Στις πολιτικές αναλύσεις επιπέδου καφενείου και ελληνικού σαλονιού (καμμία σχέση με αυτά του Διαφωτισμού), ασφαλώς και δεν ακολουθείται η εμπαθητική μέθοδος, όταν αναλύεται η συμπεριφορά του πολιτικού κόσμου σε σχέση με το νεομακεδονικό ζήτημα (και όχι, μόνο). «Ας ήμουν Πρωθυπουργός και θα τα είχα λύσει όλα σε μια μέρα». Φαντασιωνόμενοι ότι οι πολιτικοί δεν είναι άνθρωποι, αλλά αντίθέτως είτε υπεράνθρωποι είτε τέρατα, δεν προσπαθούμε καν να μπούμε στον νου τους και στις προσπάθειές τους να ισορροπήσουν το «γενικό συμφέρον» (με ό,τι αόριστο μπορεί να σημαίνει αυτό) με το ιδιοτελές της πολιτικής τους επιβίωσης και ανάπτυξης. Λες και δεν έχουμε παρατηρήσει ότι ο πραγματικός, ή μάλλον ο ιδεατός, ρεαλισμός και ο μη-συνυπολογισμός του πολιτικού κόστους, χαρακτηρίζουν τους πολιτικούς, όταν έχουν φύγει από την ενεργό δράση και έχουν χαρακτηρισθεί «Νέστορες της πολιτικής» (όπως λέμε ομότιμος καθηγητής).
Έχοντας ταξινομηθεί σε όλο το εύρος του πολιτικού φάσματος -οι μισοί λένε με αποστροφή: «Είσαι Αριστερός» και οι άλλοι μισοί «Είσαι Δεξιός!» – όχι λόγω απλουστευμένων -έστω- αντικειμενικών κριτηρίων, αλλά επειδή στις απόψεις μου διέκριναν στοιχεία του άρρητου και «ανάλγητου», αυτό δεν σημαίνει ότι δεν παραξενεύομαι με την εμμονή του γειτονικού Κράτους να λέγεται «Μακεδονία» και πως δεν θα προτιμούσα σε ιδεατό επίπεδο να έχει ένα άλλο όνομα, χωρίς την χρήση του όρου ή παραγώγων του.
Η πραγματικότητα, όμως, διαφέρει και μέρος αυτής είναι τόσο η εμμονή των γειτόνων, όσο και από εδώ η ανελαστικότητα και οι φόβοι των κατοίκων του ελληνικού γεωγραφικού διαμερίσματος της Μακεδονίας. Προσπαθώντας να τους κατανοήσουμε, ίσως βρεθεί και ο τρόπος για μια αξιοπρεπή, αποδεκτή και συμβιβαστική ικανοποιώντας όλους λύσεις. Εδώ θα χρησιμοποιήσουμε την εμπαθητική μέθοδο.
Ας προσπαθήσουμε να αισθανθούμε τους γείτονές μας. Τόσα χρόνια μεγάλωσαν μαθαίνοντας ότι είναι «Μακεδόνες». Δεν έχει σημασία εάν ήταν αλήθεια, ψέμματα, συνομωσία του Τίτο κλπ. Σκεφτείτε, πώς θα αισθανόσαστε, εάν σάς έλεγαν ότι δεν είστε Έλληνες στην πραγματικότητα ή κάτι άλλο; Ή εάν σας έλεγαν ότι το όνομα του χωριού καταγωγής σας δεν είναι παραφθορά αρχαίας λέξης, αλλά βενετικής, φραγκικής, γκούχ γκουχ σλαυικής, αλβανικής ή ακόμα και -mon Dieu- τουρκικής λέξης;
Συνεχίζω με την δική μας πλευρά των συνόρων. Ναι ήμουν κατά των συλαλλητηρίων, πιστεύω ότι δεν βοηθούν, αλλά βλάπτουν, αλλά προσπαθώ να δω και το σκεπτικό αυτών των ανθρώπων και την απειλή, που αισθάνονται. Έστω και ανύπαρκτη η απειλή δημιουργεί αντιδράσεις.
Εάν μείνουμε στο απλουστευτικό σχήμα της εθνικής ολοκλήρωσης, οι αντιδράσεις φαίνονται απολύτως παράλογες.
Τί λέει, αυτό το απλουστευτικό σχήμα; Το 1912-1913 το επιτυχημένο δίδυμο ΒενιζέλουΚωνσταντίνου (ο νους και το ξίφος, όπως έλεγαν ) απελευθέρωσε την Ήπειρο, την Μακεδονία, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη. Υπήρχε διαφωνία για τη Θεσσαλονίκη, αλλά επικράτησε ο Πρωθυπουργός και μπήκαμε εμείς πρώτοι. Το ελληνικό Κράτος επεκτάθηκε μέχρι την Καβάλα. Ακολούθησε ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, καθώς η Βουλγαρία δεν θεώρησε δίκαια την διανομή, και καθώς ηττήθηκε απελευθερώθηκε και η Δυτική Θράκη. Από τότε, λοιπόν, η Μακεδονία είναι ελεύθερη, σχεδόν εκατό χρόνια δηλαδή, και εάν δεν υπήρζε ο Διχασμός, θα υπήρχαν ισχυρές πιθανότητες να είχαμε την Ανατολική Θράκη και την Σμύρνη, ενδεχομένως δε και την Κύπρο.
Αυτά διδαχθήκαμε στο σχολείο, μέσες άκρες. Αυτά τα γεγονότα εξιστορούν αφίσες και φωτογραφίες της εποχής, πολλές από τις οποίες έχουν αποτυπωθεί και σε κεντήματα κιτς νοικοκυροσύνης. Ο Γεώργιος Α’ έφιππος στις γραμμές του τραμ στην Θεσσαλονίκη έτοιμος να παρελάσει, σκηνές μαχών, παράδοση οχυρών, σύσκεψη Κωνσταντίνου-Βενιζέλου, η δολοφονία του Γεωργίου Α’ από τον Αλέξανδρο Σχοινά (το θεωρώ από τις κλασσικές περιπτώσεις, που θα μπορούσε να αναπτυχθεί δοκίμιο δυνητικής ιστορίας)
Η πραγματικότητα, όμως, νομίζω ότι διαφέρει αισθητά, έστω και εάν μέσες άκρες ισχύουν αυτά, που διδαχθήκαμε στο σχολείο. Προσπερνάμε δύο πολύ σημαντικές παραμέτρους, οι οποίες νομίζω ερμηνεύουν ίσως την στάση των κατοίκων της Μακεδονίας. Η πρώτη παράμετρος είναι αυτή της διάρκειας του ουσιαστικού ελέγχου της Μακεδονίας. Το 1912-1913 απελευθερώθηκε, αλλά μετά ακολούθησε ο Διχασμός. Μετά τον Διχασμό ήρθε η Μικρασιατική καταστροφή και υποθέτω σίγουρα το άγχος, για την ορμητικότητα των αντεπιθέμενων Νεοτούρκων. Αμέσως-αμέσως φτάσαμε από το 1913 στο 1923. Μία μικρή περίοδος σταθερότητας έρχεται (μέσα στην οποία περιλαμβάνεται η ανταλλαγή των πληθυσμών και η οικονομική κρίση) για να ακολουθήσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος με την πιθανότητα να διχασθεί η Ελλάδα στα δύο. Ο Εμφύλιος θα λήξει το 1949. Από τις αρχές του 20ου φτάσαμε, λοιπόν, στα μέσα του 20ου αιώνα, όπου θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι τα πράγματα καταλαγιάζουν και το ελληνικό Κράτος μπορεί να ασχοληθεί με την ανάπτυξη κλπ της Μακεδονίας (με όλους τους ενδεχόμενους περιορισμούς, που έχει μία μεθοριακή περιφέρεια, συνορεύουσα μάλιστα με το αντίπαλο στρατόπεδο, στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου ), παρά με αυτήν καθ’ εαυτήν διασφάλιση της κυριαρχίας του.
Η δεύτερη παράμετρος έχει να κάνει με τους ίδιους τους κατοίκους της Μακεδονίας. Δύο είναι οι ομάδες: οι γηγενείς και οι πρόσφυγες. Στους γηγενείς θα εντάξουμε ελληνόφωνους, σλαβόφωνους, Βλάχους, Ορθοδόξους και Εβραίους. Πολιτισμικό στοιχείο της μουσικής τους είναι οι μπάντες. Στοιχείο, που διαμοιράζεται και στις υπόλοιπες χώρες των Βαλκανίων και που έγινε γνωστό εντός και εκτός των συνόρων από την μουσική του Γκόραν Μπρέγκοβιτς. Οι πρόσφυγες είναι αυτοί, που ήρθαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών και αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων της Μακεδονίας. Πολιτισμικό τους στοιχείο της μουσικής τους είναι η ποντιακή μουσική, οι ανάλογοι χοροί και η λύρα. Δεν ήταν εύκολη η συνάντηση των δύο ομάδων, ιδίως τότε, που η ζωή ήταν πιο δύσκολη. Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι συναντήθηκε η φτώχεια με την προσφυγιά και αυτός ο συνδυασμός είναι αρκετά δύσκολος. Αναλογιστείτε την σύγχρονη εποχή, όπου υπήρξε κύμα παλιννόστησης από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, τους κρατ(ήσ)άμε σε μία απόσταση χαρακτηρίζοντάς τους όχι ως Έλληνες, αλλά ως κάτι άλλο (Ρωσσοπόντιοι). Σήμερα, βέβαια, η αντίθεση μεταξύ γηγενών και προσφύγων έχει ξεπερασθεί.
Η εμπειρία των προσφύγων τους ή η αφηγήσεις των δικών τους έχουν να κάνουν με πόνο, προσφυγιά, αναγκαστική μετακίνηση, πόλεμο, εμφύλιο κλπ. Και επηρεάζουν συγκινησιακά προφανώς και τον γηγενή πληθυσμό. Και φυσικά μετά από τόσα χρόνια δεν υπάρχει ζήτημα γηγενών και προσφύγων, καθώς και οι ίδιοι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους θεωρούνται γηγενείς.
Ο συνδυασμός των δύο αυτών παραμέτρων διαδραματίζει, νομίζω, αρκετά σημαντικό ρόλο στις αντιδράσεις τους. Δεν θα έπρεπε απλουστευτικά να τους χαρακτηρίζουμε επαρχιώτες, οπισθοδρομικούς κλπ. Ακόμα και το αφηγημένο βίωμα έχει την δυναμική του. Φυσικά και δεν πρέπει να μένουμε, όμως, κολλημένοι στο παρελθόν, αλλά να κοιτάμε προς τα εμπρος. Όμως άγνοια διαφόρων παραμέτρων εμποδίζει το να δούμε, να πείσουμε, αλλά και να διδαχθούμε ιδέες για μία πραγματικά δίκαιη και συμβιβαστική λύση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s