Πήγα και είδα την παράσταση 2. Την παράσταση, η οποία θεωρήθηκε Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ της χρονιάς, που μόλις έφυγε και ενδεχομένως και αυτής, που μόλις μπήκε. Γράφω ενδεχομένως, διότι το πρώτο δεκαήμερο ενός νέου έτους δεν μπορεί να μας διαφωτίσει για το ποιά πραγματικά θα μείνει ως η παράσταση της χρονιάς αυτής. Δεν έχω ξαναπαρακολουθήσει ποτέ δουλειά του κ. Δημήτρη Παπαϊωάννου, πέραν από αυτήν στις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Εάν σκαλίσω την μνήμη μου θα θυμηθώ να έχω διαβάσει στις εφημερίδες περί «Ομάδας Εδάφους» και ότι αποτελούσε από τα πιο καλά σχήματα μοντέρνου χορού/χοροθεάτρου. Δεν είχε τύχει ποτέ να την παρακολουθήσω, ούτε και γνώριζα πως ο κ. Παπαϊωάννου ότι συνδεόταν με αυτήν. Δεν ήξερα καν, ποιός ήταν. Είμαι ειλικρινής. Εάν δεν είχε υπάρξει αυτή η δουλειά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου και έμαθα ότι υπάρχει ένας καλλιτέχνης με το όνομα Παπαϊωάννου, ίσως να μην είχα σκεφτεί ποτέ να πάω στο 2, εάν και είναι αλήθεια ότι ήθελα κάποτε να πάω να δω μία παράσταση χορού, που να μην είναι κλασσικός, για να δω πώς είναι και να σχηματίσω γνώμη. Το έλεγα κατά καιρούς και στην φίλη μου, η οποία ασχολείται ημιεπαγγελματικά με τον κλασσικό χορό, αλλά δεν είχε τύχει ποτέ να πάμε.
Η παράσταση της χρονιάς-τουλάχιστον, που έφυγε- ούσα, αποτελεί το θέμα σε όλες σχεδόν τις συζητήσεις, στις οποίες έχω παραβρεθεί. «Θα πας στο 2;», «Σκέφτομαι να πάω στο 2.», «Πρόσφατα είδα το 2.». Τα πλεόν ενδιαφέροντα σχόλια τα άκουσα από δύο άτομα άσχετα μεταξύ τους και σε διαφορετικό μέρος, αλλά παρ’ όλ’ αυτά ήταν «καρμπον»: «Πήγα και είδα το 2 και μού φάνηκε αρκετά ενδιαφέρον/καλό. Η παρέα, όμως, με την οποία πήγα και που παρακολουθεί συστηματικά τον Παπαϊωάννου, μού είπε ότι δεν έχω δει τίποτα σε σχέση με προηγούμενές του δουλειές.». Όπως και τα άτομα, που είδαν για πρώτη φορά δουλειά του και μού μετέφεραν αυτά τα σχόλια, έτσι και εγώ. Δεν έχω δει άλλο έργο του και έτσι αυτό μού φάνηκε ενδιαφέρον (μπορώ να πω ότι μού άρεσε) και για τον λόγο που ανέφερα παραπάνω: δηλαδή ότι ήταν η πρώτη παράσταση μοντέρνου χορού/χοροθεάτρου, που παρακολούθησα και συνεπώς με εντυπωσίασε. Θα προσπαθήσω τώρα να γίνω πιο συγκεκριμένος, όσο τουλάχιστον με βοηθά η μνήμη μου.
Ας ξεκινήσω με την μουσική επένδυση του Κωνσταντίνου Β. Ταιριαστή με την παράσταση, ενδεχομένως και η πλεόν κατάλληλη για αυτήν, αλλά δεν ξέρω, εάν «στεκόταν» μόνη της. Εάν θα μπορούσα δηλαδή να την ακούσω στο σπίτι μου. Το λέω αυτό επειδή, πέρα από το ίδιο το 2 συζητιέται και η μουσική του: «Άκουσα ότι ο Κωνσταντίνος Β έχει γράψει εκπληκτική μουσική». Πολύ φοβάμαι ότι αυτοί, που κάνουν τέτοιες προτάσεις έχουν κολλήσει στην γνωστή μελωδία με την κιθάρα, η οποία έχει ακουστεί και στην διαφήμιση της παράστασης ή ενδεχομένως να είναι οπαδοί της concret music. Εάν αγόραζα το CD με την μουσική της παράστασης, λοιπόν, θα άκουγα μόνο το γνωστό θέμα με την κιθάρα (και τις παραλλαγές του), την διασκευή στο βασικό θέμα της ταινίας Love Story και την Μισιρλού κλπ και ίσως κάποια ambient-οειδή σημεία, εάν έχω καταλάβει καλά τον όρο. Τα τελευταία απλώς με κάποια ευχάριστη ανοχή. Για τα υπόλοιπα μάλλον θα έδινα εντολή στο ακτινοδισκεττόφωνό μου να τα προσπεράσει. Κατοπτρικά τώρα: όπως ισχυρίζομαι ότι δεν ξέρω, εάν μπορεί να σταθεί η μουσική χωρίς την παράσταση, μάλλον ούτε και η παράσταση θα έστεκε χωρίς την μουσική της επένδυση. Στο κάτω κάτω, η παράσταση είναι η ολότητά της. Και η χορογραφία της και η σκηνοθεσία της και η μουσική της, τα κουστούμια της, ο φωτισμός της κλπ. Ομολογώ, βέβαια, ότι καθώς μού αρέσει η μουσική ως τέχνη, μού φαίνεται αρκετά περίεργο, πού σε ένα πολυθέαμα δεν βρίσκεται η μουσική στο κέντρο. Σκεφτείτε το. Λέμε: Η Λίμνη των Κύκνων του Τσαϊκόφσκυ, ή η Αΐντα του Βέρντι. Δεν λέμε: Η Λίμνη των Κύκνων του Πετιπά ή η Αΐντα του Γκισλαντζόνι.
Στην παράσταση τώρα. Πρέπει να πω ότι δεν αγόρασα το πρόγραμμα της παραστάσεως, συνεπώς η ερμηνεία για το τί ήθελε να πει προήλθε από διάφορα δημοσιεύματα του τύπου (ό,τι μπορούσα να θυμηθώ) και σχόλια γνωστών μου, πού πήγαν. Ενδεχομένως να ήταν καλύτερο να μην μού είχαν πει τίποτα, διότι με επιρρέασαν να «διαβάσω» το έργο σύμφωνα με αυτά, που μού είπαν. Εάν έχω καταλάβει καλά το έργο αναφέρεται στην προσπάθεια του άνδρα να βρει το άλλο του αρσενικό μισό, που θα τον συμπληρώσει. Δεν θεωρώ απαραίτητα ότι αναφέρεται σε ομοφυλοφυλική αναζήτηση, όπως ακούγεται, (και να σάς πω την αλήθεια δεν μπόρεσα να διακρίνω τίποτα τέτοιο, ούτε καν νύξεις) ούτε ότι αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο, μπορεί να αναφέρεται στον ίδιο τον εαυτό. Στην αναζήτηση, δηλαδή, του άνδρα στην ολότητά του.
Η ατμόσφαιρα της παράστασης, μού θύμισε πολύ video-game. Αυτό περισσότερο όλων στην ενότητα με τους υπαλλήλους του γραφείου. Νόμιζα ότι έβλεπα ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι προσομοίωσης, με ζωντανούς-όμως-ανθρώπους. Μού άφησε, βέβαια, την στυφή γεύση- η ενότητα αυτή- ότι στην αστική επαγγελματική καθημερινότητα δεν υπάρχει κάτι να ευχαριστηθείς. Υπήρχε μια αίσθηση νοσταλγίας, του ουτοπικού ενδεχομένως. Η αλήθεια είναι ότι ευχαρίστηση μπορεί κανείς να βρει ακόμα και στην δουλειά του, flow, όπως διάβασα πρόσφατα και στην αναζήτηση του ανύπαρκτου ιδανικού ας ευχαριστιόμαστε με τα υπάρχοντα, ας αγωνιζόμαστε για τα καλύτερα και ας αναιρούμε ό,τι μας δυσαρεστεί.
Καθώς ήταν η πρώτη φορά, που έβλεπα παράσταση συγχρόνου χορού/χοροθεάτρου με εντυπωσίασε η κινήσεις των χορευτών, οι οποίες δεν ήταν οι αναμενόμενες: πιρουέττες, άλματα κλπ. Ωραίο το εφέ με τον διπλό μονό άνθρωπο: Ίσως ήθελε να δείξει την πραγματική ή τεχνητή απόσταση μεταξύ της διάνοιας και των ενστίκτων. Με εντυπωσίασε πολύ η εντύπωση της αργής κίνησης στις αθλητικές εκφάνσεις του ‘Ανδρα με τους δρομείς και τους ποδοσφαιριστές. Το εφέ επιτυγχανόταν με έναν βοηθό-χορευτή (στην συγκεκριμένη στιγμή) να κρατά τον «αθλητή», ενδεχομένως και να τον βοηθά στην κίνησή του. Υποθέτω, ότι κάπως έτσι θα γίνονται διάφορα εφέ στο Μαύρο Θέατρο. Μού θύμισε κιόλας ιαπωνικό κουκλοθέατρο bunraku, όπου όμως, μαριονέττες και χειριστές είχαν το ίδιο μέγεθος.
Το (ολό)γυμνο της παράστασης δεν ήταν τόσο πολύ και πάνω απ’ όλα δεν σε προσανατόλιζε ο δημιουργός προς αυτό, αλλά έδενε αρμονικά με την παράσταση. Κάποιες φωνές, που ακούστηκαν τις πρώτες ημέρες της παράστασης από θεατές δεν τις θεωρώ δικαιολογημένες. Δεν είναι ότι δεν δικαιολογώ τις λάθος τους προσδοκίες (προφανώς περίμεναν μία επανάληψη των τελετών των Ολυμπιακών Αγώνων), απλώς επικεντρώθηκαν σε αυτό, που φοβόνταν ότι θα δουν. Όπως αυτός, που έχει τον φόβο της αποτυχίας σε ένα έργο του αντί για τα ενενήντα εννιά καλά σημεία θα κολλήσει στο ένα χάλια και όπως αυτός με την μανία για καθαριότητα σε ένα ολοκάθαρο δωμάτιο θα δει, θα μαγνητισθεί και θα φρικάρει με την σκονίτσα, έτσι και αυτοί. Όταν οι άλλοι έβλεπαν την παράσταση, αυτοί επικεντρώνονταν για να σοκαριστούν στο γυμνό.
Καθώς, λοιπόν, η αναζήτηση αφορά τον ανδρικό εαυτό ή τον άλλον άνδρα, αυτό που απουσιάζει είναι η Γυναίκα. Σε κάποια σκηνή εμφανίζεται μια γυναίκα-χορεύτρια καμπαρέ. Μού είπαν ότι δεν ήταν γυναίκα αλλά άνδρας. Ήταν δηλαδή ένα εφέ. Εάν παρουσιάζεται συμβολικά η Γυναίκα είναι με την μορφή της τεράστιας Barbie-οειδούς κούκλας. Γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και κάποιος την καβαλά και δεν αξιώνει απλώς στοματικό έρωτα, αλλά διεισδύει σε αυτό-ίσως- με κάποια βιαιότητα, εάν θέλετε την γ*** στο στόμα. Δεν βρήκα τίποτα το χυδαίο ούτε το απειλητικό σε αυτό, ούτε αντιστοίχως θα έβρισκα χυδαίο και απειλητικό το να αξιώνει κάτι αντίστοιχο μία γυναίκα από τον σύντροφό της.»Μα γίνονται τέτοια πράγματα;» «Μπα ποτέ! (στίχοι 43-47) » 🙄 Παρ’ ολ’ αυτά βρήκα και εγώ χυδαιότητα. Αυτή ήταν στην κατάχρηση της ερωτικής πράξης: ως γνωστόν κατάχρηση είναι να κάνεις κάτι, που είναι φτιαγμένο για μια λειτουργία Χ να κάνει το Ψ. Με την κατάχρηση, δεν εννοώ ότι δεν έγινε η συμβατική ερωτική πράξη. Εξάλλου ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα περισσότερα ζώα, κάνει έρωτα και για την απόλαυση. Η κατάχρηση έγκειτο, τουλάχιστον όπως το κατάλαβα εγώ, ότι το σεξ δεν χρησιμοποιήθηκε για την ηδονή, αλλά για να φιμωθεί η γυναίκα. Η γυναίκα ως τεράστια απειλητική και με το χάρισμα του λόγου, το οποίο δεν το έχει-υποτίθεται ο άνδρας, διότι αυτό κατάλαβα γενικότερα βλέποντας τις σκηνές συνύπαρξης των ανδρών. Ήταν απλή συνύπαρξη, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία. Το χάρισμα του λόγου και της επικοινωνίας της γυναίκας αποπλανεί και προφανώς πρέπει να παταχθεί. Ως επιλογή, μού φάνηκε όχι μόνο χυδαία αλλά και αρκετά κλισέ: Το σεξ ως μηχανισμός μείωσης και υποταγής της γυναίκας. Το σεξ ως τιμωρία. Το αποτέλεσμα είναι ότι κανείς δεν το απολαμβάνει. Το ίδιο και ο άνδρας, που υποτίθεται ότι κάνει έρωτα, και τον βλέπουμε μόνο σε ένα στρώμα. Δεν απουσιάζει το γυναικείο σώμα φυσικά ως υλική ύπαρξη (και για τα όρια της κοινωνικής ανοχής, που πρέπει/αναγκάζεται να σεβαστεί μια παράσταση), αλλά ουσιαστικά. Έτσι δεν υπάρχει παρά μοναξιά.
Κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί, ότι στην αναζήτηση από τον άνδρα του εαυτού του ή του άλλου του αρσενικού μισού, η γυναίκα δεν έχει θέση και πως εάν υπάρχει είναι μόνο ως απειλή. Ενδεχομένως, εδώ και να βρίσκεται η αποτυχία, η αλλοτρίωσή του και η μοναξιά του. Σε κάθε περίπτωση όποιος και να είναι ο σεξουαλικός προσανατολισμός του κάθε ένα, όποιο και εάν είναι το πλαίσιο των δραστηριοτήτων του (και υπάρχουν δραστηριότητες, όπου δεν χωράν γυναίκες και αντίστοιχες, όπου δεν χωράν άνδρες) το άλλο φύλο, είναι απαραίτητο για την ολοκλήρωση και κατανόηση του εαυτού μας.
Κατά βάθος ο προβληματισμός του έργου δεν με άγγιξε. Δεν αισθάνομαι αυτήν την αλλοτρίωση, ούτε θεωρώ ότι πρέπει να μελαγχολούμε για την ανυπαρξία του ιδανικού ουτοπικού, το οποίο μάς στέρησε η σύγχρονη αστική κοινωνία. Αντιθέτως, μπορούμε να βρούμε ικανοποίηση και χαρά στην τελευταία και να αγωνισθούμε να αναιρέσουμε τα προβληματικά της σημεία. Παρ΄ολ’ αυτά, αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να έχει διαφορετικούς προβληματισμούς από εμένα, όπως διαισθάνθηκα να τους έχει ο δημιουργός. Και αυτούς τους προβληματισμούς κατά την γνώμη μου, στο μέτρο, που δεν είμαι τίποτα άλλο παρά ένας απλός θεατής τους εξέθεσε με επιτυχία. Εάν και δεν με άγγιξε (μάλλον με άγγιξε από μία άλλη οπτική), λοιπόν, η παράσταση μού άφησε θετικότατες εντυπώσεις. Σας συνιστώ να την δείτε και να πάτε με ανοικτά τα μάτια. Αγνοήστε ακόμα και την δική μου γνώμη. Εξάλλου δεν είμαι κριτικός. Εάν και, όπως έχετε καταλάβει, είμαι κατά των νοημάτων στην πραγματική ζωή -μην σας παραπέμπω σε παλαιότερα μου ποστ, τα ξέρετε πλέον- στην τέχνη το συμβολικό παίζει μεγάλο ρόλο. Παρ’ ολ’ αυτά μην αναζητήσετε κάποια «προκάτ» νοήματα, από αυτά που ακούσατε μέσω των ΜΜΕ, σάς είπαν οι φίλοι σας κλπ. Μην αναζητήσετε κανένα νόημα, αλλά παρακολουθήστε απλώς την παράσταση. Η προσήλωση στην αναζήτηση των νοημάτων, αντί για την ίδια την παράσταση θα σας κάνει όχι μόνο να μην την ευχαριστηθείτε και να μην μπορέσετε να την αξιολογήσετε, αλλά και να μην μπορέσετε να προσλάβετε τα νοήματα, που θέλει να δώσει ο δημιουργός. Όπως στο σχολείο, όπου προσηλωμένοι στο να προσέξετε τα κύρια σημεία του μαθήματος χάνατε τα πάντα.

Advertisements

2 responses »

  1. Ο/Η southair λέει:

    Συγγνώμη που θα βάλω εδώ ένα άσχετο σχόλιο. Τελικά που βρίσκεται το δημοσιεύμα σου περί μη νοήματος; Νομίζω ότι έψαξα όλους τους μήνες, αλλά δεν κατάφερα να το βρω. Οσο για την παράσταση δεν μπορώ να έχω άποψη εφόσον δεν την έχω δει. Εχω δει στην τηλεόραση κάποια δουλειά του Παπαϊωάννου, αλλά δεν μπορώ να πω ότι με άγγιξε. Η δουλειά του ωστόσο στους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν εκπληκτική, αλλά μην ξεχνάμε ότι ήταν περισσότερο συλλογική. Από την άλλη με βάση τα γραφόμενά σου δεν θεωρώ πως ο δημιουργός συμφωνεί απαραίτητα με αυτό που παρουσιάζει. Πιθανότατα παρουσιάζει μία πραγματικότητα που εισπράττει και που πιθανόν τον σοκάρει και τον ίδιο και ίσως να θέλει να «καταγγείλει» αυτό που διαπιστώνει και όχι να εισπράξει ο θεατής ότι είναι η άποψη του για το πως θα έπρεπε να είναι η ζωή. Εχω την εντύπωση από την παράσταση που είχα δει στην τηλεόραση ότι είχε πει πως το σκεπτικό γενικότερα στη δουλειά του είναι η «καταγγελία» για ό,τι συμβαίνει, η παρουσίαση της σοκαριστικής πραγματικότητας. Δεν ορκίζομαι ωστόσο ότι μεταφέρω σωστά αυτό που είχα ακούσει γιατί ήταν πριν από πάρα πολύ καιρό. Ωστόσο αν το δεις με αυτή την οπτική τότε όλες οι προσωπικές ερμηνείες σου για την παράσταση παίρνουν άλλη διάσταση. Αποκτούν δηλαδή νόημα. Από ότι έχω καταλάβει αντιπαθείς να ψάχνεις νοήματα, αλλά δεν το εννοώ εδώ υπό την έννοια που σε απωθεί. Το εννοώ περισσότερο με την έννοια της ερμηνείας. Κατά τα άλλα το νόημα στη ζωή είναι πράγματι το να ζεις κάθε στιγμή, αλλά δυστυχώς ο άνθρωπος έχοντας την ικανότητα της υπερβατικής σκέψης (να σκέφτεται ότι σκέφτεται και να αναρωτιέται τι σκέφτεται και ποιος σκέφτεται και γιατί το σκέφτεται κλπ, κλπ) δεν τα καταφέρνει πάντα καλά να μένει στην ουσία της στιγμής και απλά να ΕΙΝΑΙ όπως θα υποστήριζε πιθανόν η φιλοσοφία του ζεν…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s