Posted by: Ντροπαλός on: Δευτέρα, 9, Νοεμβρίου, 2009
Πρόσφατα βρέθηκα στην Γερμανία -και συγκεκριμένα στο Βερολίνο- στα πλαίσια ενός σεμιναρίου, που έκανα αίτηση να παρακολουθήσω. Δεν μπορώ να σας γράψω πολλά πάνω στην πόλη, αφού το σεμινάριο ήταν τόσο σφιχτό με αποτέλεσμα με το ζόρι να καταφέρω να δω ότι υπήρχε στην διαδρομή μεταξύ χώρων σεμιναρίων και εστιατορίου, κατά την διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος και τα απογεύματα, όποτε υπήρχε η αντοχή. Επισκεφθηκα, πάντως, τον θόλο του Reichstag, περπάτησα μέσα στο μνημείο των δολοφονηθέντων Εβραίων της Ευρώπης (απ’ έξω μπορεί να φανεί και λίγο άσχετο, να εγείρει ερωτήσεις του τύπου: «πώς τιμούνται οι πεσόντες Εβραίοι με τέτοιο μνημείο;», «αποτελούν τα μπλόκια τσιμέντου έργο τέχνης;» κλπ. Όμως, βαδίζοντας μέσα του το αποτέλεσμα είναι πολύ πιεστικό και αγχογόνο με αποτέλεσμα προφανώς ο καλλιτέχνης να μπορεί να αποδώσει στον επισκέπτη μέρος της αγωνίας και του άγχους, που είχε αισθανθεί και βιώσει αυτή η κοινότητα το λιγότερο την περίοδο 1933-1945. Υπάρχει, πάντως και αμφισημία στο μνημείο από την άποψη ότι μπορεί να δει κανείς μέσα σε αυτό παιδιά, αλλά και ενηλίκους να παίζουν: π.χ κρυφτό ή να δοκιμάζουν τα αλματά τους μεταξύ των “μπλοκιών”. Υποβάθμιση, άγνοια κλπ του Ολοκαυτώματος ; Δεν νομίζω. Προφανώς ο καλλιτέχνης προσπαθεί να δημιουργήσει την σωστή ισορροπία μεταξύ μνήμης και καθημερινότητας κλπ. Φυσικά και δεν πρέπει να ξεχάσουμε, αλλά ταυτόχρονα η ζωή συνεχίζεται. )
Σε όλα τα παραπάνω πολλοί θα αντιτείνουν ότι ναι μεν έχουμε προβλήματα, αλλά έχουν και οι Γερμανοί, οι οποίοι συν τοις άλλοις «είναι ξενέρωτοι«, «δεν ξέρουν να ζουν», «όταν εμείς στέλναμε διαστημόπλοια στον Σείριο αυτοί κρέμονταν από τα δέντρα» και άλλα τέτοια ωραία. Μπορεί να στέλναμε διαστημόπλοια στον Σείριο, αλλά τώρα τί; Και σε ό,τι αφορά το ξέρουμε να ζούμε: Σκ*** ξέρουμε! Μόνο τον εαυτούλη μας κοιτάμε! «Ποιός ανάπηρος και μπούρδες; Εδώ βρήκα θέση για το αυτοκίνητό μου και δεν πρόκειται να περπατήσω καθόλου και να κουραστώ.» κλπ.
Άραγε αξίζει να προσπαθείς να συμπεριφέρεσαι πολιτισμένα και να σε λένε και από πάνω και μ***** κλπ ή μήπως το σωστότερο είναι αυτό;
Posted by: Ντροπαλός on: Τρίτη, 27, Οκτωβρίου, 2009
Το ομώνυμο βιβλίο του κ. Δημήτρη Μπουραντά (το οποίο το διάβασα παρεμπιπτόντως, καθώς η μητέρα μου αγχώθηκε με την εισαγωγή του, οπότε με παρακάλεσε να το διαβάσω για να δω, πώς είναι) τιμήθηκε από τους αναγνώστες με το βραβείο αναγνωστών 2008. Δεν γνωρίζω, εάν το διάβασαν και το τίμησαν με την ψήφο τους, ή εάν επηρεάσθηκαν απλώς από τον τίτλο του. Όπως έχω διαβάσει πηγαίνοντας από σελίδα σε σελίδα ενδεχομένως ο τίτλος να ήταν ιδέα του εκδότη ή του επιμελητή, ώστε να γίνει το βιβλίο πιο ελκυστικό, καθώς θα ομοίαζε περισσότερο σε κάποια ιστορία αγάπης. Όχι ότι δεν υπάρχει, κρυφά υποτίθεται για μεγάλο σημείο- και αυτή, αλλά σκοπός του συγγραφέα δεν ήταν να γράψει μια ιστορία αγάπης, αλλά μια διδακτική μυθιστορία. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ένα αφηγηματικά απλό Bildungsroman. Μας καλεί, λοιπόν, να το δούμε πρωτίστως ως ένα διδακτικό κείμενο, παρά ως ένα λογοτέχνημα. Έτσι, αφού υπάρχει αυτή η παραδοχή, ενδεχομένως να αδικείται από κριτικές που γράφηκαν και επικεντρώνονται στις λογοτεχνικές του αδυναμίες: απλοϊκή ιστορία, σχεδόν τετριμμένη, απλά λογοτεχνικά σχήματα κλπ. Άλλες κριτικές επικεντρώθηκαν, στο κατά πόσο είναι δυνατή η “διδαχή ζωής” μέσω του μάνατζμεντ. “Μήπως προσφέρει ανούσιες επιφανειακές συμβουλές;”, αναρωτήθηκαν πολλοί. “Μάνατζμεντ! Ανθρώπινοι πόροι! Ψυχολογία της εργασίας κλπ! Ωραίοι όροι για να δουλεύουν όλοι και να καρπώνονται τα κέρδη τα “καμάρια”-golden boys”. σχολίασαν άλλοι.
Δεν αρνούμαι την σκανδαλώδη ύπαρξη των υπεραμοιβομένων στελεχών κλπ, πολλά εκ των οποίων φαίνεται να κινούνται στα όρια της “ηθικής” (τουλάχιστον) και ναι θεωρώ απαραίτητο ότι μια επιχείρηση πρέπει να έχει στόχους (και οικονομικούς) ώστε να έχει την δυνατότητα να αμοίβει το προσωπικό της. Προσυπογράφω το ότι οι υπάλληλοι μιας επιχείρησης δεν μπορούν να αποτελούν τα “κορόϊδα της υπόθεσης”, όμως, από την άλλη μού φαίνεται παράλογο να ονειρεύονται την χρεωκοπία και το κλείσιμό της. Ενδεχομένως, πολλές από τις τεχνικές του μάνατζμεντ να χρησιμοποιούνται κατ’ αυτόν τον αισχρό και αντεργατικό τρόπο. Αυτό δεν κάνει υπεύθυνο, ούτε το μάνατζμεντ, ούτε τις θεωρίες του, ούτε όσους το διδάσκουν και το ερευνούν.
Διάβασα το βιβλίο, διότι εκεί που κάποιοι εντόπισαν πιθανές αδυναμίες “απλοϊκές συμβουλές”, εγώ είχα προσδοκίες πιθανών αρετών, που φέρει η απλότητα. Έχουμε διαβάσει σελίδες επί σελίδων απο συγγραφείς, οι οποίοι γνωρίζουν από την “ψυχολογία των σχέσεων”, “που μιλάνε στην γυναικεία ψυχή”, “που καταλαβαίνουν, πώς σκέπτονται οι άντρες”, “έχουν βρει το νόημα της ζωής”, “χαρτογραφούν την μοναχική πορεία του ανθρώπου” κλπ. Πολλές από αυτές τις σελίδες είναι όντως αξιόλογες και έχουν πολύ σημαντικά πράγματα να πουν. Άλλες, όμως, δεν αναπαράγουν παρά το τετριμμένο, το αναπόδεικτο το κοινωνικά αποδεκτό, αλλά όχι το επιστημονικά. Για να το θέσουμε απλούστερα: Κοινωνικά όλοι σχεδόν πιστεύουμε το “Καρκινάκι είσαι; Φαίνεται! Είσαι ευαίσθητος!”, “Πάντα μπροστά, λέων, σού λέω!”, η έρευνα, όμως, δεν συμφωνεί με τις πεποιθήσεις μας. Εάν ποτέ συμφωνήσει, εάν δηλαδή π.χ κάποια “καρκινάκια είναι όντως ευαίσθητα”, αυτό θα είναι και αποτέλεσμα (αυθ)υποβολής, παρά αποτέλεσμα ότι ο τάδε πλανήτης βρισκόταν εκεί, ο δείνα αστερισμός παραπέρα κλπ.
Η ιστορία: Επιτυχημένη γυναίκα περνάει μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο. Ο αφηγητής αναπολεί την ιστορία της και ενθέτοντας σε αυτήν την δική του προσπαθεί να βρεί, τί έφταιξε ώστε να την βοηθήσει. Παλεύοντας σε ενάντιους ανέμους η ηρωίδα φτάνει στους στόχους της και όπως οι αναγνώστες αντλούν πρότυπα από αυτήν, έτσι και αυτή από την ιστορία του αφηγητή. Είναι δηλαδή σαν να διαβάζουμε ένα βιβλίο όπου, μεταξύ άλλων, κάποιος διαβάζει ένα βιβλίο.
Στα προβλήματά της η ηρωίδα συναντά ως μέντορα σύμβουλο τον καθηγητή- αφηγητή, ο οποίος την ενθαρρύνει, τής εμπνέει αυτοπεποίθηση κλπ. Σε διάφορα κρίσιμα “σταυροδρόμια” τον συμβουλέυεται και με νέα αυτοπεποίθηση συνεχίζει. Πολλοί σημείωσαν ότι το κείμενο είναι φανταστικό μόνο και μόνο για αυτό: την διάθεση χρόνου από τον αφηγητή-καθηγητή. Στην πραγματική ζωή, λένε, ένας καθηγητής είτε από αδιαφορία, είτε από αδυναμία -λόγω πίεσης χρόνου- σπάνια θα διαθέσει πάνω από ένα επιφανειακό δεκάλεπτο σε κάποιον φοιτητη. Εγώ θα σταθώ σε κάτι άλλο. Μού φάνηκε τελείως αφύσικη η άμεση κινητοποίηση της ηρωίδας με το που την συμβούλευε ο καθηγητής της. Δεν δείλιασε, δεν πισωγύρισε, δεν σκέφτηκε κάτι του τύπου “Ναι καλά! Τα σκέφτεται λόγω θέσης και σιγουριάς!”. Η πραγματική ζωή δείχνει άλλα: ότι υπάρχουν πισωγυρίσματα, ότι καλό είναι να χτίζουμε σταδιακά πάνω στα μικρά να αποκτούμε αυτοπεποίθηση για όσα μικρά καταφέραμε. Μακάρι να μπορούσαμε να συμβουλευθούμε εμπιστευθούμε μια φορά το πρόβλημα στον φίλο μας, τον συνεργάτη μας, τον ψυχολόγο μας και να μάς έδινε αμέσως την λύση και να την εφαρμόζαμε άμεσα. Ενδεχομένως και να έχουμε αυτή την ψευδαίσθηση. Μπορώ να υποθέσω π.χ ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος υφίσταται πιέσεις και μισθολογική αδικία στην δουλειά του και επισκέπτεται έναν σύμβουλο καρριέρας, έναν ψυχολόγο κλπ πως ελπίζει να τού πει, πώς θα αποκτήσει την βαθιά επιβλητική φωνή, την ευθυτενή στάση και το σταθερό βλέμμα για να πει: “ο φορτος μου εργασίας είναι πολύ υψηλός για να αναλάβω και άλλον. Πέραν τούτου δικαιούμαι αύξηση”. Ο σωστός επαγγελματίας ειδικός (δεν αναφέρομαι στους φίλους, οι φίλοι είναι καλοπροαίρετοι, αλλά δεν διαθέτουν ειδικές γνώσεις και συνήθως κάνουν λάθη), όμως, δεν θα διδάξει απλώς τις τεχνικές. Αντιθέτως, θα προσγειώσει τον πελάτη του, χωρίς να τού αφαιρέσει τις φιλοδοξίες. Διότι στο κάτω κάτω, πώς μπορεί να ζητήσει π.χ μια γυναίκα αύξηση στην δουλειά της, όταν δεν μπορεί να ζητήσει από τις φίλες της μια φορά να πάνε εκεί που θέλει αυτή και όχι εκείνη να τις ακολουθεί συνεχώς; Και πιστέψτε με ακόμα και τα μικρά θέλουν κόπο!
Ο συγγραφέας κατ’ αρχήν προσεγγίζει με ορθό τρόπο ότι η ζωή είναι γεμάτη διλήμματα και πως κάθε επιλογή έχει και τις συνέπειές της. Το να επιλέξει κάποιος την “χαλαρή” και “χαμηλόμισθη” δουλειά του δημοσίου υπάλλήλου, ή την “εντατική” και “υψηλόμισθη” του ιδιωτικού είναι ένα δίλημμα. Όμως, τις περισσότερες φορές τα διλήμματα είναι πιο περίπλοκα, καθώς δεν μπορούν να αναφερθουν σε μια κοινή βάση. Επίσης και εδώ το προσεγγίζει σωστά ο συγγραφέας βάζοντας την ηρωίδα του να αμφιταλαντεύεται μεταξύ σπουδών και μετανάστευσης στο εξωτερικό και γάμου. Η ηρωίδα δεν βιώνει και τόσες πολλές αμφιβολίες, αφού “βολικότατα” ο φίλος της σε μια εκδρομή, που πηγαίνει μόνος του την απατά. Σύμφωνοι! Έκλαψε, στενοχωρήθηκε. Οπωσδήποτε, όμως, σε σχέση με το δίλημμά της, θα το ξεπέρασε πιο γρήγορα. Ο συγγραφέας, βέβαια, μας έχει προετοιμάσει, πριν να συμβεί το καταλυτικό αυτό γεγονός: ο τύπος είναι ρηχός, μικροσατραπίσκος κλπ. Είναι να απορεί κανείς, πώς σύναψε εξ αρχής μαζί του δεσμό η ηρωίδα! Σε αντίθεση με το βιβλίο, τις περισσότερες φορές, στην πραγματική ζωή η επιλογή είναι πιο περίπλοκη ή και πιο σκληρή. Ο σύντροφός μας π.χ μπορεί να είναι (ή έστω να πιστεύουμε) ότι είναι πλασμένος για εμάς, όπως και αντιστοίχως και η ευκαιρία, που μάς δίνεται και μας θέτει προ διλήμματος. Στο τέλος κάνουμε την επιλογή και αυτή είναι σκληρή και οδυνηρή. Για να την αντέξουμε δε, έχουμε εφεύρει αμπελοφιλοσοφίες του τύπου “ο έρωτας φαίνεται στην απουσία και στην δυνατότητα να είσαι και να αφήνεις τον άλλον ελεύθερο”, “έρωτας είναι η θυσία του εγώ” κλπ.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ηρωίδα είναι μία Übermensch σε ένα σύμπαν μετρίων ή/και ένα πρότυπο ηθικής και τιμιότητας σε έναν κόσμο, όπου αυτή απουσιάζει. Στην εργασία, που κάνει παράλληλα με τις σπουδές της, την σαμποτάρει ένα ζευγαράκι (διευθυντής, υποψήφια προϊστάμένη). Ενδεχομένως να ήταν πιο ρεαλιστικό, εάν υπήρχε σύγκρουση (και) με συναδέλφους/προϊσταμένους, οι οποίοι να είχαν ανάλογες ικανότητες, αντίστοιχες θεμιτές φιλοδοξίες κλπ. Αντιστοίχως στις αιτήσεις της για θέση διδακτικού προσωπικου πανεπιστημίου: όλοι οι άλλοι στην καλύτερη των περιπτώσεων δειλοί, που δεν τολμούν να τα βάλουν με το “σύστημα” φοβούμενοι μήπως και χάσουν την έστω και μικρή πιθανότητα να γίνουν ανθυπολεκτορίσκοι στην χειρότερη εδρούχοι γατζωμένοι καθηγητές, που θεωρούν το τμήμα φέουδό τους και αδιαφορούν να ανανεώσουν επεκτείνουν τις γνώσεις τους. Η ηρωίδα εκφράζει την διάχυτη εντύπωση ότι αυτός, που σπουδάζει (και) στο εξωτερικό πως είναι εξ ορισμού άριστος κλπ. Η πραγματικότητα στο Πανεπιστήμιο είναι περιπλοκότερη, σε ό,τι αφορά το προσωπικό του. Υπάρχουν αυτοί, που σπούδασαν εδώ και είναι καλοί (με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό) και αυτοί, που θεωρούν το πανεπιστήμιο φέουδό τους και στήνουν ταμπούρια. Ομοίως υπάρχουν και αυτοί, που θέλουν να έρθουν από το εξωτερικό, που είναι καλοί (πάλι με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό), αλλά και οι άλλοι, που έρχονται με αποικιοκρατική νοοτροπία καταλήγοντας πολλές φορές χειρότεροι από τους “ιθαγενείς” τους οποίους κριτικάρουν. Με λίγα λόγια, η ηρωίδα είναι τόσο τέλεια, τόσο άφταστη, που στο τέλος καταντά για τον αναγνώστη αντιπαθής.
Εάν και αναγνωρίζω ότι ο συγγραφέας είχε αγαθές προθέσεις γράφοντας αυτό το βιβλίο, και επαινετέα προσέγγιση, διότι, όπως έγραψα παραπάνω προτίμησε μια περισσότερο στέρεα προσέγγιση από πολλές τετριμμένες, κοινότοπες και μη-έγκυρες θεωρίες και πρακτικές, δυστυχώς σε προσωπικό επίπεδο δεν το είδα να με παρακινεί, αλλά να με κάνει να αισθάνομαι ασήμαντος, ανεπαρκής κλπ, από την στιγμή, που δεν μπορώ να ανταποκριθώ στην τελειότητα υπερανθρώπου, που έχει η ηρωίδα.
Επίσης έχουν γράψει: εδώ- Πατριάρχης Φώτιος, Στέφανος Ξένος, στο diavaseme, κριτική από την vivliolesxi, κριτική από την anagnostria (υποθέτω ότι θα υπάρχουν και άλλες).
Posted by: Ντροπαλός on: Παρασκευή, 16, Οκτωβρίου, 2009
Με το πρόσφατό του άρθρο στην Καθημερινή ο κ. Χρήστος Γιανναράς προβληματίζεται στο κατά πόσο συγκινούν πραγματικά τον Έλληνα τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» ή απλώς αυτά αποτελούν αφορμές φτηνής και ανέξοδης ρητορείας. Ο επιφυλλιδογράφος υποψιάζεται ότι συμβαίνει το δεύτερο και αυτό το αποδίδει στα εξής: Πρώτον έχει επέλθει/επέρχεται μια παρακμή του πολιτισμού, της γλώσσας, της ιστορίας και φυσικά και του Κράτους, που εκφράζει αυτά. Επίσης, το ίδιο αυτό Κράτος έχει γίνει εχθρικό προς τους πολίτες με τα ρουσφέτια, την άδικη διοίκηση, τα προβληματικά πανεπιστήμια κλπ. Συνεπώς, για ποιόν λόγο θα έπρεπε ο Έλληνας να έχει πραγματικό ενδιαφέρον για τα «εθνικά θέματα» και μάλιστα για ποιόν λόγο θα έπρεπε να διακινδυνεύσει ακόμα και την ζωή του για αυτό το Κράτος; Αυτή είναι η απάντηση στο ρητορικό ερώτημα που απευθύνει προηγουμένως. Ο Έλληνας θα προτιμήσει την «ειρήνη» (καταναλωτική πλησμονή) με δουλεία από την ελευθερία με πόλεμο.
Ο κ. Γιανναράς είναι εκπρόσωπος του αντι-φιλελεύθερου, αντι-ατομικιστικού, κοινοτιστικού τρόπου σκέψης. Σεβαστή η άποψή του, εάν και διαφωνούμε μαζί του. Το καταθλιπτικά ενδιαφέρον άρθρο του μάς δημιουργεί ορισμένες απορίες:
1) Ο κ. Γιανναράς ήταν λειτουργός σε Πανεπιστήμιο της Ελλάδας. Ενδεχομένως να υπηρέτησε, ενώ δεν είχε συντελεσθεί ακόμα η «παρακμή» του ελληνικού πανεπιστημίου, ή ακόμα και να είχε ήδη συμβεί αυτό, ήταν και είναι χρέος του να υποδεικνύει τα “κακώς κείμενα”. Όμως, δημιουργεί εντύπωση το γιατί δεν κατέθεσε σε ένδειξη διαμαρτυρίας τον τίτλο του «ομοτίμου», που κατέχει.
2) Είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι ο επιφυλλιδογράφος αγνοεί πως ορισμένες συμβολικές κινήσεις δεν έχουν παραπάνω σημασία από την προφανή. Το ότι συνεχάρη ο πρόεδρος των ΗΠΑ τον νεοεκλεγέντα Πρωθυπουργό δεν σημαίνει ότι μήκαμε σε περίοδο υποτέλειας προς τις ΗΠΑ. Αντιστρόφως -και για να μην είμαστε άδικοι μαζί του- η εμμονή όλων των ΜΜΕ να τονίζουν ότι «ΠΡΩΤΟΣ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ συνεχάρη τον νέο Πρωθυπουργό» προσπαθεί να εγείρει τα συναισθήματα ότι όλα τα προβλήματα θα μας τα λύσουν οι Δυνάμεις (η Υπερδύναμη), χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να μεταβάλουμε τις θέσεις μας κατά κεραία, αλλά και χωρίς να δώσουμε τίποτα στην Υπερδύναμη ως αντάλλαγμα για την διαμεσολάβησή της.
3) Σε κάποιο σημείο της επιφυλλίδας γράφεται ότι μια τέτοια δημοσκόπηση (σημαντικότητα εθνικών θεμάτων και επιλογή ψήφου κλπ) θα έπρεπε να είχε γίνει αντικείμενο παραγγελίας από αξιωματούχους της εθνικής άμυνας. Γιατί; Υπάρχει περίπτωση οι αξιωματικοί να συμπήξουν «στρατιωτικό κόμμα» οπότε είναι απαραίτητο να γνωρίζουν τις στάσεις των πολιτών; Δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα στους στρατιωτικούς να κομματικοποιούνται και συνδικαλίζονται; Με ποιά νομιμοποίηση, λοιπόν, και με ποιά σκοπιμότητα τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων θα έπρεπε να είχαν παραγγείλει μια τέτοια δημοσκόπηση και μάλιστα εδώ και πολύ καιρό;
4) Ο επιφανής διανοητής θέτει στην επιφυλλίδα του το τραγικό δίλημμα μεταξύ της «ελευθερίας με πόλεμο και της “ειρήνης” (καταναλωτική πλησμονή) με δουλεία». Το δίλημμα είναι τραγικό, έστω και εάν μάς δίνεται η εντύπωση πως ο συγγραφέας της επιφυλλίδας το έχει επιλύσει, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το προσωπικό επίπεδο. Αυτό, που μάς κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι η επιλεκτική χρήση του σημείου των εισαγωγικών. Η ελευθερία είναι εκτός εισαγωγικών. Δεν είναι πλαστή, δεν είναι «δήθεν». Αντιθέτως, η ειρήνη έχει τίμημα την δουλεία και για αυτό βρίσκεται εντός εισαγωγικών. Δεν πρόκειται, λοιπόν, περί πραγματικής ειρήνης, αλλά για κάτι το ψευδές. Ακόμα και εάν είναι αληθινή είναι με τόσο βαρύ τίμημα, που δεν αξίζει. Αυτό προφανώς υπαινίσσεται ο συγγραφέας της επιφυλλίδας. Όμως, από την άλλη, κατά πόσο είναι ελεύθερο και όχι «ελεύθερο» το άτομο ή η κοινωνία, που βρίσκεται συνεχώς σε ύψιστη πολεμική ετοιμότητα, ή όπως αλλιώς μπορεί να λέγεται, ή ακόμα και σε κανονική πολεμική εμπλοκή; Η ύψιστη πολεμική ετοιμότητα μπορεί να σημαίνει λογοκρισία, καταναγκασμό, περιορισμό και διάφορες άλλες έννοιες, που μάλλον δεν τις περιμένει κανείς μαζί με την ελευθερία. Πρόσφατα μάλιστα διάβαζα το Η Έπαυλη των Ανδρών του Ντενί Γκετζ. Εκεί ένας των δύο ηρώων λέει (περίπου, γιατί δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια) ότι τους έλεγαν πως πολεμούν για να είναι υπερήφανοι, όρθιοι κλπ και πως ποτέ άλλοτε στην ζωή του, πέρα από τον πόλεμο, δεν είχε σκύψει και είχε χώσει το πρόσωπό του στη λάσπη.
Είναι οι ειρηνόφιλοι εθελόδουλοι, λοιπόν; Προφανώς όχι, όπως και δεν είναι εξ ορισμού πολεμοχαρείς οι «ελευθερόφρονες» (κανένας υπαινιγμός). Αμφότεροι επιθυμούν τόσο την ελευθερία, όσο και την ειρήνη. Για το έντιμο, όμως, της συζήτησης τα δίπολα θα έπρεπε να είναι είτε «ελευθερία» και «ειρήνη», είτε ελευθερία και ειρήνη. Διαφορετικά απλώς δημιουργείται σύγχυση στον αναγνώστη, ελπίζουμε, πάντως, όχι σκόπιμη.
Εδώ μια γλωσσολογική προσέγγιση του συγκεκριμένου άρθρου.
Posted by: Ντροπαλός on: Παρασκευή, 9, Οκτωβρίου, 2009
Η νέα Κυβέρνηση ανακοινώθηκε την Τρίτη και ορκίσθηκε την Τετάρτη. Ας ευχηθούμε καλή επιτυχία. Συνοπτικά μερικά ενδιαφέροντα σημεία, που -προφανώς- τα έχουν σημειώσει και άλλοι:
Last but not least
Αυτό, που με προβλημάτισε ήταν η ανάθεση υπουργικού αξιώματος στον κ. Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Μόλις πριν από λίγους μήνες ο κ. Παπακωνσταντίνου εξελέγη από τους Έλληνες πολίτες Ευρωβουλευτής και μάλιστα σε υψηλή προβεβλημένη θέση. Αντί να τιμήσει την θέση, που τού ανατέθηκε δέχθηκε, την ανάληψη υπουργικού αξιώματος, που τού πρότεινε ο Πρωθυπουργός
Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο κ. Παπακωνσταντίνου δεν είναι ο πρώτος, που ανακαλείται από το Στρασβούργο και ενδεχομένως να έχει να προσφέρει περισσότερα ως Υπουργός Οικονομικών, παρά ως Ευρωβουλευτής. Είναι, όμως, δείγμα της γενικότερης “απαξίας”, που δείχνουμε, τόσο στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, όσο και στο αξίωμα του μέλους ελεγκτικής και νομοθετικής συνέλευσης, είτε λέγεται Βουλή, είτε λέγεται Ευρωβουλή. Με ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας να έχει σχέσεις με αποφάσεις, που λαμβάνονται στην ΕΕ και με το Ευρωκοινοβούλιο να αναλαμβάνει ολοένα και περισσότερες συναρμοδιότητες, είναι απαραίτητο, τόσο να συμμετέχουμε ενεργά σε αυτό, όπως και στους άλλους θεσμούς, όσο και να αποδίδουμε και τις δέουσες συμβολικές τιμές. Και η παραίτηση του κ. Παπακωνσταντίνου, αλλά και άλλων που προηγήθηκαν κλπ, δεν αποδίδει την δέουσα τιμή, ούτε στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά ούτε και στους πολίτες, που τίμησαν τους παραιτηθέντες Ευρωβουλευτές με την ψήφο τους.
Από την άλλη δεν μπορούμε να σημειώσουμε και την κουλτούρα απαξίωσης, που υπάρχει για το μέλος νομοθετικής και ελεγκτικής συνέλευσης. Δυστυχώς, στην Ελλάδα έχουμε την εντύπωση ότι μόνο ο (υφ)υπουργός ασκεί πολιτική και έχει εξουσία για να κάνει έργο, ενώ ο βουλευτής είναι λίγο πολύ ένας προθάλαμος για κυβερνητικές θέσεις. Είναι αλήθεια ότι το Πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, ο αρχηγισμός στα κόμματα, ο κυβερνητικός συγκεντρωτισμός κλπ δημιουργούν ένα σύστημα, όπου η “εξουσία” δεν είναι διαμοιρασμένη, αλλά μάλλον συγκεντρωμένη στην Κυβέρνηση. Οι (Ευρω)βουλευτές θα έπρεπε να αντιστέκονται όσο μπορούν σε αυτό και να αναγνωρίζουν ότι η ελεγκτική τους και νομοθετική τους εξουσία είναι εξίσου σημαντική. Πρέπει να διεκδικήσουν τις δυνάμεις τους, αντί να συμβιβάζονται.
Με τα αρχικά θετικά δείγματα γραφής, που έχει δείξει, θα περιμέναμε από τον κ. Πρωθυπουργό να είχε την ευαισθησία να αντιληφθεί αυτήν την μικρή λεπτομέρεια και να αφήσει τον κ. Παπακωνσταντίνου να ολοκληρώσει την θητεία του στο Ευρωκοινοβούλιο. Αποφάσισε να πράξει αλλιώς. Στον κ. Παπακωνσταντίνου δεν μένει παρά να ευχηθούμε καλή επιτυχία στα νέα του καθήκοντα.
Posted by: Ντροπαλός on: Τετάρτη, 7, Οκτωβρίου, 2009
Πρόσφατα. Το καλοκαίρι η μητέρα μου μού ζήτησε, όταν κατεβώ στην αγορά, να τής αγοράσω ένα βιβλίο. Πήγα στο βιβλιοπωλείο, το βρήκα πολύ εύκολα, αφού δεν χρειάστηκε να ρωτήσω, καθώς βρισκόταν στις προθήκες με τα ευπώλητα. Πηγαίνοντας προς το ταμείο γύρισα για να διαβάσω το οπισθόφυλλο. Η υπόθεση ήταν του τύπου:
Η Ερρικέττα Ζαφεράνου -πετυχημένη επιχειρηματίας- ποτέ δεν θα περίμενε ότι η επαγγελματική επιστολή από την δικηγόρο Αφροδίτη Ζαζάουρα προερχόταν από το ίδιο άτομο, που πριν 25 χρόνια το γνώριζε ως Φωφίκα-Ζοζίκα. Οι δύο αγαπημένες φίλες ξαναβρέθηκαν, είπαν τα παλιά και καθώς έρχεται το καλοκαίρι η Ερρικέττα, που ήταν και αυτή γνωστή κάποτε ως Ριρή, πρότεινε στην Αφροδίτη να την φιλοξενήσει στο εξοχικό της στις Λαβαμπαρτιές. Το σπίτι ήταν άνετο. Ζωντοχήρα γαρ. Τίποτα, όμως, δεν την είχε προετοιμάσει για την έκπληξη, που θα βίωνε την ημέρα που περίμενε την φιλοξενούμενή της, καθώς από το SUV εκτός από την Αφροδίτη βγήκε και ο γιός της Τιβέριος…
Μια ιστορία για τον έρωτα, την φιλία, την μητρότητα, την γυναικεία διαίσθηση και για το μαγικό ελληνικό καλοκαίρι….
Αγόρασα το βιβλίο, προσέχοντας μήπως με παρατηρούν άλλοι και με σχολιάσουν, και επέστρεψα στο σπίτι. “Πω, ρε μάνα, τί κάθεσαι και διαβάζεις! Δεν βαριέσαι; Γιατί δεν διαβάζεις καλύτερα αυτό που λέει για έναν μοριακό βιολόγο, ο οποίος προσπαθεί να κλωνοποιήσει τον μαγικό δεινόσαυρο, που χρησιμοποίησε ο Αρμίνιος στην μάχη του Τευτοβούργιου Δρυμού και φυλούσσε τις μάγισσες στις Βαλπούργιες νύχτες, και τον οποίο βιολόγο προσπαθούν να εμποδίσουν οι μυστικές υπηρεσίες της Ύψιστης Αρχής;”
Πρέπει να το παραδεχθούμε. Αντιμετωπίζουμε απαξιωτικά την “γυναικεία” την “ροζ” λογοτεχνία. Προφανώς, θα είναι αποτέλεσμα των δομών των κοινωνιών μας. Αντιθέτως, την “ανδρική” την αντιμετωπίζουμε πιο συγκαταβατικά. Τα συνομωσιολογικά π.χ βιβλία, τα λέμε ευχάριστα αναγνώσματα παραλίας, ούτε ασχολούμαστε για το εάν οι αναγνώστες τους είναι βάρβαροι, απολίτιστοι κλπ. Τα δε αστυνομικά, αφού κάποτε τα θεωρούσαμε ευτελή, τα έχουμε αναγάγει σε υψηλή λογοτεχνία. Αντιθέτως, λίγο πολύ απαιτούμε μια γυναίκα να απολογείται για τα “ελαφρά” αναγνώσματα, που τυχόν διαβάζει. Την θεωρούμε μικρόνοη, μικροαστή, “νοικοκυρούλα”, που ζει σε έναν ονειρικό κόσμο, περιμένει τον πρίγκηπα είναι άβουλη κλπ. Η φανταστική ζωή της, την εμποδίζει να διεκδικεί και να αγωνίζεται στο πραγματικό κόσμο.
Ενδεχομένως, όλο αυτό το “ενδιαφέρον” να πορεύεται εκ του πονηρού: Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι οι “διανοούμενοι”, που εκτοξεύουν τέτοιου είδους χοληβόλες κριτικές, πρωτίστως εναντίον των αναγνωστριών και δευτερευόντος εναντίον των έργων, μάλλον ενδιαφέρονται να πλασάρουν την δήθεν ανωτερότητά τους, παρά κόπτονται στην αφύπνιση των αναγνωστριών. Η σκέψη τους είναι όχι απλώς συντηρητική, αλλά αντιδραστική, ουτοπική και απαξιωτική προς το αναγνωστικό κοινό, του οποίου την κουλτούρα αποστρέφονται, υμνώντας -όμως- μια απροσδιόριστη έννοια λαού και την “ψυχή” του (βλ. Zeev Sternhell, Ο Αντιδιαφωτισμός, Αθήνα, Πόλις, 2009, σ. 27) Τα βιβλία αυτά έχουν επίσης ένα άλλο κακό: συνήθως κάνουυν καλές πωλήσεις και φέρουν εισοδήματα στους εκδότες και στους συγγραφείς. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το ιδεολόγημα ότι ο καλός συγγραφέας πρέπει να είναι πένης. Πώς αλλιώς; Άνεση στην ζωή και κατοχή υλικών αγαθών θα τον εμπόδιζαν από το να συλλάβει το “νόημα” της ζωής. Πρέπει να είναι και καταθλιπτικός (πάλι για να συλλαμβάνει το πραγματικό νόημα της ζωής). Χωρίς να αρνούμαι ότι θα έχουν υπάρξει και συγγραφείς, που ήταν πένητες, καταθλιπτικοί (λέγεται, πάντως ότι δημιουργικοί είναι οι μανιοκαταθλιπτικοί στην περίοδο της μανίας)-ή αυτά και άλλα μαζί- και θα έχουν γράψει (και) λογοτεχνικά διαμάντια θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, στους οποίους αυτά τα προβλήματα δεν θα επέτρεψαν να ξεδιπλώσουν κανένα τους ταλέντο.
Πού είναι το κακό να διαβάσει κάποιος ένα ελαφρύ βιβλίο; Το ότι γερνάμε, σιγά σιγά δεν θα μπορούμε να παρακολουθήσουμε τον κόσμο γύρω μας, θα παραμερισθούμε και θα πεθάνουμε, το γνωρίζουμε όλοι και δεν χρειαζόμαστε κανένα “σοβαρό” βιβλίο για να το μάθουμε αυτό. Προφανώς, δεν θέλω να απαξιώσω την σοβαρή λογοτεχνία, φυσικά την διαβάζω, αλλά υπάρχουν και βιβλία, που ανήκουν σε αυτή, που δεν λένε τίποτα, ή έστω δεν εκφράζουν τίποτα καινούργιο, παρά μεταμφιέζουν την κενότητά τους σε περίπλοκα ρητορικά σχήματα. Δεν είναι όλη η “ποιοτική” λογοτεχνία και τόσο ποιοτική.
Πολλές φορές κάνουμε αυτοκριτική ως κοινωνία ότι δεν διαβάζουμε και αναφερόμαστε σε άλλα πλέον πολιτισμένα έθνη με θαυμασμό και με κάποια ζήλια, ότι αυτά διαβάζουν και πως εκεί οι άνθρωποι διαβάζουν παντού: σε σπίτια, σε τραίνα, σε λεωφορεία. Όμως, είναι σίγουρο ότι διαβάζουν μόνο ποιοτικά βιβλία; Πόσο είναι δυνατόν να διαβάσει κανείς τον Οδυσσεα του Τζόϋς σε ένα λεωφορείο ή το Σύνταγμα της Ελευθερίας του Hayek κλπ; Για να επιστρέψουμε στα δικά μας: εάν η κοινωνία μας δεν διαβάζει, μήπως είναι πολυτέλεια να απαξιώνουμε τα μη-ποιοτικά βιβλία και τους αναγνώστες τους; Μήπως αυτά τα μη-ποιοτικά βιβλία θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα βήμα για ανάγνωση και σοβαρότερων κειμένων;
Posted by: Ντροπαλός on: Κυριακή, 4, Οκτωβρίου, 2009
Ανεβάζω την δημοσίευση αυτή πριν να κλείσουν οι κάλπες, πριν να μάθουμε τα πιθανά αποτελέσματα μέσω των δημοσκοπήσεων εξόδου και πριν μάθουμε τα επίσημα αποτελέσματα με την καταμέτρηση των ψήφων. Συνεπώς δεν ζητωκραυγάζω συγκεκριμένα ούτε υπέρ της αναβαπτισμένης ΝΔ -εάν τυχόν λάβει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία-, ούτε υπέρ του έλα-να-μας-σώσεις ΠΑΣΟΚ, εάν τυχόν την λάβει αυτό.
Είμαι μήπως ένας “Ταλλεϋράνδος”, ή ένας “Ο.Φ.Α”, ικανός να μεταβάλει τις αξίες του εν μία νυκτί για να βολέψει τα συμφέροντά του; Δεν νομίζω.
Τότε γιατί τα γράφω αυτά; Πολύ απλά, διότι έχω βαρεθεί να ακούω ότι πάμε από το κακό στο χειρότερο, ότι όσο πιο πίσω στον χρόνο, τόσο πιο καλά, ότι παλιά ήταν μικρά τα σπίτια και μεγάλες οι καρδιές, ότι τίποτα δεν δουλεύει σε αυτήν την χώρα. Υπάρχει τέτοιος εμποτισμός με την κουλτούρα της μαυρίλας και της απαισιοδοξίας, που κάνει τους θρήνους του Ιερεμίου να αποτελούν ευχάριστο αντικαταθλιπτικό ανάγνωσμα. Ασφαλώς και υπάρχουν και δυσκολίες και ελλείψεις και σε κάθε ερώτημα και πρόβλημα, που επιλύεται προκύπτουν πολλαπλάσια λες και είναι η Λερναία Ύδρα. Δεν είναι ότι επιλύονται ή απαντώνται με λάθος τρόπο. Είναι η ανθρώπινη φύση, που στην ικανοποίηση κάποιας ανάγκης θα αναζητήσει την ικανοποίηση κάποιας άλλης κλπ.
Για να περιοριστούμε στον χώρο της οικονομίας και στα προβλήματα, που φέρνει ο πεσσιμισμός σκεφτείτε το εξής: έχουμε ένα Κράτος, το οποίο μάς στήνει φορολογικές παγίδες, επειδή θεωρεί οτι θα το κλέψουμε· πολίτες, που θεωρούν το Κράτος ανεπαρκές εξ’ ορισμού. Επίσης εργοδότες, που συμπιέζουν τους εργαζομένους προσαπθώντας να βγάλουν το μέγιστο του έργου με την μικρότερη αμοιβή κλπ, επειδή είναι βέβαιοι ότι η κατάρρευση, η καταστροφή είναι στην γωνία και τους περιμένει·εργαζομένους, που πάντα θεωρούν ότι τους κλέβουν, όπως αντίστοιχες αντιλήψεις έχουν και οι καταναλωτές, ενώ οι έμποροι συνεχώς “δεν βγαίνουν”. Έχουμε αναφερθεί ξανά δε, στον καταστροφικό ρόλο, που παίζει η τηλεόραση στην κατανόηση, αλλά και στην ίδια την οικονομία. Εάν αντιμετωπίζουμε συνεχώς την οικονομία έτσι, πώς θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την τωρινή, αλλά και από την δομική κρίση; Ο καθένας θα προσπαθήσει να σώσει ό,τι μπορεί πατώντας ακόμη και επί πτωμάτων.
Αυτό, φυσικά, δεν χαρακτηρίζει μόνο τον χώρο της οικονομίας. Χαρακτηρίζει όλη την κοινωνική, αλλά και πολιτική ζωή. Αφού η καταστροφή έρχεται, πρέπει να σώσουμε ό,τι μπορούμε. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα με την παρελθοντολαγνεία και την εξιδανίκευση. Κανένα καλό δεν μπορεί να φτάσει το τέλειο. Αποτέλεσμα όλων αυτών το να μιζεριάζουμε. Επίσης, αφού όλα τα θεωρούμε κακά, σχετλία και τρισάθλια δεν μπορούμε να ασχοληθούμε με τα πραγματικά σχετλία, τρισάθλια και κακά.
Η μόνη λύση είναι ένας αισιόδοξος ρεαλισμός. Δεν είπε κανείς να καβαλήσουμε το “ροζ συννεφάκι”. Μια ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας, όμως, όπου οι δυσκολίες θα μας “ατσαλώσουν” και τα θετικά θα μάς δώσουν περαιτέρω κουράγιο για να συνεχίσουμε είναι αυτό, που χρειάζεται.
Καλή ψήφο και μην ξεχνάτε ότι:
1) Στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, οπότε δεν χάθηκε ο κόσμος εάν βγει ή δεν βγει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
2) Εάν βγει το κόμμα της επιλογής σας, αυτό δεν σημαίνει ότι ήρθε ο παράδεισος επί της γής…
3) Ούτε φυσικά και η κόλαση, εάν δεν βγει.
4) Ψηφίστε. Φυσικά και δέχομαι οτι η αποχή είναι πολιτική στάση, όμως με την αποχή αφήνετε τους άλλους να αποφασίζουν για εσάς.
Posted by: Ντροπαλός on: Κυριακή, 27, Σεπτεμβρίου, 2009
Καθώς η παρούσα Κυβέρνηση (ΝΔ) φαίνεται να μην επανεκλέγεται, όπως δείχνουν όπως έδειχναν μέχρι να απαγορευθούν οι δημοσκοπήσεις, οι δημοσιογράφοι ρωτούν, αναρωτιούνται σχολιάζουν -και μαζί με αυτούς και οι πολίτες- για το τί θα πράξει ο Πρόεδρος του κόμματος την επομένη της ήττας. Όλα αυτά έχουν γεμίσει, φυσικά, σελίδες επί σελίδων με αναλύσεις, οι περισσότερες άχρηστες, για το τί είπε ο Πρωθυπουργός, τί εννούσε, τί κρυφό μήνυμα ήθελε να περάσει, τί σημαίνει, που είχε ραντεβού με τον τάδε υπουργό στις 2 και όχι στις 3 το μεσημέρι, γιατί ο υπουργός έβαλε την τάδε γραβάτα.
Ο Πρωθυπουργός με την ιδιότητά του ως Πρόεδρος κόμματος, δήλωσε πως δεν σκοπεύει να παραιτηθεί από την ηγεσία του κόμματός του και πως στο κάτω κάτω δεν είναι και σε κάποια πολύ προχωρημένη ηλικία για να “συνταξιοδοτηθεί”. Πολλοί έσπευσαν να μιλήσουν για δείγματα αυταρχικότητας ή και οι καλοθελητές για στρατηγικές, που μπορεί να φέρουν κρίση στην παράταξη. Τα ίδια, φυσικά, ακούγαμε και διαβάζαμε, όταν ο Πρόεδρος της αντιπολίτευσης δεν κατάφερνε να επιτύχει νίκες, ή έστω ικανοποιητικά ποσοστά, σε προηγούμενες εκλογές.
Από την άλλη, βέβαια, όταν οι προοπτικές είναι καλές κανένας δεν αναφέρεται σε προτάσεις παραίτησης. Όπως λέγεται το “άλογο που κερδίζει δεν το αλλάζεις” (“Άλογο”, ο Πρόεδρος; ο Αρχηγός; Τί αυθάδεια! Απορώ, πώς δεν το έχουν αντιληφθεί ακόμα για να μαστιγώσουν τους αυθάδεις!)
Η εικόνα με έναν αρχηγό κόμματος να παραιτείται, επειδή έχασε, δείχνει έναν φυγόμαχο, αλλά σίγουρα και από την άλλη η επιθυμία του να παραμείνει στην ηγεσία μπορεί να είναι (και) δείγμα εμμονής με την εξουσία, παραγνώρισης της πραγματικότητας κλπ.
Κατά βάθος, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην παραίτηση ή μη του Προέδρου ενός κόμματος. Όχι ότι δεν είναι σημαντικό, αλλά είναι ένα ασήμαντο σύμπτωμα σε μια παθογένεια. Και η παθογένεια αυτή δεν είναι τίποτα άλλο από την αρχηγική, μοναρχική δομή των κομμάτων. Ο Αρχηγός αποφασίζει για όλα. Ακριβώς! Αρχηγός, λες και πρόκειται για στρατιωτικό σχηματισμό. Οι όροι Πρόεδρος κλπ είναι τις περισσότερες φορές εύσχημοι, παρά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο Αρχηγός αποφασίζει για την πολιτική, για τα στελέχη (στα οποία επαπειλεί πάντα την δαμόκλειο σπάθη της διαγραφής), για την σύνθεση των ψηφοδελτίων κλπ. Όλα αυτά κάνουν τον Πρόεδρο ενός κόμματος σχεδόν Ρωμαίο imperator, του οποίου οι “λόγχες” του “στρατεύματός” του τον προστατεύουν, όσο είναι νικηφόρος, για να στραφούν μετά ενάντία του.
Αυτό, που χρειάζεται είναι η πραγματική δημοκρατία στα κόμματα. Πολλές φορές μας παρουσιάζεται το δίλημμα ότι ένα κόμμα μπορεί να είναι είτε αρχηγοκεντρικό, είτε ένα συνοθύλευμα από χαοτικά ανταγωνιστικώς συνεργαζόμενα γκρουπούσκουλα. Δυσκολεύομαι να το δεχτώ αυτό και θα ήθελα να βρεθεί μια λύση, καθώς η έλλειψη δημοκρατίας στα κόμματα δεν είναι εσωτερική, αλλά επεκτείνεται και πέραν αυτών υποβαθμίζοντας την πολιτική μας ζωή.
Posted by: Ντροπαλός on: Τρίτη, 22, Σεπτεμβρίου, 2009
Εν όψει των επικείμενων εκλογών και καθώς (επαν)έρχονται οι συζητήσεις για αλλαγή του εκλογικού συστήματος, μια πρόχειρη “δημοσκόπηση”. Οι επιλογές εδώ είναι πολύ απλουστευτικές. Ο σχεδιασμός των εκλογικών συστημάτων, η συμπεριφορά των ψηφοφόρων κλπ απαιτούν ειδικές γνώσεις μαθηματικών και εκλογικής κοινωνιολογίας. Η παρούσα “δημοσκόπηση” δεν μπορεί να καλύψει όλες τις δυνατές παραλλαγές των εκλογικών συστημάτων, ούτε μπαίνει σε ερωτήματα εκλογικών μέτρων, “+1″, το τί γίνεται με τα όποια τυχόν αδιάθετα υπόλοιπα, ή -στην περίπτωση των πολυεδρικών περιφερειών με σύστημα επλογής-, εάν ο ψηφοφόρος έχει δικαίωμα να επιλέξει μέχρι όσους βουλευτές εκλέγει η περιφέρειά του, λιγότερους, ή εάν μπορεί να επισωρεύσει τις προτιμήσεις του ακόμα και σε έναν μοναδικό υποψήφιο.
Μερικές διευκρινίσεις: 51%, 40%, 9% (ή παραλλαγές) : Το πρώτο κόμμα λαμβάνει το 51% των εδρών της περιφέρειας το δεύτερο το 40%, το υπόλοιπο 9% επιμερίζεται αναλογικά ανάμεσα στους υπόλοιπους συνδυασμούς μέχρι να καλυφθούν οι έδρες.
Μικρή μονοεδρική σε συνδυασμό με ευρύτερη πολυεδρική= “Γερμανικό” σύστημα
Παραλλαγές “ενισχυμένης” “αναλογικης”. Στην ουσία τα διάφορα συστήματα, που ισχύουν στην Ελλάδα από την Μεταπολίτευση.
Ενιαίο ψηφοδέλτιο: Ο ψηφοφόρος σε μια πχ διεδρική περιφέρεια μπορεί να επιλέξει (μέχρι) δύο υποψηφίους είτε με επιλογή του τύπου: Υποψήφιος 1(Κόμμα Α), Υποψήφιος 2 (Κόμμα Ζ), είτε με επιλογή του τύπου Υποψήφιος 1 (Κόμμα Τ), Υποψήφιος 2 (Κόμμα Τ).
Posted by: Ντροπαλός on: Παρασκευή, 18, Σεπτεμβρίου, 2009
Γιατί το όνομα της γνωστής πολιτικής οικογένειας των Καραμανλήδων διατήρησε έναν φωνητικό και ορθογραφικό συνδυασμό ξένο στα ελληνικά (το -νλ-) και δεν προσαρμόστηκε στον συνδυασμό “λλ” (ή έστω με την απλογράφηση “λ”) ; Με λίγα λόγια γιατί Καραμανλής και όχι *Καραμαλ(λ)ής; Βέβαια, έχω την εντύπωση ότι στον γρήγορο προφορικό λόγο το “ν” μάλλον χάνεται.
Κάποιος θα αντιτείνει ότι σήμερα ο συνδυασμός αυτός συναντάται. Χαρακτηριστική η λέξη “Φινλανδία”, που την βλέπουμε (και την ακούμε ολοένα και συχνότερα) αντί του “σωστότερου” “Φι(λ)λανδία”. Πρωτοβουλία των συντακτών, που μετέγραψαν γράμμα προς γράμμα την λέξη Finland κτο; Εξοικείωση του κόσμου με τον συγεκριμένο συνδυασμό γραμμάτων, καθώς λόγω τουριστικής κίνησης ακούει συχνότερα προτάσεις “I am from FiNLand”, “I ‘ve been to FiNLand” κλπ, και που μετά αποτυπώθηκε και στον γραπτό λόγο;
Όμως, το όνομα της οικογένειας αυτής υπάρχει πριν τις σύγχρονες “αναπαραστάσεις” της γλώσσας, όταν υπήρχε μεγαλύτερη αυστηρότητα και το μέτρο δεν ήταν τόσο η συσχέτιση με την σύγχρονη γλώσσα, αλλά με την αρχαία (στην συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, νομίζουμε ότι και η σύγχρονη γλώσσα βρίσκει πρόβλημα συσχέτισης). Συνεπώς, γιατί δεν προσαρμόστηκε στο φωνητικό σύστημα της ελληνικής;
Posted by: Ντροπαλός on: Παρασκευή, 11, Σεπτεμβρίου, 2009
Διακοπές. Σε ακριτικό νησί. Από αυτά που ομνύουμε ότι αποτελούν την ψυχή μας, βγάζουμε βαρύγδουπους λόγους, λέμε ότι δεν θα τα ξεχάσουμε, πολιτικοί εγκαινιάζουν κέντρα, για να ερημώσουν μετά. Από τους τόπους, που η Πολιτεία θεωρεί ότι τής προσαυξάνει το εδαφικό κύρος, αντί να στοχάζεται τις υποχρεώσεις της, που είναι η ευημερία του πληθυσμού. Πρέπει να το έχουνε ξανααναφέρει: το Κράτος οφείλει στους πολίτες, όχι οι τελευταίοι στο πρώτο, και εάν οι πολίτες οφείλουν να είναι συνεπείσ προς το Κράτος, το κάνουν αυτό για να μπορεί να ανταποκρίνεται αυτό στις υποχρεώσεις του προς αυτό και τους συμπολίτες τους.
Ήσυχο νησί. Δεν θα το πρότεινα για την έντονή του ζωή. Στο κάτω κάτω και εγώ εκεί πήγα για ξεκούραση και όχι για τρελλά ξενύχτια. Λες και εδώ, που ζω δεν έχω την ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Το νησί θα το χαρακτήριζα οικογενειακό λόγω της ησυχίας του, του μικρού του μεγέθους, της σχεδόν απουσίας του αυτοκινήτων.
Κάθε βράδυ ο ίδιος μικρός πληθυσμός, επισκεπτών και ντόπιων πηγαινοερχόταν στον παράλιο δρόμο του οικισμού, καθόταν στις ταβέρνες και στα ήσυχα μπαρ. Μην φανταστείτε καμμιά μεγάλη απόσταση. Η απόσταση μεταξύ της Πλατείας Συντάγματος και της Πλατείας Ομονοίας πρέπει να είναι σαφώς μεγαλύτερη. Σε κάποιο σημείο ο δρόμος άνοιγε αρκετά και γινόταν ο χώρος του λιμανιου. Δεν θα έλεγα η πλατεία, γιατί αυτή υπήρχε (μάλλον) λίγο πιο πάνω γύρω από έναν πλάτανο και περικυκλωμένη από μια συμπαθητική ταβερνούλα και ένα καλοφροντισμένο παντοπωλείο.
Τα παιδιά, με τους γονείς χωρίς μεγάλο αγχος αφού ο χώρος είναι μικρός και τα αυτοκίνητα μάλλον απόντα, άρα η πιθανότητα έκθεσης τους σε κίνδυνο μειώνεται, έχουν κάνει στέκι τους τον χώρο του λιμανιού, ο οποίος τους προσφέρει άνετο χρόνο για να τρέξουν κλπ. Στο κέντρο του χώρου του λιμανιού, περιφραγμένο από κάγκελλα -στο ύψος της μέσης ενός τυπικού ενήλικα- υπήρχε η προτομη ενός στρατιωτικού τέκνου του τόπου, ο οποίος προφανώς συμβολίζει και όλους όσους αγωνίστηκαν ή/και χαθήκαν για τον συγκεκριμένο τόπο και για την Ελλάδα γενικότερα. Μια άλλη προτομή υπάρχει και στην πλατεία, αλλά δεν ξέρω εάν απεικονίζει τον ίδιο ή κάποιον άλλον.
Τα παιδιά τρέχουν και παίζουν. Τα κάγκελλα, αλλά και η ίδια η προτομή αποτελούν παράγοντες, που προκαλούν έκπληξη, καθώς το τόπι τους, που θα πέσει εκεί θα εξοστρακισθεί από την πορεία του. Κάποια άλλα θα παίξουν ποδόσφαιρο. Έτσι θα ορίσουν τερματοφύλακα και αυτός με κάθε φυσικότητα θα ανοίξει την καγκελλόπορτα για να φτιάξει το τέρμα του. Αλλα θα κάνουν αναρρίχηση στα κάγκελλα έχοντας στα πρόσωπά τους εκφράσεις θριάμβου, όταν το καταφέρνουν, λες και ανέβηκαν στο πιο ψηλό βουνό.
Τα ζηλεύω. Ακόμα δεν τους έχει ενσταλλαχθεί στον νου, ότι το μνημείο πως είναι κάτι το ταμπού. Σε λίγα χρόνια συνεπικουρόντος και του σχολείου δεν θα σκαρφαλώνουν τα κάγκελα, δεν θα κάνουν τέρμα, δεν θα κάθονται στην σκιά του αγάλματος. Θα το προσεγγίζουν μόνο οι επίσημες αρχές για την κατάθεση των παραδοσιακών στεφάνων. Θα μάθουν για την πατρίδα (αυτό δεν είναι κακό) και για τα κατορθώματά της (ούτε αυτό είναι κακό, είναι, όμως, ελλιπές διότι μή μαθαίνοντας και τις ατυχείς, σκοτεινές και λοιπές άσχημες σελίδες είναι δύσκολη η διόρθωση των ελλατωμάτων), και για το χρέος για αγώνα, εάν υπάρξει ανάγκη για την πατρίδα και τους προγόνους κλπ. Εδώ βρίσκω κάποιο πρόβλημα. Πολυφίλητος μεν η πατρίς, αλλά μετά από κάποιο σημείο αποτελεί αφηρημένη έννοια. Από την άλλη οι πρόγονοι και ιδιαίτερα οι νεκροί πρόγονοι δεν έχουν ανάγκες, αφού είτε δεν υπάρχουν, είτε ευρίσκονται σε μακαριστή κατάσταση. Ο αγώνας, εάν ποτέ υπάρξει ανάγκη -μακάρι να μην- θα γίνει για τις ανάγκες των ζωντανών.
Στο κάτω κάτω μπορούμε να εικάσουμε ότι και ο εικονιζόμενος στην προτομή, αλλά και όλοι οι επώνυμοι και ανώνυμοι αγωνιστές δεν θυσιάσθηκαν για κάτι αφηρημένο και για κάποιους, που δεν είχαν πλεόν ανάγκες, αλλά (και) για να μπορούν τα παιδιά να παίζουν ευτυχισμένα ακομπλεξάριστα από τα όποια ταμπού!
Προσφάτως οι αναγνώστες σχολίασαν