-Σού φέραμε ένα δώρο!

-Ευχαριστώ! Το χαρτί έχει στάμπα βιβλιοπωλείου, το μέγεθος μοιάζει για βιβλίο. Γιούχου!

ΧΡΑΤΣ!!!!!

– Ευχαριστώ πολύ. Δεν είχα ποτέ διαβάσει! Τσιφόρος; Πού τον σκεφτήκαν; Δεν είναι λίγο «πρωτόγονος» για την σημερινή εποχή;

Τα παραπάνω συνέβησαν κατά την διάρκεια μιας γιορτής, όπου είχαν έρθει παλιοί και επανευρεθέντες φίλοι (ναι, εννοείται ότι το internet έπαιξε τον ρόλο του). Μού αρέσει να μού δίνουν δώρο βιβλία, μού αρέσει το διάβασμα, συνήθως διαβάζω πολλά βιβλία παράλληλα, και φυσικά η κάθε φορά παρούσα λίστα ανάγνωσης ή προς ανάγνωση ποτέ δεν μικραίνει, όσο και εάν κάθε φορά υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα εξαντλήσω την «στοίβα» πριν ξεκινήσω, αγοράσω κλπ καινούργιο βιβλίο.

Πέραν του ότι μού αρέσει να μού κάνουν δώρο βιβλία, μού αρέσει και όταν μαντεύουν, τί μπορεί να μού αρέσει. Δεν είμαι αρνητικός, όμως, και στην πρόταση νέων ιδεών αρκεί, βέβαια, να μην είναι προτάσεις του τύπου «σε αναγκάζω να διαβάσεις κάτι επειδή αρέσει και σε μένα, αρα θα πρέπει να αρέσει και σε σένα». Με το συγκεκριμένο δώρο, όμως, αισθανόμουν πως δεν συνέβαινε κάτι από τα παραπάνω και ήμουν αρκετά μαγκωμένος και επιφυλακτικός στην αντιμετώπισή μου. Μάλιστα μέσα στο χαρτί του περιτυλίγματος δεν υπήρχε ένα, αλλά δύο βιβλία του Τσιφόρου.

Η πρώτη μου σκέψη, φυσικά, ήταν να τα αλλάξω και τα δύο. Θα πρέπει επίσης να σημειώσω εδώ πέρα ότι, όταν προ καιρού εφημερίδα είχε μοιράσει βιβλία του σε οικονομική έκδοση, όπου και πήρα ένα ενδεικτικά, το τύπωμα δεν με ικανοποίησε η μία σελίδα καθρέφτιζε στην άλλη με αποτέλεσμα να εκνευριστώ και να μην έχω πλέον όρεξη για τον συγκεκριμένο συγγραφέα.  Σε κάθε περίπτωση, ευχαρίστησα τους δωρητές και συνεχίσαμε να μιλάμε κλπ. Η επίσκεψη σε κάποια στιγμή τελείωσε και εγώ επιθεωρούσα πλεόν με άνεση τα δώρα, που έλαβα, ανάμεσά τους και τα συγκεκριμένα βιβλία.

Το πρώτο δεν το είδα σχεδόν καθόλου, δεν μού κίνησε καθόλου την περιέργεια, αλλά στο δεύτερο στάθηκα περισσότερο: ήταν η Ελληνική Μυθολογία. Άρχισα να το ξεφυλλίζω και παρατηρούσα σιγά σιγά, ότι μάλλον το διάβαζα, παρά το ξεφύλλιζα. Αποφάσισα, λοιπόν, να το κρατήσω και να γράψω τις παρατηρήσεις μου πάνω σε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι δεν το έχω τελειώσει ακόμα, έχω διαβάσει κάτι παραπάνω από τα δύο τρίτα, αλλά νομίζω ότι αυτό δεν εμποδίζει την καταγραφή των απόψεων μου ήδη από τώρα.

Με αυτό του το έργο ο Τσιφόρος προσπαθεί να συνοψίσει το σύνολο ( ; ) της ελληνικής μυθολογίας. Το έργο είναι εκλαϊκευμένο, όχι για ειδικούς, απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό και είναι γραμμένο στην Δημοτική της εποχής. Η γλώσσα του έργου, μού φαίνεται αρκετά περίεργη, όχι ακατανόητη, πάντως όχι λιγότερο περίεργη από την καθημερινή «ελαστική» καθαρεύουσα της εποχής. Εννοώ την καθαρεύουσα, που προφανώς θα υπήρχε στις εφημερίδες, ή στην σύνταξη αιτήσεων, αλλά όχι στην καθαρεύουσα π.χ των δικαστικών αποφάσεων. Αυτό, που δεν γνωρίζω είναι εάν όντως η Δημοτική της εποχής ήταν περίεργη, με τα σημερινά κριτήρια, ή εάν έπαιξε ρόλο στο ότι υπήρχαν τότε δύο διακριτές μορφές γλώσσας: Η Καθαρεύουσα για τον γραπτό και επίσημο λόγο και η Δημοτική κυρίως για τον προφορικό. Θα έχετε προσέξει ακόμα και σήμερα ότι πολλοί ταυτίζουν την Δημοτική με το «γράφουμε, όπως μιλάμε» ή και που μπορεί να επιλέγουν τύπους μάλλον λανθασμένους πιστεύοντας ότι γράφουν στην δημοτική. Κλασσικό είναι το παράδειγμα με το «*τηλεφωνείστε (μου)», θεωρώντας ότι το «τηλεφωνήστε» είναι τύπος καθαρεύουσας όπως το » να μού τηλεφωνήτε  συχνά», αντί για το » να μού τηλεφωνείτε». Η Καθαρεύουσα χρησιμοποίησε και στις δύο περιπτώσεις το «η», μόνο που στην μια περίπτωση έχει σχέση με το χρόνο και το ποιόν ενεργείας, ενώ στην άλλη με το πώς διακρίνεται η υποτακτική. Η συγκεκριμένη υποτακτική βασίζεται στο μη-συνοπτικό τηλεφωνησ- και αυτό συνεχίζει να ισχύει και στην Δημοτική (σημ. ελπίζω να μην κάνω λάθος). Με λίγα λόγια μιλούσαν όντως έτσι την Δημοτική τότε, ή ήταν ένα όχημα αυτή η κάπως υπερβολική γλώσσα για να διακριθεί από την επιφορτισμένη με την έκφραση του γραπτού λόγου Καθαρεύουσα;

Το βιβλίο, όπως και άλλα του ίδιου είδους, ασχολείται με την ελληνική μυθολογία και όχι με την θρησκεία. Παρ’ ολ’ αυτά μεγάλος όγκος της μυθολογίας αυτής έχει να κάνει με τους θεούς και με την σχέση τους με τους ανθρώπους. Και στις συζητήσεις για την θρησκεία κλπ υπάρχει πάντα το ερώτημα για το εάν υπάρχουν ή όχι θεός ή θεοί και για το εάν οι ίδιοι είναι οι αληθινοί σε σχέση με αυτούς των άλλων. Σε μια εποχή, που υποθέτω θα ήταν πιο συντηρητική πιο κονφορμιστική σε σχέση με την σημερινή, ο συγγραφέας πού και πού θέτει ερωτήματα του τύπου «εάν δεν θεωρούμε αληθινό ότι ο Δίας έκανε το Χ ή το Ψ, γιατί να θεωρούμε αληθινά αυτά της δικής μας σημερινής θρησκείας;»

Ενδιαφέρουσα είναι η προσέγγιση, που κάνει ο Τσιφόρος και για την προέλευση των μύθων ή και των λέξεων, που σχετίζονται με αυτούς. Υιοθετεί την ινδοευρωπαϊκή θεωρία, κατά κύριο λόγο, και πάνω σε αυτήν δίνει τις ερμηνείες του. Οι Έλληνες είναι Ινδοευρωπαίοι ήρθαν κάπου από το Παμίρ, οι δε μύθοι έχουν το ανάλογο τους και σε αυτούς άλλων Ινδοευρωπαϊκών λαών. Η άλλη πηγή είναι η Αίγυπτος και η Μεσοποταμία. Δεν ξέρω κατά πόσο επιβεβαιώνονται όλες οι ετυμολογικές ερμηνείες του Τσιφόρου και εάν όντως οι Έλληνες κατάγονται από το Παμίρ κλπ, όμως, βλέποντας ότι σήμερα στο Internet μεταδίδεται λες και είναι κολλητικός ιός ότι τα πάντα προέρχονται, αλλά και καταλήγουν στην Ελλάδα και στους Έλληνες, ότι το πρώτο μόριο του σύμπαντος ήταν η Ελλάδα και προήλθε από την Ελλάδα, ο Τσιφόρος εκείνης της τότε συντηρητικής και τεχνολογικά υστερημένης εποχής αποδεικνύεται πιο προχωρημένος από τους αρχαιογκαγκαβαρεμένους του σήμερα.




Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s