Όταν άρχιζαν να ακούγονται οι φήμες, να ψυθιρίζεται και όταν τελικά η ψηφοφορία ανέδειξε στον παπικό θρόνο τον Καρδινάλιο Ιώσηπο Αλοΐσιο Ράτσιγγερ, οι σκεπτικοί-με κάθε δίκαιο- έλεγαν: «Τί να μπορεί άραγε να κάνει αυτός ο υπερήλιξ Πάπας;». Οι της τάσης «κοινωνικής αλληλεγγύης» απογοητέυθηκαν, που δεν ανέβηκε Αφρικανός, ή Λατινοαμερικάνος Καρδινάλιος, με το δίκιο τους και αυτοί, ενώ οι συνομωσιολόγοι είπαν ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε (πχ Αφρικανός Πάπας), διότι σύμφωνα με τα καλά φυλαγμένα συνομωσιολογικά μυστικά θα κινούνταν οι διαδικασίες για την καταστροφή του Βατικανού κλπ. Από την άλλη, οι υποστηρικτές του, ή τουλάχιστον αυτοί που είναι θετικά προδιατεθιμένοι, έλεγαν και συνεχίζουν να λένε: «Μην κρίνετε
από την ηλικία. Περιμένετε και θα δείτε. Μην ξεχνάτε ότι ένας από τους καλύτερους Ποντίφηκες του 20ου αιώνα υπήρξε ο Ιωάννης ΚΓ’ (Άγγελος Ιώσηπος Ρονκάλλι), ο επονομαζόμενος και ο «Καλός Πάπας». Εάν και ανέβηκε σε μεγάλη ηλικία στον παπικό θρόνο και η Παπωσύνη του διήρκεσε λίγα χρόνια, αναμόρφωσε κατά πολύ την Καθολική Εκκλησία με την Β’ Βατικανή Σύνοδο, εάν και δεν πρόλαβε να δει τα αποτελέσματά της». Κατά την γνώμη μου ο Ιωάννης ΚΓ’ έθεσε επίσης και τον ρυθμό για την επαναπροσέγγιση της Δυτικής με την Ανατολική Εκκλησία και πάνω σε αυτό το σκεπτικό στηρίχθηκε και η εκλογή του Βενεδίκτου ΙΣΤ’, ενός ιεράρχη, αλλά παράλληλα και ακαδημαϊκού θεολόγου με γνώσεις (αλλά και σεβασμό) για την Ορθοδοξία. Προφανώς κανένας Πάπας δεν μπορεί να τα κάνει όλα και, εάν χαρακτηρισθούν τα πάντα προτεραιότητες και μάλιστα «υψίστου σημασίας», οι
έννοιες χάνουν την σημασία τους. Φαίνεται λοιπον, ότι ύψιστη προτεραιότητα για την Αγία Έδρα είναι η επανένωση των Εκκλησιών Δυτικής και Ανατολικής, των δύο πνευμόνων του Χριστιανισμού, όπως είχε αναφέρει και ο μακαριστός Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ (Κάρολος Ιώσηπος Βοϊτίλα). Εάν και ύψιστος στόχος όλων των Εκκλησιών είναι η επανένωσή τους (υποθέτω ότι αυτό, τουλάχιστον για τις μεγαλύτερες εκκλησίες Ορθόδοξη και Καθολική θα είναι με εκκλησίες, που μπορεί να υπάρξει αναφορά και συσχετισμός σε Αποστολική Διαδοχή και όχι σε εκκλησίες, που κάποιος διάβασε την Βίβλο και μια ωραία ημέρα είπε: «Θα ιδρύσω κλάδο του Χριστιανισμού»), η επανένωση Ανατολικής και Δυτικής θεωρείται ότι έχει την ύψιστη σημασία, ή ότι θα έχει τις πλέον καταλυτικές συνέπειες.
Η εκλογή, λοιπόν, του Βενεδίκτου ΙΣΤ’ σημαίνει την άνοδο στον παπικό θρόνο κάποιου, που έχει τις γνώσεις και μπορεί να συμβάλει στο θέμα της επανένωσης. Έκανα λίγες γραμμές πριν αναφορά στον Ιωάννη τον ΚΓ’ και ότι έθεσε, από την πλευρά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τις βάσεις για την επαναπροσέγγιση. Νομίζω, όμως, ότι θα ήταν καλύτερο να αρχίσω την αφήγησή μου αρκετά χρόνια πιο πίσω.
Δεν είναι αβάσιμη η άποψη, που υποστηρίζει ότι οι προστριβές με την Δυτική Εκκλησία άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο έντονες, καθώς το κέντρο του χωροχρονικού συνεχούς, που συμβατικά ονομάζουμε «Δυτικός Πολιτισμός» άρχισε να μετακινείται από την λεκάνη της Μεσογείου προς τα Βόρεια και τα Δυτικά. Ο Ελληνικός πολιτισμός, ο Λατινικός πολιτισμός ήταν κατ’ εξοχήν Μεσογειακοί πολιτισμοί και, όσο και να μας φαίνεται περίεργο, για μας τους Δυτικούς σήμερα, ο διορισμός κάποιου Ρωμαίου Αξιωματούχου στην Mauritania Tingitana ή στην Africa ήταν καλό πόστο σε αντίθεση με τον διορισμό στην Germania Inferior ή στην Germania Superior κλπ, που σήμαινε ότι μάλλον ο Αυτοκράτωρ σε είχε βάλει στο μάτι και για να σε εκδικηθεί σε έστελνε στις εσχατίες της Αυτοκρατορίας και μάλιστα δίπλα στους Βαρβάρους. Η μετακίνηση του κέντρου, οφείλεται κατά πολύ-και αυτό είναι αποτέλεσμα αλλαγών σε μεγάλο βάθος χρόνου και όχι από την μία ημέρα στην άλλη-στην μετακίνηση προς τα Δυτικά και Νότια των Γερμανικών και των Σλαυικών
φύλων: αυτό, που συμβατικά ονομάζεται Völkerwanderung.
Η μεγάλη απόσταση μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης-Νέας Ρώμης, που ήταν η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, επέτρεπε στον Πάπα να έχει μεγαλύτερη αυτονομία προς των Αυτοκράτορα σε σχέση με τον ομόλογό του στην Κωνσταντινούπολη. Μέχρι το μεγάλο σχίσμα του 1054 δημιουργήθηκαν διάφορα «σχισματάκια» με την Δυτική Εκκλησία και σε αντίθεση με ό,τι μπορείτε να πιστέυετε αρκετές φορές ήταν η Δυτική Εκκλησία, η οποία προστάτευσε το δόγμα, που σήμερα αποδέχεται η Ανατολική. Δεν ξέρω, εάν το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η περίοδος της Εικονομαχίας, αλλά ήταν σε αυτήν την περίοδο, όπου ο Εικονομάχος Αυτοκράτορας αφαίρεσε την περιοχή της Ελλάδας από την Εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης. Συνεπώς, εάν γιορτάζουμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας, την οφείλουμε και στον τότε επίσκοπο Ρώμης, ο οποίος δεν ήταν εικονομάχος και το έαν βρισκόμαστε «δογματικώς ηνωμένοι με την του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία εν Κωνσταντινουπόλει» αντί για την Ρώμη, το οφείλουμε σε έναν εικονομάχο Αυτοκράτορα, τον Λέοντα Γ’ τον Ίσαυρο, ο οποίος για να τιμωρήσει τον Πάπα Γρηγόριο Γ’, που δεν υποτασσόταν στην Εικονομαχική εκδοχή, τού αφαίρεσε τις εκκλησιαστικές επαρχίες, Νοτίου Ιταλίας και Ιλλυρικού. Η ζωή παίζει περίεργα παιχνίδια, δεν συμφωνείτε;
Η στέψη του βασιλέως των Φράγκων Καρόλου, του «Μεγάλου», δημιούργησε και αυτή κρίση, τόσο με το ότι υπήρξε αντίληψη σφετερισμού, όσο και το ότι ο Πάπας άρχισε να αναζητεί στηρίγματα πλέον προς Δυσμάς.
Το 1054, λοιπόν, δεν ήρθε ξαφνικά. Ήταν αποτέλεσμα της πύκνωσης νεφών, λόγω παρεξηγήσεων, πολιτικών λόγων και υπολογισμών. Θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας και έναν άλλο σημαντικό παράγοντα, ο οποίος ήταν η ορμητικότητα των Νορμανδών, εκείνη την εποχή (η γνωστότερη τους κατάκτηση θα συμβεί δώδεκα χρόνια αργότερα το 1066). Θέματα μορφής (π.χ ο τρόπος του θρησκευεσθαι) παρά ουσίας απέκτησαν μεγάλη σημασία και συνετέλεσαν περαιτέρω στον φανατισμό του εκκλησιάσματος. Αμφιβάλλω, εάν το εκκλησίασμα-ίσως ακόμα και οι ίδιοι οι θεολόγοι και οι κληρικοί- μπορεί να καταλάβει τις δογματικές διαφορές. Όμως, το εάν οι ιερείς από τον εφημέριο της γειτονιάς μέχρι τον ανώτατο εκκλησιαστικό ηγέτη του δόγματος, που ακολουθεί κάποιος είναι πωγωνοφόροι ή όχι είναι ορατότατη διαφορά. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο ο Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλλάριος, όσο και ο Καρδινάλιος Ουμβέρτος ήταν μάλλον ισχυρογνώμονες και εξώθησαν τα πράγματα στα άκρα μη θέλοντας να βρουν κοινό έδαφος.
Έκτοτε, εάν και έγινε διάφορες προσπάθειες για επανένωση που απέτυχαν, οι Εκκλησίες είχαν αναθεματίσει η μία την άλλη (υπάρχει και μια άλλη ερμηνεία, η οποία λέει ότι οι εκατέρωθεν αναθεματισμοί απευθύνονταν στους Πάπα και Πατριάρχη και όχι σε ολόκληρα τα αντίστοιχα εκκλησιάσματα). Οι διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες έγιναν πριν την Οθωμανική κατάκτηση. Η Υψηλή Πύλη είχε κάθε συμφέρον να εμποδίσει τις προσπάθειες για επανένωση. Συνεπώς το Σχίσμα παρέμενε και ενδεχομένως και να διευρύνθηκε.
Όπως βλέπετε, επικαλούμαι κυρίως ιστορικούς και πολιτικούς λόγους, για το τί οδήγησε στο Σχίσμα. Υπάρχουν, βέβαια, και θεωρήσεις, που το αποδίδουν στην Πρόνοια, για να προστατευθεί η Εκκλησία από την ελληνική ή την λατινική αίρεση (διαλέγετε). Το πρόβλημα με αυτήν την ερμηνεία είναι ότι αφ’ ενός η παράταξη, που επιλέγεις δρα πάντα βάσει της Πρόνοιας, ενώ οι «άλλοι» είναι οι συμφεροντολόγοι, αφ’ ετέρου η Πρόνοια χρησιμοποιείται κατά το δοκούν.
Έτσι πολιτικοί λόγοι επικράτησαν στον 20ο αιώνα, τόσο για την προσπάθεια επαναπροσέγγισης των Εκκλησιών, όσο και για την μη-αμφισβήτηση ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης και ο Πρώτος μεταξύ ίσων, στο σύστημα των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Οι πολιτικοί λόγοι ήταν ο Ψυχρός Πόλεμος και το γεγονός ότι πλήθος Ορθοδόξων Εκκλησιών βρίσκονταν στον χώρο του «Παραπετάσματος». Η Ορθόδοξη Εκκλησία με το μεγαλύτερο ποίμνιο, η Ρωσσική βρισκόταν στην Σοβιετική Ένωση, την ίδια την υπερδύναμη του Ανατολικού μπλοκ.
Αφού, λοιπον, έθεσα το πλαίσιο ας επιστρέψω ξανά στον Ιωάννη ΚΓ’, τον οποίο θεώρησα ότι έθεσε το ρυθμό για την επαναπροσέγγιση των Εκκλησιών. Αυτό συνέβη, επειδή είχε χρηματίσει σε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις, στην Βουλγαρία, την Ελλάδα και την Τουρκία και είχε καλύτερη γνώση και αντίληψη της Ορθοδοξίας. Ο διάδοχός του Παύλος ΣΤ’ (Ιωάννης Βαπτιστής Μοντίνι), που μαζί με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα (Αριστοκλής Σπύρου, ο οποίος είχε αντιστοίχως εμπειρία στον διαδογματικό διάλογο) ήραν τα αναθέματα το 1964, δεν έδρασαν σε εκκλησιαστικό, διπλωματικό και πολιτικό κενό.
Έκτοτε, έχει αρχίσει μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης, με στόχο την επανένωση των Εκκλησιών, χωρίς στόχος να είναι η υποταγή της μίας στην άλλη. Όπως η προσπάθεια συγκράτησης του κομμουνισμού επιρρέασε τις Εκκλησίες, έτσι και η πτώση του, με το θέμα των Ελληνορύθμων Εκκλησιών, που οδήγησε σε αναστολή του διαλόγου, μέχρι πρόσφατα. Μέρος των εκατέροθεν καλών τρόπων είναι οι επισκέψεις και οι παρακολουθήσεις εκατέροθεν εκκλησιαστικών λειτουργιών σε αντίθεση, όμως, με ό,τι φοβούνται ή ελπίζουν μερικοί (όπως εγώ), αυτό δεν συνιστά συλλείτουργο. Εάν και έχουν την σημασία τους, η «ουσιαστική δουλειά» γίνεται στις μικτές θεολογικές επιτροπές. Πρόκειται για μια μακρά διαδικασία, η οποία δεν είναι χωρίς επιπλοκές.
Εάν ο Κίσσιγγερ ειρωνευόμενος, δεν ήξερε σε ποιόν να τηλεφωνήσει στην Ευρώπη, ο Πάπας δεν έχει αντίστοιχο πρόβλημα, καθώς συνομιλεί με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το ζήτημα, βέβαια, στο πλαίσιο της προσπάθειας για Ένωση δεν είναι τόσο απλό, καθώς ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δεν θεωρείται Πρώτος, αλλά Πρώτος μεταξύ ίσων. Συνεπώς, στην ευκταία περίπτωση, όπου θα υπογραφεί κάποιο πρακτικό Ένωσης, αυτό από την μεριά της Ορθοδόξου Εκκλησίας θα είναι, κατά την γνώμη μου, ad referendum σε Σύνοδο όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Θα αποδεχθούν όλοι την θέληση της πλειοψηφίας; Ποιά θα είναι η άποψη του Πατριαρχείου Μόσχας, του Πατριαρχείου με το μεγαλύτερο Ορθόδοξο ποίμνιο στον κόσμο; Ακόμα και εδώ πέρα από την πίστη χωρά και το συμφέρον, από κάθε πλευρά. Πολλοί αναρωτιούνται, για το πώς θα μπορούσε να συμβάλει ο Βενέδικτος ΙΣΤ’ στις προσπάθειες επανένωσης από την στιγμή, που ναι μεν είναι γνώστης της Ορθοδοξίας, αλλά από την άλλη θεωρείται αρκετά ανελαστικός. Πιστεύω ότι γίνεται και η συννενόηση μαζί του θα είναι ευκολότερη. Τέτοιου είδους άνθρωποι σού λένε: «Μπορώ να κινηθώ τόσο!Κάνε και εσύ κάτι αντίστοιχο» και ξέρεις πού πας. Αντιθέτως, ο κίνδυνος με τους «χαλαρούς» είναι να σου λένε: «Μα θα κολλάμε σε λεπτομέρειες τώρα; Αφού δεν υπάρχουν προβλήματα. Κάνε ένα βήμα» και όταν ανταπαντάς «Κάνε και συ» να λένε «Α, δεν γίνεται!»
Πολλοί ανησυχούν για την επανένωση των Εκκλησιών, φοβούμενοι ότι θα χαθούν οι εκατέρωθεν παραδόσεις. «Θα πηγαίνω στην Εκκλησία και θα με κοινωνεί ξυρισμένος παπάς;» αναρωτιούνται μερικοί. Όχι δεν πρόκειται να συμβεί αυτό. Εξάλλου, ακόμα και τότε, όπου ο Ελλαδικός χώρος άνηκε εκκλησιαστικά στην Επισκοπή Ρώμης μάλλον ακολουθείτο το Βυζαντινό τυπικό και παραδόσεις, παρά το Λατινικό. Έτσι θα πρέπει να μας δημιουργεί προβληματισμό, το να βλέπουμε μια Ορθόδοξη ή μια Καθολική Εκκλησία π.χ στην Αφρική να κάνουν χρήση των αντιστοίχων τυπικών, παρά να αφήνουν να αναπτυχθεί ελεύθερα ένα τοπικό τυπικό. Το σημαντικότερο όλων των προβλημάτων είναι το θέμα του αλαθήτου, και του Πρωτείου του Πάπα (στις υπογραμμίσεις η ερμηνεία που δίνει η Καθολική Εκλησία στην Ελλάδα). Έχω την αίσθηση, πάντως, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αρνείται ότι στην περίπτωση Επανένωσης ο Πάπας θα έχει το Πρωτείο τιμής, δηλαδή θα είναι ο Πρώτος μεταξύ ίσων και όχι ο μόνος Πρώτος.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και ο Καθολικός χώρος, δεν είναι τόσο αρραγής, όσο φαίνεται. Στην περίπτωση αυτή δεν αναφέρομαι στην συγκεντρωτική και την αποκεντρωτική δομή των αντιστοίχων Εκκλησιών Καθολικής και Ορθόδοξης, όσο στην ύπαρξη Καθολικοφανών Εκκλησιών σε αντιστοιχία με τους Ορθοδόξους παλαιοημερολογίτες κλπ. Ήταν η Β’ Βατικανή Σύνοδος με τις αλλαγές της, αλλά και οι προσπάθειες, τόσο επαναπροσέγγισης με την Ορθοδοξία, όσο και συνενόησης με τις άλλες θρησκείες, που οδήγησαν σε αντίστοιχες κινήσεις. Ο ανθενωτισμός και ο αντιοικουμενισμός υπάρχει εκατέρωθεν
Καλό είναι η άποψή μας για την άλλη Εκκλησία και την φιλοσοφία της να στηρίζεται στην δική της ερμηνεία και όχι σε αυτήν της δικής μας Εκκλησίας, που σκοπό έχει να βγάλει την φιλοσοφία της άλλης εξ’ ορισμού λανθασμένη. Θα αναφερθώ σε δύο παρανοήσεις για την Καθολική Εκκλησία, όπως τις διδάχθηκα στο σχολείο. Υποθέτω ότι παρανοήσεις θα υπάρχουν και στις εικόνες των Καθολικών για τους Ορθοδόξους. Και φανταστείτε ότι υπάρχουν και οι εκατέροθεν φανατικοί.
Μού είπαν στο σχολείο, ότι οι Καθολικοί κάνουν τον σταυρό τους με τέσσερα δάκτυλα, επειδή αναφέρονται και στον Πάπα. Πολύ απλά είναι λάθος. Είναι απλώς το σημείο του Σταυρού.
Μού είπαν στο σχολείο ότι η Καθολική Εκκλησία ξεχωρίζει μεταξύ κλήρου και λαού επιτρέποντας στον πρώτο να μεταλαμβάνει Σώμα και Αίμα, ενώ στον δεύτερο μόνο Σώμα. Λάθος. Θεωρείται ότι και ο λαϊκός της Καθολικής Εκκλησίας κοινωνεί πλήρως, το μόνο ερώτημα, που θα μπορούσε να τεθεί από την Ορθόδοξη οπτική είναι αυτό της καινοτομίας.
Εν κατακλείδει, μόνο η γνώση των πραγματικών περιστατικών, της κατανόησης ότι και η πολιτική διαδραμτίζει τον ρόλο της, αλλά και η προσπάθεια να καταλάβουμε τον τρόπο σκέψης του άλλου, με σκοπό να έρθουμε σε επαφή μαζί του, όχι για να τον βγάλουμε εξ’ ορισμού λάθος μπορούν να βοηθήσουν στην αλληλοκατανόηση και μακροπρόθεσμα στην Επανένωση.

Advertisements

2 responses »

  1. Ντροπαλέ, ξέρεις υποθέτω και το ωραίο νομικό επιχείρημα που θα επικαλεστούν οψέποτε γίνη η Ένωσις: όταν έκανε τα κόλπα του ο Ουμβέρτος, ο εντολοδότης του Πάπας Λέων Θ΄ είχε πεθάνει πίσω στην Ρώμη, άρα η εντολή είχε λήξει, εξ αρχής άκυρος ο αναθεματισμός, άρα άκυρο πανηγυρικό σε χίλια χρόνια Σχίσματος!

    Ε, κάπου κάπου χρειάζονται και οι δικηγόροι…

  2. Ο/Η Ντροπαλός λέει:

    Όπερ σημαίνει ότι νομοκανονικώς (ή όπως αλλιώς μπορεί να λέγεται) το Σχίσμα ουδέποτε συνέβη 🙂
    Βέβαια από την άλλη είναι και το θέμα του εθίμου και της πεποίθησης δικαίου ότι το Σχίσμα υπάρχει (κάπως έτσι, δεν είμαι νομικός)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s