνουν να αισθάνεσαι άτυχος, ανίκανος και ότι ποτέ δεν θα καταφέρεις κάτι.

Μην τιμωρείς τον εαυτό σου, αλλά από την άλλη να είσαι ειλικρινής: Όσο υπερηφανεύεσαι πχ ότι δεν βλέπεις τηλεόραση, άλλο τόσο είσαι περήφανος ότι είσαι ενημερωμένος στις «σίζον» κάμποσων σήριαλ, που είτε «κατεβάζεις» ή βλέπεις σε dvd.

Επίσης σταμάτα να ανεβάζεις inspirational quotes και βίντεο από την προσωπικότητα που θαυμάζεις. Εάν αυτή έκανε το ίδιο με εσένα, το πιθανότερο θα ήταν να μην είχε επιτύχει αυτά για τα οποία κέρδισε τον δημόσιο θαυμασμό.

Αντιθέτως, ξεκίνησε τις προσπάθειες να βρεις/υλοποιήσεις το όνειρό σου. Δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να ζητήσεις βοήθεια από ειδικούς. Το ένστικτό σου μπορεί να σε ξεγελάσει, όπως και οι καλοπροαίρετες συμβουλές συγγενών και φίλων.

Επίσης, είναι πολύ σημαντικό να μην παρασυρθείς από μεγάλους στόχους. Εάν το όνειρό σου είναι η ζωγραφική «Πικάσσο» θα γίνεις σιγά-σιγά. Για αρχή βάλε στόχο να σηκωθείς από τον καναπέ σου και να εγγραφείς σε μια σχολή (ακόμα και εάν είναι η μαζική του δήμου), για την συνέχεια να μάθεις να πιάνεις το μολύβι.

Φυσικά, τίποτα δεν σού εγγυάται ότι η πορεία σου είναι προδιαγεγραμμένη προς την «φήμη», την «δόξα» ή ό,τι άλλο έχουν οι διασημότητες και τους ζηλεύεις. Τουλάχιστον, όμως, θα έχεις προσπαθήσει. Εξάλλου εκτός από τις διασημότητες, δεν ζηλεύεις τους γνωστούς σου οι οποίοι κάνουν κάτι παραπάνω από δουλειά-τηλεόραση (ή χαζολόγημα στον υπολογιστή)-ύπνο;

Ένας δημοσιογράφος στα μπουζούκια

Δημοσιογράφος ιστορικής αθηναϊκής εφημερίδας αφηγείται στους αναγνώστες το πώς πέρασε πρόσφατα στα μπουζούκια, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση φίλου του, ενώ παράλληλα σχολιάζει τα τεκταινόμενα εκεί (και με αφορμή αυτά τον ευρύτερο νεοελληνικό βίο.)

Ο δημοσιογράφος αισθάνθηκε ενοχλημένος και προσβεβλημένος από όλη αυτήν την σπαταλη, ιδίως την σημερινή εποχή της κρίσης, ενώ διέκρινε και φορολογικές παραβάσεις. Δεν δίνω άδικο στον δημοσιογράφο. Θεωρώ και εγώ την διασκέδαση στα μπουζούκια χαμηλού επιπεδου και πως δεν είναι ούτε κάτι που πρέπει να το προωθούμε, ούτε, εάν αποτελεί μέρος της «ιδιοσυστασίας» μας, πως είναι κάτι που πρέπει να διατηρήσουμε πάση θυσία. (μήνυμα προς πολιτικούς: σταματήστε να το παίζετε «παιδιά του λαου», και να χορεύετε ζεμπέκικο σαν να μην υπάρχει αύριο και δώστε παράδειγμα ηγεσίας πηγαίνοντας σε θέατρο, συναυλίες κλασσικής μουσικής, μουσεία κλπ)

Όμως από την άλλη, δεν βρίσκω το σχόλιο του δημοσιογράφου και τόσο αθώο. Δεν αναφέρομαι σε αυτά που επικεντρώθηκε η προσοχή του και παρατήρησε. Υποθέτω ότι ήταν αληθινά, όπως αληθινά θα ήταν τα όποια «κουτσομπολιά» θα μπορούσε να βγάλει ο συνάδελφος του του κοσμικού ρεπορτάζ.

Ο δημοσιογράφος μάς δίνει την εντύπωση ότι όλοι οι θαμώνες συμμετείχαν στον λουλουδοπόλεμο. Όχι κάποιοι. Ο δε λουλουδοπόλεμος αποτελεί την κορύφωση της υπερβολής: Η χωρα βυθίζεται και ο κόσμος πηγαίνει στα μπουζούκια και πετα και γαρύφαλλα και από πάνω.

Όμως, με αυτήν την γενίκευση μπορούμε να σκεφτούμε ότι και ο ίδιος είχε την συγκεκριμένη συμπεριφορά. Επίσης, από την άλλη, όπως και ο δημοσιογράφος, έτσι και άλλοι θαμώνες πήγαιναν είτε για πρώτη φορα, είτε μετά από πολλά χρονια και -όπως και αυτός- δεν είναι βέβαιο ότι ενέκριναν όλοι αυτά που έβλεπαν γύρω τους.

Νομίζω επίσης ότι ο σχολιογράφος ήθελε να δημιουργήσει μια κάποια εντύπωση. Έτσι για παράδειγμα ένα υποθετικό άνοιγμα σαν το παρακάτω μάλλον δεν θα το συναντούσαμε ποτε:

«Πρόσφατα βρεθήκαμε με φίλους σε μια συναυλία κλασσικής μουσικής. Καθώς περιμέναμε στο φουαγιέ, η σύζυγός μου σχολίασε ότι μόνο οι τσάντες και τα παπούτσια που φορά η κάθε κυρια εδώ μέσα κοστίζουν πάνω από 1000 ευρώ, ενώ υπάρχει και ισχυρή πιθανότητα να μην φορεθούν καν πάνω από μία άντε δύο φορες. Ένοιωσα έκπληξη. Βρισκόμουν μεταξύ (συζύγων) βιομηχάνων και μεγαλοεπιχειρηματιών; Είναι δυνατόν ιδίως με αυτήν την κρίση να γίνεται τέτοια επίδειξη και διαγωνισμός ματαιοδοξίας;»

Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι τα μπουζούκια και η συμπεριφορά των θαμώνων τους εκεί per se. Ούτε να θεωρήσουμε ότι οι μονες δαπάνες που έχουν αξία είναι αυτές σε υλικά αγαθά και ποτε σε εμπειρίες. Είναι να συλλογιστούμε, ποιά ήταν η συμπεριφορά μας, πού οδηγηθήκαμε εξαιτίας αυτής και το τί πρέπει να κάνουμε ώστε να αποφύγουμε τα χειρότερα, αλλα και να ελαχιστοποιήσουμε τις πιθανότητες να βρεθούμε σε ανάλογη κατάσταση στο μέλλον.

 Για να παραφράσουμε και ένα post της Λένας Φουσιτζή, η ελληνική κοινωνία όχι μονο έτρωγε υπερβολικά, αλλα και όταν έκανε δίαιτα δεν το γιόρταζε απλώς με παγωτό, αλλα τού δίνε και καταλάβαινε.

Τώρα όχι μονο το παγωτό πρέπει να θεωρείται κομμένο, αλλα και το στεγνό ανάλατο και χωρίς πέτσα κοτόπουλο θα πρέπει να σερβίρεται σε μιση μερίδα για πολύ καιρό .

Το άρθρο προσέχτηκε και από τον Άρη Δημοκίδη, όπου και έβαλε ωραίες φωτογραφίες λουλουδιών στην αναπαραγωγή του.

Διανοούμενοι νέας εσοδείας

Πριν από μερικά χρόνια είχα δημοσιεύσει δύο αναρτήσεις (στην ουσία μία ήθελα να γράψω, αλλά κάτι θυμήθηκα εκ των υστέρων, οπότε και αναγκάσθηκα να δημοσιεύσω και μία συμπληρωματική) που αναφέρονταν στην έννοια των διανοουμένων. Μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ και εδώ, όπως και ενδεχομένως συμπληρωματικά και αυτήν εδώ την ανάρτηση.

Οι καταστάσεις, όμως, έχουν αλλάξει και πέρα από τους διανοούμενους, που περιγράφηκαν στις συγκεκριμένες συναρτήσεις, υπάρχουν και οι νέας-μορφής διανοούμενοι. Εάν και στέκονται αντιστικτικά στους παραπάνω, είναι το ίδιο κουραστικοί με αυτούς.

Εάν ο «κλασσικός» διανοούμενος είναι συνυφασμένος με την Αριστερά (συνήθως προφέρουν οι ίδιοι την λέξη με ένα εκστατικό ύφος), οι νέας-μορφής αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι, εκσυγχρονιστές κλπ. Φυσικά, όπως δεν είμαστε σίγουροι ότι οι μεν έχουν όντως διαβάσει και κατανοήσει τον Μαρξ, έτσι και για τους δε, δεν είμαστε σίγουροι ότι «παίζουν στα δάχτυλα» τον Λοκ, τον Χάγιεκ, τον Άνταμ Σμιθ κλπ. Πολύ φοβάμαι ότι και αυτοί οι ίδιοι πετάνε τσιτάτα και παρερμηνέυουν ανάλογα με το συμφέρον τους. Σε αντίθεση, επίσης, με τους κλασσικούς διανοούμενους, αυτοί δεν σπουδάσαν στην Γαλλία, αλλά στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Οι συγκεκριμένοι διανοούμενοι (κάποιοι από αυτούς), σεμνυόμενοι, αναφέρουν ότι είναι μέλη ενός ή και περισσοτέρων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της Εσπερίας, όταν υπογράφουν τα άρθρα τους στις εφημερίδες. Αυτό, βέβαια, εγείρει ορισμένες απορίες σε εμάς τους κοινούς θνητούς, όπως: Εάν και η τεχνολογία έχει εκμηδενίσει τις αποστάσεις, δεν είναι λίγο υπερβολικό να γράφουν με την σιγουριά αυτήκοου και αυτόπτη μάρτυρα για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, ενώ βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά από αυτήν; Πότε επιτελούν το ακαδημαϊκό τους έργο (ερευνητικό και διδακτικό), αφού τους βρίσκουμε συνεχώς στις στήλες των εφημερίδων; Άραγε, πόσες ερευνητικές δημοσιεύσεις έχουν (και τί ποσοστό αναφορά σε αυτές από την υπόλοιπη ακαδημαϊκή κοινότητα) ; Αλήθεια, δεν αισθάνονται περίεργα να στηλιτεύουν τους πολυθεσίτες, όντες αυτοί οι ίδιοι πολυθεσίτες; Θα ισχυρισθεί κάποιος, ότι έχουν αυτό το δικαίωμα (και το δικαίωμα να αποτελούν την μοναδική επαγγελματική τάξη, η οποία πολιτευόμενη και εκλεγόμενη διατηρεί την δημόσια θέση της), αλλά τελικά όλο το παραπάνω, ενώ είναι νόμιμο, είναι και ηθικό; Ή, μήπως, η έγερση ερωτημάτων περί νομίμου και ηθικού αφορά τους άλλους και όχι αυτούς;

Θυμάμαι, όταν ήμουν φοιτητής, ότι είχαμε έναν καθηγητή σταρ, ο οποίος και αυτός εμφανίζεται -και εμφανιζόταν- με τακτική αρθρογραφία στον τύπο. Ήταν μέλος ελληνικού πανεπιστημίου, και επισκέπτης ξένων. Τις περισσότερες φορές εμφανιζόταν στο μάθημα -καλή τη πίστει θα δεχτώ όλες-, δεν ήταν από αυτούς που δεν πατούσαν. Όμως, σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του, αυτός δεν είχε ώρες γραφείου, αλλά δέχτηκε μόνο μια φορά σε όλο το εξάμηνο. Ενδεχομένως, η δημόσια συνεισφορά του, ακαδημαϊκή και γενικότερη, να ήταν σημαντικότερη, τόσο από αυτήν άλλων συνεπέστερων συναδέλφων του, όσο και από τις αγωνίες των φοιτητών, που ρωτούσαν, εάν το θέμα 2 καλύπτεται από τις σελίδες 324-368 ή ‘κάναν λάθος στην απάντησή τους, αλλά σε κάθε περίπτωση «την δουλειά του δεν την έκανε», όπως καλεί όλους τους άλλους να κάνουν, όταν αρθρογραφεί από την εφημερίδα. Αυτό, ίσως, να αποτελεί μέρος του προβλήματος εδώ, ανεχόμαστε τον καθηγητή, που δεν έχει ώρες γραφείου, για κάποιον άλλο λόγο, κάνουμε τα στραβά μάτια στον γιατρό, που πάιρνει φακελάκι, επειδή είναι άριστος γνώστης της ιατρικής τέχνης και επιστήμης, ανεχόμαστε τον τύπο, που καβαλά το πεζοδρόμιο «για μισό λεπτάκι» κλπ

Οι παραπάνω διανοούμενοι στηλιτεύουν το ελληνικό πανεπιστήμιο ως μέρος νεποτισμού, συναλλαγών, όλα αυτά αποτέλεσμα κομματισμού, ελαστικής ερηνείας και σεβασμού στους θεσμούς κλπ. Όμως, τίποτα δεν μάς εγγυάται ότι εάν έρχονταν και οι ίδιοι εδώ πως δεν θα έπεφταν και θα έπρατταν τις ίδιες καταδικαστέες συμπεριφορές, όπως είχαν κάνει και άλλοι φερέλπιδες συνάδελφοι τους, που ήλθαν «από τα πολιτισμένα μέρη». Επιπλέον, όπως εδώ, σε αυτό το χαοτικό περιβάλλον, υπάρχουν διανοούμενοι πραγματικό υπόδειγμα, έτσι και εκεί, στην Εσπερία, είναι βέβαιο ότι υπάρχουν συνάδελφοί τους, που κάνουν λαμογιές κλπ. Φυσικά, αυτό δεν πρέπει να μάς κάνει να λέμε «ορίστε, παντού τα ίδια γίνονται», αλλά να προσπαθούμε να θεραπεύουμε τις αδυναμίες μας.

Οι διανοούμενοι αυτοί δείχνουν σεβασμό στους θεσμούς και φρονούν ότι η διαμεσολάβηση των θεσμών είναι αυτή, που εγγυάται και διασφαλίζει τα ατομικά δικαιώματα, τις ελευθερίες, αλλά και την δημοκρατία, ενώ η άμεση σχέση μεταξύ λαού και κυβερνητών κλπ αποτελεί λαϊκισμό και απειλεί τα παραπάνω. Συμφωνώ μαζί τους. Όμως και πάλι, είναι αρκετές οι φορές, που αυτό ερμηνεύεται κατά το δοκούν, ανάλογα με το εάν η πορεία των πραγμάτων κατευθύνεται προς αυτό, που οι ίδιοι θεωρούν σωστό. Χαρακτηριστικά είναι τα σχόλια τους και οι αντιδράσεις τους, όταν κομματικά όργανα ή η Βουλή καλούνται να εγκρίνουν προτάσεις προερχόμενες από τις κομματικές ηγεσίες ή από την Κυβέρνηση. Όταν η πρόταση ταιριάζει με την κοσμοθεωρία τους, τα κομματικά μέλη είναι υπεύθυνα, όταν θα στηρίξουν την απόφαση, ενώ λαϊκίζουν, χαϊδεύοντας τους ψηφοφόρους τους, όταν καταψηφίσουν. Αντιθέτως, όταν η πρόταση της κομματικής ηγεσίας ή της Κυβέρνησης, δεν τούς αρέσει, γράφουν σελίδες επί σελίδων για την ανεξαρτησία των βουλευτών και οιμώζουν για την προβατοποίηση των βουλευτών ή των κομματικών στελεχών. Με λίγα λόγια η ελευθερία και η δημοκρατία είναι καλές και δεν έχουν αδιέξοδα, μόνο όταν οι αποφάσεις, που λαμβάνονται συμφωνούν με τις δικές τους ιδέες. Κατ’ αντιστοιχία, η κοινωνία αντιμετωπίζεται μια ως κοινωνία των πολιτών από την άλλη ως όχλος.

Σε σχέση με τους πολιτικούς είναι αρκετά απαξωτικοί, όπως και οι διανοούμενοι της άλλης πλευράς· όχι πως δεν έχουν και οι πολιτικοί τις ευθύνες τους. Όμως, δύο παρατηρήσεις, που δεν κομίζουν κάτι το καινούργιο: ο πολιτικός είναι άνθρωπος με τις αδυναμίες του κλπ. Όμως, άνθρωπος είναι και ο διανοούμενος με τις δικές του αδυναμίες, δεν πρόκειται για κάποιο ανώτερο είδος. Επίσης, ο πολιτικός προσπαθεί να συμβιβάσει αντικρουόμενα συμφέροντα, να χώσει -εάν θέλετε και τις δικές του αδυναμίες, όλα αυτά με τον χρόνο να τον πιέζει και με τους πόρους να είναι πάντα περιορισμένους. Αντιθέτως, ο διανοούμενος πιάνει μόνο μια όψη της πραγματικότητας και βρίσκει λύσεις. Είναι τόσο απλό. Στην ουσία, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συμπεριφέρεται σαν τους πρωθυπουργούς των καφενείων. Απλώς, το «κάνε με Πρωθυπουργο για μια ημέρα και θα δεις, πώς θα έλυνα όλα τα προβλήματα της Ελλάδας», το διατυπώνουν με ευφραδέστερο τρόπο. Η συμπεριφορά αυτή υπάρχει, βέβαια, σε κάθε απόχρωσης διανοούμενο.

Πολύ φοβάμαι ότι και αυτοί οι διανοούμενοι, όπως και οι συνάδελφοί τους της «άλλης πλευράς» και ανεξάρτητα από το εάν ζουν και δραστηριοποιούνται εδώ ή στο εξωτερικό είναι αποτελέσματα, αλλά και αναπαράγουν ταυτόχρονα την κυρίαρχη ελληνική αυτοθέαση: αυτή του θύματος, την εικόνα ότι κάτι λείπει, γιατί, είτε μας το πήραν από το ιδανικό παρελθόν, είτε βρίσκεται κάπου μακριά στο ιδεατό μέλλον. Οι άλλοι κλαίνε γιατί απέτυχε η Αριστερά στον Εμφύλιο ή ότι εάν δεν υπήρχε ο Στάλιν ο σοσιαλισμός θα είχε εξελιχθεί αλλιώς, δεν θα είχε καταρρεύσει κλπ. Αυτοί με τους οποίους ασχολούμαστε σε αυτήν την ανάρτηση θρηνούν με άλλα: Έλαχε στην Ελλάδα (στον ελλαδικό χώρο, καλύτερα), να πέσει στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και όχι στην Δυτική, κατά την διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας· την περίοδο της Εικονομαχίας με τον Πάπα να υποστηρίζει την Ορθοδοξία και τον Αυτοκράτορα την Εικονομαχία, ο ελλαδικός χώρος αποσπάστηκε και εκκλησιαστικά από την Δύση (το δε Σχίσμα αργότερα οριστικοποίησε αυτή την αποκοπή)· και σε όλα αυτά στο τέλος και η Εικονομαχία με τον «πρωτοπροτεσταντισμό» της απέτυχε. Ο Ελλαδικός χώρος έχασε την ευκαιρία να κάνει την Μεταρρύθμισή του και να αναπτυχθεί προτεσταντικά και καπιταλιστικά και φυσικά οι όποιες ελπίδες εξανεμίσθηκαν με την κατάκτηση από τους Οθωμανούς. Να σημειώσουμε, πάντως, παρενθετικά, ότι ενώ υπάρχει θαυμασμός για την Μεταρρύθμιση και το ευρύτερο κίνημα της Διαμαρτύρησης, τα προτεσταντικά κινήματα των ΗΠΑ, εάν και αποτέλεσμα των παραπάνω, αντιμετωπίζεται απαξιωτικά, άξια μόνο για τους ρεπουμπλικανούς μεσοδυτικούς βλάχους και όχι για τους κοσμοπολίτες της Ανατολικής και της Δυτικής Ακτής. Για αυτούς η λογική συνέπεια της Μεταρρύθμισης πρέπει να είναι το άθρησκο Κράτος, όχι αυτό, που παρατηρείται στην Αμερική, εάν και στην Ευρώπη, ήταν η «πρεσβυτέρα θυγατέρα της (Καθολικής) Εκκλησίας», η οποία χώρισε τα κοσμικά από τα εκκλησιαστικά. Όσο για την Ελλάδα, η εξέλιξη της ιστορίας την εμπόδισε να ξαναβιώσει έναν Διαφωτισμό ανάλογο με αυτόν της αρχαιότητας, όπου το θείο ήταν κάτι το περιθωριακό. Ήταν σίγουρα; Μήπως γίνεται ανάγνωση μόνο των πηγών, που επιβεβαιώνουν τις απόψεις τους; Ας πούμε, εάν έχω καταλάβει καλά ο Πλούταρχος είχε γράψει ένα δοκίμιο για την Δεισιδαιμονία, κάτι που μάς επιτρέπει να υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε απλώς θρησκευτικό συναίσθημα σε μέρος του πληθυσμού, αλλά και πως για κάποιους ήταν και υπερβολικό-νοσηρό.

Φυσικά το θέμα δεν είναι η θρησκεία αυτή καθ’ εαυτή, αλλά πως εάν είχαν εξελιχθει ιδανικά τα πράγματα θα υπήρχε ο μετασχηματισμός σε μια ορθολογική-καπιταλιστική κοινωνία. Οι αντίπαλοί τους τα βάζουν και αυτοί με την θρησκεία (όπιο του λαού δεν την αποκαλούσε ο προφήτης τους; ), όμως η έλευση της καπιταλιστικής και ορθολογικής κοινωνίας θα αποτελούσε το στάδιο για να γίνει η επανάσταση, που θα έφερνε την σοσιαλιστική ουτοπία.

Εννοείται, φυσικά, ότι αυτή η γραμμική και μονοσήμαντη ανάγνωση, που κάνουν στην ιστορία, δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της ότι στις ιστορίες των κοινωνιών κλπ, η ακμή ή η παρακμη του παρελθόντος και του παρόντος εμπεριέχει και τα αντίστοιχα σπέρματα ακμής και παρακμής του μέλλοντος. Ας πούμε, δεν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ενόσω ο Μεγάλος Αλέξανδρος εξεστράτευε προς την Ανατολή και οι επίγονοί του προσπαθούσαν να μοιράσουν διατηρήσουν την Αυτοκρατορία του, η Ρώμη -άγνωστη τότε και αφημένη στην ησυχία της- αναπτυσσόταν σιγά σιγά για να γίνει Μεσογειοκράτειρα δύναμη;

Εάν περιμένουμε κάτι από τους διανοούμενους δεν είναι η αφ’ υψηλού κριτική, ο σνομπισμός κλπ, αλλά προτάσεις και έμπνευση αισιοδοξίας. Οι παρεμβάσεις τους στον δημόσιο λόγο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης κλπ το λιγότερο που κάνουν είναι να προκαλούν μια μίζερη κατάθλιψη επιτείνοντας την αίσθηση ότι τίποτα δεν πρόκειται θετικό να γίνει εδώ πέρα. Συνεπώς είναι καλύτερο να μην τους παρακολουθούμε. Εξάλλου αδικούν και τους ίδιους τους τους εαυτούς. Η προσφορά τους (οπού και εκεί είναι η δουλειά τους, που μας καλούν και τους άλλους να κάνουμε) υπάρχει στις δημοσιεύσεις τους στα επιστημονικά περιοδικά, η οποία δεν θα έπρεπε να περιορίζεται μόνο στους φοιτητές, αλλά και στον ευρύτερο πληθυσμό. Στο κάτω κάτω γιατί να μην έχουμε ως φορολογούμενοι πολίτες, όπου με τους φόρους μας χρηματοδοτούμε και το Πανεπιστήμιο, πρόσβαση σε υπηρεσίες, όπως είναι το HEAL-LINK;

Περιμένουμε, επίσης, κάποιου είδους συστολή. Μόνο και μόνο επειδή έχουν αυτοχαρακτηρισθεί ( ή έστω η κοινωνία τους έχει αποδώσει τον τίτλο) «διανοούμενοι», έχουν την αίσθηση ότι μπορούν να μιλούν έγκυρα επί παντός επιστητού: έτσι βλέπουμε αρχιτέκτονες να μιλούν για την κρίση στο σύστημα υγείας, φιλολόγους για την οικονομία, κτηνιάτρους για την χωροταξική ανάπτυξη κλπ.

Πέραν αυτών, καλό είναι να σταματήσει και το «εμφυλιοπολεμικό» κλίμα, που μοιάζει να αναπαράγει τα ζητήματα αυτοχθόνων και ετεροχθόνων. Ο Έλληνας διανοούμενος του εξωτερικού δεν συνιστά απειλή για τον συνάδελφό του του εσωτερικού, αλλά συνεργάτη. Από την άλλη δεν πρέπει να συμπεριφέρεται σαν σνομπ αποικιοκράτης, ούτε να έχει την οίηση ότι γνωρίζει τα πάντα καλύτερα για την κατάσταση στην Ελλάδα χωρίς να έχει άμεση εποπτεία.

Τράπεζα χρόνου

Διατρέχοντας τα μηνύματα στο twitter, καταλαβαίνω ότι ένα από τα «θεσμικά» θέματα των αγανακτισμένων είναι η σύσταση της «τράπεζας χρόνου», είτε η «ίδρυσή» της, είτε η διάδοσή της. Δεν γνώριζα την συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική έννοια οπότε, όπως -υποθέτω- οι περισσότεροι από εμάς  ανέτρεξα στην wikipedia για να αντλήσω πληροφορίες. Δεν θα αναδημοσιεύσω, τί διάβασα, το άρθρο είναι εκεί για να το διαβάσετε θα κάνω ορισμένα σχόλια για το πώς αντιλήφθηκα την έννοια και το τί συσχετισμούς βλέπω με τα καθ’ ημάς.

Η έννοια αναπτύχθηκε στην Αμερική, αποτέλεσμα της έλλειψης χρημάτων στον τομέα της πρόνοιας. Όμως, από την άλλη θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι σε ένα κράτος/κοινωνία, όπου η κουλτούρα της επέμβασης του πρώτου είναι αδύναμη, υπάρχει ο όποιος σκεπτικισμός κλπ, η δεύτερη, είτε ως κοινωνία των πολιτών είτε ως αγορά σπεύδει να καλύψει το κενό. Η έννοια της τράπεζας χρόνου φαίνεται να έχει κάτι το χαοτικό. Αντιθέτως, υποθέτω, πως σε αυταρχικά καθεστώτα, όπου θα πειραματίζονταν με την έννοια της κατάργησης του χρήματος, το χαοτικό δεν θα υπήρχε, αφού το κράτος-παντογνώστης θα ήξερε όλες τις ανάγκες των ανθρώπων, ακόμα και σε βάρος της ίδιας τους της ελευθερίας.

Υπάρχουν πολλά πράγματα, τα οποία κάνουμε εκτός του πλαισίου της επίσημης αγοράς, τα οποία στην τελευταία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ανάγκες των οποίων η ικανοποίησή τους χρειάζεται πόρους και συνεπώς χρήματα για την διάθεση αυτών. Είναι πολύ πιθανόν κάποιος γείτονάς σας να δέχτηκε να φυλάξει το παιδί σας, να διαθέσατε σε κάποια φίλη σας το φούρνο της για να ψήσει το φαγητό της, διότι ο δικός της ήταν μικρός ή είχε χαλάσει. Φυσικά, δεν έγιναν συνειδητά οι «ανταλλαγές» και ενδεχομένως το διάστημα χρόνου μεταξύ τους να ήταν μεγάλο, αλλά υποθέτω ότι θα αισθανθήκατε την ηθική υποχρέωση να ανταποκριθείτε στην εξυπηρέτηση (ή τον εκνευρισμό, εάν εσείς παράσχατε εξυπηρέτηση και δεν σάς ανταποδόθηκε ποτέ). Έχω την αίσθηση ότι αυτή την εκτός αγοράς οικονομία των μικρο-ομάδων, προσπαθεί να αναπαραγάγει η τράπεζα χρόνου. Να θεσμίσει τις παραπάνω συμπεριφορές σε συλλογικό-κοινωνικό επίπεδο.

Το θέμα είναι, εάν το συγκεκριμένο σύστημα μπορεί να επεκταθεί σε όλες τις συναλλαγές πέρα από τις σχετικά «απλές», όπως είναι το να διαθέσει κανείς το χρόνο του για να καθαρίσει τον κήπο του γείτονα, να πάει έναν ηλικιωμένο στον γιατρό κλπ.

Η ύπαρξη της χρονοτράπεζας και του χρονονομίσματος, εάν καταλαβαίνω καλά, διασφαλίζει ότι δεν είναι απαραίτητο η ανταλλαγή εργασίων να είναι σε αυστηρά αμοιβαία βάση. Έτσι, εάν διαθέσω τον φούρνο μου για χ ώρες σε κάποιον αμοίβομαι σε χ χρονονομίσματα, με τα οποία πληρώνω τις χρονουπηρεσίες κάποιου άλλου, που μού τις διαθέτει και όχι απαραίτητα αυτού για τον οποίο διάθεσα το χρόνο μου αρχικά.

Το χρονονόμισμα ούτε τοκίζεται, ούτε και πληθωρίζεται. Νομίζω, όμως, ότι αυτό δεν εμποδίζει την δημιουργία πλούτου. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά έχω την αίσθηση πως αυτοί που γοητεύονται και προωθούν την χρονοτράπεζα έχουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους μια κάποια έννοια ισότητας. Οι δύο μου ώρες είναι ίσες με τις δικές σας δύο ώρες και δεν γίνονται ούτε παραπάνω ούτε λιγότερες. Δεν είναι σαν τα τυπικά νομίσματα με τις μεταβαλλόμενες αξίες τους.

Όμως, από την άλλη, ο Χ άνθρωπος σε 1ώρα μπορεί να περιποιηθεί, ας υποθέσουμε, περισσότερη επιφάνεια κήπου από τον άνθρωπο Ψ. Συνεπώς, ο πρώτος θα έχει προβάδισμα, θα προτιμάται και θα μπορεί να συσσωρεύει προς κατανάλωση περισσότερες χρονομονάδες από τον δεύτερο. Επίσης ο Α άνθρωπος μπορεί να διαθέτει τον χρόνο του για υπηρεσίες, που δεν έχουν ζήτηση, σε σχέση με τον Β που θα προσφέρει δημοφιλείς υπηρεσίες. Ενδεχομένως, ο Α να αναγκασθεί για μια ώρα εργασίας να αμοιφθεί με κλάσμα ώρας, ενώ ο Β να αμοιφθεί με περισσότερες χρονομονάδες, καθώς οι αγοραστές θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τις υπηρεσίες του.

Με λίγα λόγια, η εξαφάνιση του νομίσματος, δεν εγγυάται ότι θα εξαφανιστούν και οι αδυναμίες, που συνδέονται με αυτό. Φυσικά ως αδυναμία δεν θεωρώ τον πλούτο κλπ. Αντιθέτως, είναι η ορμή προς τον τελευταίο, που κινητοποιεί. Αντί, λοιπόν, να σκεφτόμαστε μια κοινωνία χωρίς χρήμα, ας σκεφτούμε καλύτερα πώς μπορούμε να ανατοποθετήσουμε το χρήμα και τον πλούτο στην σωστή τους θέση: Την θέση των μέσων προς εκπλήρωση των στόχων μας και όχι των αυτοσκοπών.