Πρόσφατα. Το καλοκαίρι η μητέρα μου μού ζήτησε, όταν κατεβώ στην αγορά, να τής αγοράσω ένα βιβλίο. Πήγα στο βιβλιοπωλείο, το βρήκα πολύ εύκολα, αφού δεν χρειάστηκε να ρωτήσω, καθώς βρισκόταν στις προθήκες με τα ευπώλητα. Πηγαίνοντας προς το ταμείο γύρισα για να διαβάσω το οπισθόφυλλο. Η υπόθεση ήταν του τύπου:

Η Ερρικέττα Ζαφεράνου -πετυχημένη επιχειρηματίας- ποτέ δεν θα περίμενε ότι η επαγγελματική επιστολή από την δικηγόρο Αφροδίτη Ζαζάουρα προερχόταν από το ίδιο άτομο, που πριν 25 χρόνια το γνώριζε ως Φωφίκα-Ζοζίκα. Οι δύο αγαπημένες φίλες ξαναβρέθηκαν, είπαν τα παλιά και καθώς έρχεται το καλοκαίρι η Ερρικέττα, που ήταν και αυτή γνωστή κάποτε ως Ριρή, πρότεινε στην Αφροδίτη να την φιλοξενήσει στο εξοχικό της στις Λαβαμπαρτιές. Το σπίτι ήταν άνετο. Ζωντοχήρα γαρ. Τίποτα, όμως, δεν την είχε προετοιμάσει για την έκπληξη, που θα βίωνε την ημέρα που περίμενε την φιλοξενούμενή της, καθώς από το SUV εκτός από την Αφροδίτη βγήκε και ο γιός της Τιβέριος…

Μια ιστορία για τον έρωτα, την φιλία, την μητρότητα, την γυναικεία διαίσθηση και για το μαγικό ελληνικό καλοκαίρι….

Αγόρασα το βιβλίο, προσέχοντας μήπως με παρατηρούν άλλοι και με σχολιάσουν, και επέστρεψα στο σπίτι. «Πω, ρε μάνα, τί κάθεσαι και διαβάζεις! Δεν βαριέσαι; Γιατί δεν διαβάζεις καλύτερα αυτό που λέει για έναν μοριακό βιολόγο, ο οποίος προσπαθεί να κλωνοποιήσει τον μαγικό δεινόσαυρο, που χρησιμοποίησε ο Αρμίνιος στην μάχη του Τευτοβούργιου Δρυμού και φυλούσσε τις μάγισσες στις Βαλπούργιες νύχτες, και τον οποίο βιολόγο προσπαθούν να εμποδίσουν οι μυστικές υπηρεσίες της Ύψιστης Αρχής;»

Πρέπει να το παραδεχθούμε. Αντιμετωπίζουμε απαξιωτικά την «γυναικεία» την «ροζ» λογοτεχνία. Προφανώς, θα είναι αποτέλεσμα των δομών των κοινωνιών μας. Αντιθέτως, την «ανδρική» την αντιμετωπίζουμε πιο συγκαταβατικά. Τα συνομωσιολογικά π.χ βιβλία, τα λέμε ευχάριστα αναγνώσματα παραλίας, ούτε ασχολούμαστε για το εάν οι αναγνώστες τους είναι βάρβαροι, απολίτιστοι κλπ. Τα δε αστυνομικά, αφού κάποτε τα θεωρούσαμε ευτελή, τα έχουμε αναγάγει σε υψηλή λογοτεχνία. Αντιθέτως, λίγο πολύ απαιτούμε μια γυναίκα να απολογείται για τα «ελαφρά» αναγνώσματα, που τυχόν διαβάζει. Την θεωρούμε μικρόνοη, μικροαστή, «νοικοκυρούλα», που ζει σε έναν ονειρικό κόσμο, περιμένει τον πρίγκηπα είναι άβουλη κλπ. Η φανταστική ζωή της, την εμποδίζει να διεκδικεί και να αγωνίζεται στο πραγματικό κόσμο.

Ενδεχομένως, όλο αυτό το «ενδιαφέρον» να πορεύεται εκ του πονηρού: Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι οι «διανοούμενοι», που εκτοξεύουν τέτοιου είδους χοληβόλες κριτικές, πρωτίστως εναντίον των αναγνωστριών και δευτερευόντος εναντίον των έργων, μάλλον ενδιαφέρονται να πλασάρουν την δήθεν ανωτερότητά τους, παρά κόπτονται στην αφύπνιση των αναγνωστριών. Η σκέψη τους είναι όχι απλώς συντηρητική, αλλά αντιδραστική, ουτοπική και απαξιωτική προς το αναγνωστικό κοινό, του οποίου την κουλτούρα αποστρέφονται, υμνώντας -όμως- μια απροσδιόριστη έννοια λαού και την «ψυχή» του (βλ. Zeev Sternhell, Ο Αντιδιαφωτισμός, Αθήνα, Πόλις, 2009, σ. 27) Τα βιβλία αυτά έχουν επίσης ένα άλλο κακό: συνήθως κάνουυν καλές πωλήσεις και φέρουν εισοδήματα στους εκδότες και στους συγγραφείς. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το ιδεολόγημα ότι ο καλός συγγραφέας πρέπει να είναι πένης. Πώς αλλιώς; Άνεση στην ζωή και κατοχή υλικών αγαθών θα τον εμπόδιζαν από το να συλλάβει το «νόημα» της ζωής. Πρέπει να είναι και καταθλιπτικός (πάλι για να συλλαμβάνει το πραγματικό νόημα της ζωής). Χωρίς να αρνούμαι ότι θα έχουν υπάρξει και συγγραφείς, που ήταν πένητες, καταθλιπτικοί (λέγεται, πάντως ότι δημιουργικοί είναι οι μανιοκαταθλιπτικοί στην περίοδο της μανίας)-ή αυτά και άλλα μαζί- και θα έχουν γράψει (και) λογοτεχνικά διαμάντια θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, στους οποίους αυτά τα προβλήματα δεν θα επέτρεψαν να ξεδιπλώσουν κανένα τους ταλέντο.

Πού είναι το κακό να διαβάσει κάποιος ένα ελαφρύ βιβλίο; Το ότι γερνάμε, σιγά σιγά δεν θα μπορούμε να παρακολουθήσουμε τον κόσμο γύρω μας, θα παραμερισθούμε και θα πεθάνουμε, το γνωρίζουμε όλοι και δεν χρειαζόμαστε κανένα «σοβαρό» βιβλίο για να το μάθουμε αυτό. Προφανώς, δεν θέλω να απαξιώσω την σοβαρή λογοτεχνία, φυσικά την διαβάζω, αλλά υπάρχουν και βιβλία, που ανήκουν σε αυτή, που δεν λένε τίποτα, ή έστω δεν εκφράζουν τίποτα καινούργιο, παρά μεταμφιέζουν την κενότητά τους σε περίπλοκα ρητορικά σχήματα. Δεν είναι όλη η «ποιοτική» λογοτεχνία και τόσο ποιοτική.

Πολλές φορές κάνουμε αυτοκριτική ως κοινωνία ότι δεν διαβάζουμε και αναφερόμαστε σε άλλα πλέον πολιτισμένα έθνη με θαυμασμό και με κάποια ζήλια, ότι αυτά διαβάζουν και πως εκεί οι άνθρωποι διαβάζουν παντού: σε σπίτια, σε τραίνα, σε λεωφορεία. Όμως, είναι σίγουρο ότι διαβάζουν μόνο ποιοτικά βιβλία; Πόσο είναι δυνατόν να διαβάσει κανείς τον Οδυσσεα του Τζόϋς σε ένα λεωφορείο ή το Σύνταγμα της Ελευθερίας του Hayek κλπ; Για να επιστρέψουμε στα δικά μας: εάν η κοινωνία μας δεν διαβάζει, μήπως είναι πολυτέλεια να απαξιώνουμε τα μη-ποιοτικά βιβλία και τους αναγνώστες τους; Μήπως αυτά τα μη-ποιοτικά βιβλία θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα βήμα για ανάγνωση και σοβαρότερων κειμένων;

Advertisements

5 responses »

  1. Ο/Η coolplatanos λέει:

    Οπως πάντα εξιτάρομαι και γουστάρω τον τρόπο που βλέπεις τα θέματα. Είσαι εξαιρετικά παρατηρητικός και δειυσδιτικότατος στην ανάλυση των θεμάτων σου.

    Στο παρόν ποστ συμφωνώ μαζί σου μάλλον απόλυτα. Στην εφηβεία μου που δεν είχα και πολλά βιβλία να διαβάσω (οι γονείς μου συχνά προτιμούσαν να μου αγοράσουν παπούτσια αντί βιβλία που ζητούσα) διάβαζα όλα τα φτηνοπεριοδικά της εποχής: Ρομάντσο, Ντομινό, Φαντάζιο κλπ που τα αγόραζε μία γειτόνισα, καθώς και κόμικς κλπ επίσης δανεικά. Πιθανόν αυτά με έμαθαν να διαβάζω αργότερα και βιβλία.

    Ακόμα και τώρα ευχαρίστως θα διαβάζα κάτι ελαφρύ ή μπορεί να αναζητώ στην τηλεόραση το ελαφρό όταν νιώθω πνιγμένη από προβλήματα. Εν γνώση μου επιλέγω φυγή. Οπως λες ήδη γνωρίζουμε πολλά βαριά πράγματα για τη ζωή, δεν χρειάζεται να μας κάνουν μαύρη την ψυχή και τα βιβλία. Εχω παρατηρήσει όμως ότι π.χ. στη μουσική αντίστοιχα τα καψουροτράγουδα με ρίχνουν ψυχολογικά, αλλά τα φλαμένκο ή η βαριά αραβική μουσική με Ουμ Καλσούμ, επίσης κλάμμα, με ανεβάζουν ψυχολογικά. Το ίδιο φαντάζομαι ότι ισχύει και στη λογοτεχνία. Δηλαδή όταν φτάνει στη ρίζα της ύπαρξης μας δεν μας βαραίνει, αλλά όταν ασχολείται με διανοητικοποίηση θεμάτων άνευ ουσίας μας χαλάει τη διάθεση.

    Στα ελαφρά αναγνώσματα βαριέμαι να διαβάσω αυτά που επαναλαμβάνουν καρμπόν θεματολογία, στυλ βίπερ, αλλά και αστυνομικά κλπ, διότι ξέρεις από πριν τι πρόκειται να συμβεί.

    Αντίθετα στα συνωμοσιολογίας παρότι ξέρω πάλι το στυλ εξέλιξης, εντούτοις κρατούν περισσότερο το ενδιαφέρον μου, αν πιάσω κάποιο, αλλά δεν ξέρω γιατί τα αντιμετωπίζω έτσι διαφορετικά. Μάλλον είμαι περίεργη για το τι νέα τρέλα κυκλοφορεί… Δεν νομίζω ότι έχει σχέση με αυτό που με έκανε και γέλασα στο ποστ σου, ότι με απασχολεί η γνώμη των άλλων…

  2. Ο/Η coolplatanos λέει:

    Α! π.χ. ενώ μου αρέσει να διαβάζω τη θεωρητική σκέψη του Εκο, βαριέμαι αφάνταστα να διαβάσω τα «λογοτεχνικά» του έργα. Π.χ. από το «Εκκρεμές του Φουκώ», διάβασα ένα σημείο στην αρχή, ένα σημείο κάπου στη μέση και ένα στο τέλος. Κατάλαβα την υπόθεση και δεν είχα καθόλου διάθεση να διαβάσω όλο το βιβλίο. Μου φαινόταν εξαιρετικά βαρετό!

  3. Ο/Η Ντροπαλός λέει:

    Για εμένα το Εκκρεμές του Φουκώ ήταν βιβλίο-τομή. Το διάβασα την εποχή των Πανελληνίων και είδα ότι πέρα από την πλάκα δεν αξίζει να παίρνει κανείς σοβαρά τις ιστορίες με τις μυστικές εταιρίες, τα με περικοκλάδες ονομαζόμενα τάγματα κλπ. Οι κοινωνίες, η πολιτική και οι οικονομίες είναι τόσο περίπλοκες, που δεν υπάρχει κάποιος κακός (ή ακόμα και αγαθός, που να μπορεί να τις ελέγξει).
    Διάβασα και τα άλλα λογοτεχνικά του Έκο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασαν. Τα διάβασα περισσότερο από την αδράνεια του ονόματος.

  4. Ο/Η Sofia λέει:

    Εγώ πάλι που διαβάζω «ελαφριά» ελληνικη κ ξένη λογοτεχνία κ που τώρα τελευταία έχω αρχίσει να αναζητώ πιο «βαθιά» βιβλία, έχω να πω πως αν θεωρήσουμε την ανάγνωση ως μια μορφή ψυχαγωγίας, και την συγκρίνουμε με τις εναλλακτικές μορφές ψυχαγωγίας όπου καλώς ή κακώς στην εποχή μας κυριαρχεί η τηλεόραση…ψηφίζω λογοτεχνία. Και το πιο ελαφρύ ρομαντικό έστω βιβλίο θα κινητοποιήσει πιο πολυ την φαντασία μου, θα δημιουργήσει εικόνες στο μυαλό μου, δικές μου εικόνες σε σχέση με οποιαδήποτε σειρά της TV. Και δεν θα με κλείσει απαραίτητα μέσα στο σπίτι…μπορεί να μην διευρυνει τους ορίζοντές μου αλλά θα μπορέσει να με ξεκουράσει και να απορροφήσει το προβληματισμένο μου μυαλό μια δύσκολη μέρα. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος, που ακόμη και τώρα δεν μπορώ να αντισταθώ στην ύπαρξη και τέτοιων βιβλίων στο σπίτι μου…για τις μέρες που όλοι οι φίλοι κ γνωστοι δεν έχουν χρόνο. Εξ’άλλου, ακόμη και αυτά τα βιβλία σε πηγαίνουν σε βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία όπου με τον καιρό θα δεις και κάτι άλλο… Σε όσους μου κάνουν κριτική…γιατι πρέπει πάντα να συγκρινόμαστε με το καλύτερο? σε μια Ελλαδα όπου μια μεγάλη πλειοψηφία (κυρίως γυναικών) αποβλακώνονται και χειρότερα κανονίζουν το πρόγραμμα του ελεύθερου χρόνου τους με μια ραδιοτηλεόραση (και μην ξεχνιόμαστε…αρχίζει η νέα σαιζον…) στο χέρι, όποιος επιλέγει και την ανάγνωση για μένα είναι ένα βήμα πιο καλά από τους υπόλοιπους. Όποιος το πάει ένα βήμα παραπέρα, ακόμη καλύτερα!

  5. Ο/Η coolplatanos λέει:

    Λες: «…είδα ότι πέρα από την πλάκα δεν αξίζει να παίρνει κανείς σοβαρά τις ιστορίες με τις μυστικές εταιρίες, τα με περικοκλάδες ονομαζόμενα τάγματα κλπ…»

    Αυτό το είδα κι εγώ χωρίς να χρειαστεί να διαβάσω όλο το βιβλίο… Τα τρία σημεία που διάβασα ήταν αποκαλυπτικά και αρκετά για να καταλάβω περί τίνος επρόκειτο. Ξέρω, μπορεί να είμαι για σφαλιάρες γι’ αυτή μου την «ασέβεια», αλλά ειλικρινά δεν αντέχω να διαβάζω τη λογοτεχνία του Εκο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s