Παρακολούθησα την Γυναίκα με τα Μαύρα του Stephen Mallatratt, ο οποίος προσάρμοσε θεατρικά το ομώνυμο αφήγημα της Suzan Hill. Ένα taboo, που δεν λέγεται αλλά στοιχειώνει μία (απομονωμένη ; ) κοινότητα, ο ορθολογιστής, που απορρίπτει τις προλήψεις, αλλά πέφτει και αυτός θύμα αυτών, βάλτοι, ομίχλες, απομονωμέμοι πύργοι, δημιουργούν μία ιστορία υποβλητική και αρκετά ανατριχιαστική.

Για την συγγραφέα, εάν κατάλαβα καλά διαβάζοντας στην ιστοσελίδα της, το μήνυμα του έργου δεν βρίσκεται ούτε στην ανατριχίλα, που αποκομίζει ο αναγνώστης του έργου, ούτε στην πρόκληση/αναπόφευκτο της μοίρας από τον ήρωα. Το νόημα βρίσκεται στην απόρριψη της εκδίκησης, στον εγκλωβισμό, στην αδυναμία να προχωρήσει κανείς με την ζωή του. Η γυναίκα με τα μαύρα είναι φάντασμα, διότι εκδικείται τους ανθρώπους για κάτι, που δεν φταίνε: για τον θάνατο του παιδιού της, με του οποίου την πραγματικότητα δεν μπορεί να συμβιβασθεί και να προχωρήσει. Στο δε θεατρικό έργο το twist της ιστορίας, είναι ότι άλλος ένας (και κατ’ αναλογίαν και οι θεατές) γινόμαστε γνώστες και μάρτυρες της γυναίκας με τα μαύρα και υποψήφια θύματα της εκδίκησής της.

Τί μού άρεσε στο έργο: η υποβλητική του ατμόσφαιρα και το πώς με τόσο λιτά μέσα στήνεται μία παράσταση, η οποία κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον. Όταν λέω λιτά μέσα, δεν τα συγκρίνω με τα πληθωρικά μέσα του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Είναι λιτά ακόμα και για τα μέτρα του θεάτρου. Ακόμα και οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν περισσότερους του ενός ρόλους.

Τί δεν μού άρεσε: Το θεατρικό αυτό πρέπει να αποτελεί έργο αναφοράς στην σύγχρονη θεατρική ιστορία της Ελλάδας, ιδίως όταν είχε πρωτοπαρουσιασθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με τον κ. Δάνη Κατρανίδη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Νομίζω δεν έχει υπάρξει συζήτηση σε παρέες με θέμα το θέατρο, όπου κάποιος να μην έχει αναφέρει ότι έχει δει το έργο αυτό. Κανείς δεν είχε αναφερθεί ποτέ στην υπόθεση, παρά μόνο αορίστως, αλλά όλοι στην ανατριχίλα και στον τρόμο, που δημιουργείται στους θεατές. Την προσπάθειά μου να παρακολουθήσω το έργο την διεσπούσαν οι σκέψεις «όχι σκηνοθέτη δεν πρόκειται να τρομάξω» ή «πότε θα τρομάξω; Θα είναι τόσο τρομακτικό, όσο έχω ακούσει;» κλπ. Πάντως τρομακτικότερος μού φάνηκε ο κ. Κέντρος με τις παγωμένες-μουμιοποιημένες εκφράσεις του, παρά η γυναίκα με τα μαύρα! Αναρωτιέμαι, τί ταλέντο χρειάζεται για να μένει κανείς ασάλευτος, να μην τσακίζει ούτε βλέφαρο.

Σε αρκετές περιπτώσεις δεν μπορούσα να ξεχωρίσω καλά την άρθρωση των ηθοποιών και σε αυτό δεν είχα μόνο πρόβλημα εγώ, που είμαι «μονοφωνικός», αλλά και η παρέα μου. Σύμφωνοι, σε αρκετά μέρη του έργου τα «μασημένα» λόγια είναι δείγμα αμηχανίας, φόβου, όμως δεν θα έπρεπε να οδηγούν τον θεατή σε προσπάθεια να καταλάβει, τί λέγεται, διότι αποσπούν την προσοχή. Οι δε στριγγλιές ήταν σε αρκετά σημεία αρκετά τεχνητές και ωτοδυνηρές.

Το έργο παίζεται στο θέατρο Μέλι με τους κκ. Δάνη Κατρανίδη (επίσης σκηνοθετεί), Γεώργιο Κέντρο και την…Γυναίκα με τα Μαύρα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s