Το ομώνυμο βιβλίο του κ. Δημήτρη Μπουραντά (το οποίο το διάβασα παρεμπιπτόντως, καθώς η μητέρα μου αγχώθηκε με την εισαγωγή του, οπότε με παρακάλεσε να το διαβάσω για να δω, πώς είναι) τιμήθηκε από τους αναγνώστες με το βραβείο αναγνωστών 2008. Δεν γνωρίζω, εάν το διάβασαν και το τίμησαν με την ψήφο τους, ή εάν επηρεάσθηκαν απλώς από τον τίτλο του. Όπως έχω διαβάσει πηγαίνοντας από σελίδα σε σελίδα ενδεχομένως ο τίτλος να ήταν ιδέα του εκδότη ή του επιμελητή, ώστε να γίνει το βιβλίο πιο ελκυστικό, καθώς θα ομοίαζε περισσότερο σε κάποια ιστορία αγάπης. Όχι ότι δεν υπάρχει, κρυφά υποτίθεται για μεγάλο σημείο- και αυτή, αλλά σκοπός του συγγραφέα δεν ήταν να γράψει μια ιστορία αγάπης, αλλά μια διδακτική μυθιστορία. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ένα αφηγηματικά απλό Bildungsroman. Μας καλεί, λοιπόν, να το δούμε πρωτίστως ως ένα διδακτικό κείμενο, παρά ως ένα λογοτέχνημα. Έτσι, αφού υπάρχει αυτή η παραδοχή, ενδεχομένως να αδικείται από κριτικές που γράφηκαν και επικεντρώνονται στις λογοτεχνικές του αδυναμίες: απλοϊκή ιστορία, σχεδόν τετριμμένη, απλά λογοτεχνικά σχήματα κλπ. Άλλες κριτικές επικεντρώθηκαν, στο κατά πόσο είναι δυνατή η «διδαχή ζωής» μέσω του μάνατζμεντ. «Μήπως προσφέρει ανούσιες επιφανειακές συμβουλές;», αναρωτήθηκαν πολλοί. «Μάνατζμεντ! Ανθρώπινοι πόροι! Ψυχολογία της εργασίας κλπ! Ωραίοι όροι για να δουλεύουν όλοι και να καρπώνονται τα κέρδη τα «καμάρια»-golden boys». σχολίασαν άλλοι.

Δεν αρνούμαι την σκανδαλώδη ύπαρξη των υπεραμοιβομένων στελεχών κλπ, πολλά εκ των οποίων φαίνεται να κινούνται στα όρια της «ηθικής» (τουλάχιστον) και ναι θεωρώ απαραίτητο ότι μια επιχείρηση πρέπει να έχει στόχους  (και οικονομικούς) ώστε να έχει την δυνατότητα να αμοίβει το προσωπικό της. Προσυπογράφω το ότι οι υπάλληλοι μιας επιχείρησης δεν μπορούν να αποτελούν τα «κορόϊδα της υπόθεσης», όμως, από την άλλη μού φαίνεται παράλογο να ονειρεύονται την χρεωκοπία και το κλείσιμό της. Ενδεχομένως, πολλές από τις τεχνικές του μάνατζμεντ να χρησιμοποιούνται κατ’ αυτόν τον αισχρό και αντεργατικό τρόπο. Αυτό δεν κάνει υπεύθυνο, ούτε το μάνατζμεντ, ούτε τις θεωρίες του, ούτε όσους το διδάσκουν και το ερευνούν.

Διάβασα το βιβλίο, διότι εκεί που κάποιοι εντόπισαν πιθανές αδυναμίες «απλοϊκές συμβουλές», εγώ είχα προσδοκίες πιθανών αρετών, που φέρει η απλότητα. Έχουμε διαβάσει σελίδες επί σελίδων απο συγγραφείς, οι οποίοι γνωρίζουν από την «ψυχολογία των σχέσεων», «που μιλάνε στην γυναικεία ψυχή», «που καταλαβαίνουν, πώς σκέπτονται οι άντρες», «έχουν βρει το νόημα της ζωής», «χαρτογραφούν την μοναχική πορεία του ανθρώπου» κλπ. Πολλές από αυτές τις σελίδες είναι όντως αξιόλογες και έχουν πολύ σημαντικά πράγματα να πουν. Άλλες, όμως, δεν αναπαράγουν παρά το τετριμμένο, το αναπόδεικτο το κοινωνικά αποδεκτό, αλλά όχι το επιστημονικά. Για να το θέσουμε απλούστερα: Κοινωνικά όλοι σχεδόν πιστεύουμε το «Καρκινάκι είσαι; Φαίνεται! Είσαι ευαίσθητος!», «Πάντα μπροστά, λέων, σού λέω!», η έρευνα, όμως, δεν συμφωνεί με τις πεποιθήσεις μας. Εάν ποτέ συμφωνήσει, εάν δηλαδή π.χ κάποια «καρκινάκια είναι όντως ευαίσθητα», αυτό θα είναι και αποτέλεσμα (αυθ)υποβολής, παρά αποτέλεσμα ότι ο τάδε πλανήτης βρισκόταν εκεί, ο δείνα αστερισμός παραπέρα κλπ.

Η ιστορία: Επιτυχημένη γυναίκα περνάει μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο. Ο αφηγητής αναπολεί την ιστορία της και ενθέτοντας σε αυτήν την δική του προσπαθεί να βρεί, τί έφταιξε ώστε να την βοηθήσει. Παλεύοντας σε ενάντιους ανέμους η ηρωίδα φτάνει στους στόχους της και όπως οι αναγνώστες αντλούν πρότυπα από αυτήν, έτσι και αυτή από την ιστορία του αφηγητή. Είναι δηλαδή σαν να διαβάζουμε ένα βιβλίο όπου, μεταξύ άλλων, κάποιος διαβάζει ένα βιβλίο.

Στα προβλήματά της η ηρωίδα συναντά ως μέντορα σύμβουλο τον καθηγητή- αφηγητή, ο οποίος την ενθαρρύνει, τής εμπνέει αυτοπεποίθηση κλπ. Σε διάφορα κρίσιμα «σταυροδρόμια» τον συμβουλέυεται και με νέα αυτοπεποίθηση συνεχίζει. Πολλοί σημείωσαν ότι το κείμενο είναι φανταστικό μόνο και μόνο για αυτό: την διάθεση χρόνου από τον αφηγητή-καθηγητή. Στην πραγματική ζωή, λένε, ένας καθηγητής είτε από αδιαφορία, είτε από αδυναμία -λόγω πίεσης χρόνου- σπάνια θα διαθέσει πάνω από ένα επιφανειακό δεκάλεπτο σε κάποιον φοιτητη. Εγώ θα σταθώ σε κάτι άλλο. Μού φάνηκε τελείως αφύσικη η άμεση κινητοποίηση της ηρωίδας με το που την συμβούλευε ο καθηγητής της. Δεν δείλιασε, δεν πισωγύρισε, δεν σκέφτηκε κάτι του τύπου «Ναι καλά! Τα σκέφτεται λόγω θέσης και σιγουριάς!». Η πραγματική ζωή δείχνει άλλα: ότι υπάρχουν πισωγυρίσματα, ότι καλό είναι να χτίζουμε σταδιακά πάνω στα μικρά να αποκτούμε αυτοπεποίθηση για όσα μικρά καταφέραμε. Μακάρι να μπορούσαμε να συμβουλευθούμε εμπιστευθούμε μια φορά το πρόβλημα στον φίλο μας, τον συνεργάτη μας, τον ψυχολόγο μας και να μάς έδινε αμέσως την λύση και να την εφαρμόζαμε άμεσα. Ενδεχομένως και να έχουμε αυτή την ψευδαίσθηση. Μπορώ να υποθέσω π.χ ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος υφίσταται πιέσεις και μισθολογική αδικία στην δουλειά του και  επισκέπτεται έναν σύμβουλο καρριέρας, έναν ψυχολόγο κλπ πως ελπίζει να τού πει, πώς θα αποκτήσει την βαθιά επιβλητική φωνή, την ευθυτενή στάση και το σταθερό βλέμμα για να πει: «ο φορτος μου εργασίας είναι πολύ υψηλός για να αναλάβω και άλλον. Πέραν τούτου δικαιούμαι αύξηση». Ο σωστός επαγγελματίας ειδικός (δεν αναφέρομαι στους φίλους, οι φίλοι είναι καλοπροαίρετοι, αλλά δεν διαθέτουν ειδικές γνώσεις και συνήθως κάνουν λάθη), όμως, δεν θα διδάξει απλώς τις τεχνικές. Αντιθέτως, θα προσγειώσει τον πελάτη του, χωρίς να τού αφαιρέσει τις φιλοδοξίες. Διότι στο κάτω κάτω, πώς μπορεί να ζητήσει π.χ μια γυναίκα αύξηση στην δουλειά της, όταν δεν μπορεί να ζητήσει από τις φίλες της μια φορά να πάνε εκεί που θέλει αυτή και όχι εκείνη να τις ακολουθεί συνεχώς; Και πιστέψτε με ακόμα και τα μικρά θέλουν κόπο!

Ο συγγραφέας κατ’ αρχήν προσεγγίζει με ορθό τρόπο ότι η ζωή είναι γεμάτη διλήμματα και πως κάθε επιλογή έχει και τις συνέπειές της. Το να επιλέξει κάποιος την «χαλαρή» και «χαμηλόμισθη» δουλειά του δημοσίου υπάλλήλου, ή την «εντατική» και «υψηλόμισθη» του ιδιωτικού είναι ένα δίλημμα. Όμως, τις περισσότερες φορές τα διλήμματα είναι πιο περίπλοκα, καθώς δεν μπορούν να αναφερθουν σε μια κοινή βάση. Επίσης και εδώ το προσεγγίζει σωστά ο συγγραφέας βάζοντας την ηρωίδα του να αμφιταλαντεύεται μεταξύ σπουδών και μετανάστευσης στο εξωτερικό και γάμου. Η ηρωίδα δεν βιώνει και τόσες πολλές αμφιβολίες, αφού «βολικότατα» ο φίλος της σε μια εκδρομή, που πηγαίνει μόνος του την απατά. Σύμφωνοι! Έκλαψε, στενοχωρήθηκε. Οπωσδήποτε, όμως, σε σχέση με το δίλημμά της, θα το ξεπέρασε πιο γρήγορα. Ο συγγραφέας, βέβαια, μας έχει προετοιμάσει, πριν να συμβεί το καταλυτικό αυτό γεγονός: ο τύπος είναι ρηχός, μικροσατραπίσκος κλπ. Είναι να απορεί κανείς, πώς σύναψε εξ αρχής μαζί του δεσμό η ηρωίδα! Σε αντίθεση με το βιβλίο, τις περισσότερες φορές, στην πραγματική ζωή η επιλογή είναι πιο περίπλοκη ή και πιο σκληρή. Ο σύντροφός μας π.χ μπορεί να είναι (ή έστω να πιστεύουμε) ότι είναι πλασμένος για εμάς, όπως και αντιστοίχως και η ευκαιρία, που μάς δίνεται και μας θέτει προ διλήμματος. Στο τέλος κάνουμε την επιλογή και αυτή είναι σκληρή και οδυνηρή. Για να την αντέξουμε δε, έχουμε εφεύρει αμπελοφιλοσοφίες του τύπου «ο έρωτας φαίνεται στην απουσία και στην δυνατότητα να είσαι και να αφήνεις τον άλλον ελεύθερο», «έρωτας είναι η θυσία του εγώ» κλπ.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ηρωίδα είναι μία Übermensch σε ένα σύμπαν μετρίων ή/και ένα πρότυπο ηθικής και τιμιότητας σε έναν κόσμο, όπου αυτή απουσιάζει. Στην εργασία, που κάνει παράλληλα με τις σπουδές της, την σαμποτάρει ένα ζευγαράκι (διευθυντής, υποψήφια προϊστάμένη). Ενδεχομένως να ήταν πιο ρεαλιστικό, εάν υπήρχε σύγκρουση (και) με συναδέλφους/προϊσταμένους, οι οποίοι να είχαν ανάλογες ικανότητες, αντίστοιχες θεμιτές φιλοδοξίες κλπ. Αντιστοίχως στις αιτήσεις της για θέση διδακτικού προσωπικου πανεπιστημίου: όλοι οι άλλοι στην καλύτερη των περιπτώσεων δειλοί, που δεν τολμούν να τα βάλουν με το «σύστημα» φοβούμενοι μήπως και χάσουν την έστω και μικρή πιθανότητα να γίνουν ανθυπολεκτορίσκοι στην χειρότερη εδρούχοι γατζωμένοι καθηγητές, που θεωρούν το τμήμα φέουδό τους και αδιαφορούν να ανανεώσουν επεκτείνουν τις γνώσεις τους. Η ηρωίδα εκφράζει την διάχυτη εντύπωση ότι αυτός, που σπουδάζει (και) στο εξωτερικό πως είναι εξ ορισμού άριστος κλπ. Η πραγματικότητα στο Πανεπιστήμιο είναι περιπλοκότερη, σε ό,τι αφορά το προσωπικό του. Υπάρχουν αυτοί, που σπούδασαν εδώ και είναι καλοί (με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό) και αυτοί, που θεωρούν το πανεπιστήμιο φέουδό τους και στήνουν ταμπούρια. Ομοίως υπάρχουν και αυτοί, που θέλουν να έρθουν από το εξωτερικό, που είναι καλοί (πάλι με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό), αλλά και οι άλλοι, που έρχονται με αποικιοκρατική νοοτροπία καταλήγοντας πολλές φορές χειρότεροι από τους «ιθαγενείς» τους οποίους κριτικάρουν. Με λίγα λόγια,  η ηρωίδα είναι τόσο τέλεια, τόσο άφταστη,  που στο τέλος καταντά για τον αναγνώστη αντιπαθής.

Εάν και αναγνωρίζω ότι ο συγγραφέας είχε αγαθές προθέσεις γράφοντας αυτό το βιβλίο, και επαινετέα προσέγγιση, διότι, όπως έγραψα παραπάνω προτίμησε μια περισσότερο στέρεα προσέγγιση από πολλές τετριμμένες, κοινότοπες και μη-έγκυρες θεωρίες και πρακτικές, δυστυχώς σε προσωπικό επίπεδο δεν το είδα να με παρακινεί, αλλά να με κάνει να αισθάνομαι ασήμαντος, ανεπαρκής κλπ, από την στιγμή, που δεν μπορώ να ανταποκριθώ στην τελειότητα υπερανθρώπου, που έχει η ηρωίδα.

Επίσης έχουν γράψει: εδώΠατριάρχης Φώτιος, Στέφανος Ξένος, στο diavaseme, κριτική από την vivliolesxi, κριτική από την anagnostria (υποθέτω ότι θα υπάρχουν και άλλες).

Εδώ η ιστοσελίδα του συγγραφέα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s