Ο ξάδελφός μου ενέγραψε στον πατέρα μου έναν σύμπακτο δίσκο με καντάδες και κανταδο-ειδή τραγούδια. Ευγενική η κίνησή του. Ο πατέρας μου χάρηκε πάρα πολύ, καθώς δεν έχει ευκαιρία να ακούει τέτοιου είδους μουσική.
Βλέπω τον πατέρα μου να προσπαθεί να ακούσει και να στενοχωριέται, που η μητέρα μου δεν μπορεί να μοιρασθεί την χαρά του, η μητέρα μου να στενοχωριέται και αυτή, που δεν μπορεί να βιώσει την χαρά του πατέρα μου και αμφότεροι λίγο πολύ να περιμένουν από εμένα να δικαιώσω τις κρίσεις τους, καθώς υποτίθεται με ενδιαφέρει η μουσική ως τέχνη. Ο πατέρας μου, ότι πρόκειται περί πραγματικής μουσικής, η μητέρα μου ότι πρόκειται για κάτι το παρωχημένο.
Υπάρχει ένα πρόβλημα με το συγκεκριμένο genre. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει πρόβλημα με αυτό καθ’ εαυτό, αλλά με το πώς παρουσιάζεται και προσλαμβάνεται πλεόν στην Ελλάδα. Το ότι το συγκεκριμένο CD είχε ενορχήστρωση του τύπου ορχήστρα ξενοδοχείου με τέσσερις χωρωδούς, που τραγουδάνε εις την ετήσια χοροεσπερίδα υπεραιωνοβίων γερόντων, που νοσταλγούν τις εποχές όπου η Σταδίου και η Πανεπιστημίου ήταν λουσμένες το βράδυ από το φώς του φωταερίου, το οποίο φιλτραριζόταν στις νερατζιές, ενώ πηγαίναν δια picque nicque τόσο μακριά όσο τα Πατήσια είναι το λιγότερο.
Εάν δεν κάνω λάθος, οι καντάδες αποτελούν λαϊκό μουσικό είδος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν αξία. Είναι τραγούδια, που εξυμνούν τον έρωτα, την απογοήτευση από αυτόν, την χαρά της ζώης, ενδεχομένως και το εφήμερο. Πρέπει να σημειωθεί ότι σπάνια έχω ακούσει καντάδες που να ασχολούνται με θέματα, όπως η φτώχεια, η κακούργα η κοινωνία κλπ. Όχι ότι δεν υπάρχουν και λυπητερά θέματα: ανεκπλήρωτοι έρωτες, το φευγαλέο της ζωής, ένα άνθος, που μαραίνεται κλπ. Παρουσιάζονται, όμως, με μελαγχολική αξιοπρέπεια και όχι με θρηνωδίες και ουρλιαχτά.
Ως λαϊκό είδος, λοιπόν, είναι απλό, αλλά όχι απλοϊκό, μουσικά και στιχουργικά. Επίσης, παρακολουθεί τους προβληματισμούς της εποχής και τον τρόπο μεταλλαγής τους (διότι ο έρωτας πχ μπορεί να είναι διαχρονικός, αλλά ο τρόπος της έκφρασής του εξελίσσεται). Ως λαϊκό είδος δίνει έναν γενικό τόνο, στον οποίο προσαρμόζονται οι συνθέτες, αλλά μόνο τα καλύτερα επιβιώνουν πραγματικά. Και εδώ πέρα βρίσκεται η ουσία του προβλήματος, ιδίως, εάν το συγκρίνουμε το συγκεκριμένο είδος με το ρεμπέτικο ή με το ρεμπετογενές.
1) «Ξέρουμε, Ντροπαλέ ποιές καντάδες έχουν μείνει ως διαχρονικές», θα πείτε. «Είναι οι Απόψε την κιθάρα μου, η Ξανθούλα, Στης Εκκλησιάς τα σκαλοπάτια, Κελαηδήστε ωραία μου πουλάκια, Σ’ ένα παπόρο κλπ. Εντάξει συμπαθητικά είναι αλλά είναι και αρχαιολογίες». Οι «κλπ», που θα βάλετε δεν είναι και τόσες πολλές και μην νομίζετε ότι και εγώ γνωρίζω περισσότερες από εσάς. Σκεφτείτε, όμως, από την άλλη πόσα τραγούδια ξέρετε από το είδος του ρεμπέτικου και του ρεμπετογενούς, της «χρυσής εποχής» των ελληνικών ταινιών, για να μην πάμε και πιο πίσω. Σκεφτείτε μόνο τους λεγόμενους «μεγάλους» συνθέτες του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού. Πόσα τραγούδια τους θυμάστε. Σίγουρα θα θυμάστε και τραγούδια, που δεν ανήκουν σε αυτούς, αλλά έχουν μείνει και αυτά και έχουν χαρακτηρισθεί ως κλασσικά. Ωραία ως εδώ. Συλλογιστείτε, όμως, τα ακόλουθα: Εάν και χαρακτηρίσατε τις καντάδες και τα κανταδοειδή τραγούδια ως αρχαιολογίες, δεν το κάνατε αυτό για τα ρεμπέτικα και τα συναφή άσματα. Ενδεχομένως, μάλιστα, να τα χαρακτηρίζετε και μουσικούς θησαυρούς. Αχ, αυτή η νοσταλγία του παρελθόντος, τότε που όλα ήταν αγνά και ωραία, σε αντίθεση με σήμερα, όπου δεν υπάρχει τέχνη, όπου τα τραγούδια και οι τραγουδιστές βγαίνουν για ένα 15μηνο. Τότε έβγαιναν «αθάνατα» τραγούδια. Μήπως, όμως, τότε έβγαιναν τραγούδια όχι για ένα 15μηνο, αλλά για ένα 30μηνο, επειδή ο ημερήσιος ραδιοτηλεοπτικός χρόνος κλπ ήταν μικρότερος αντί για 24ωρος; Μήπως και τότε τα περισσότερα τραγούδια διέγραφαν τον «βιοιστορικό τους κύκλο» και έμπαιναν στην λήθη, ως απλά τραγούδια χωρίς υψηλές συνθετικές και στιχουργικές αξιώσεις; Μήπως ταυτίζετε το σύνολο της τότε παραγωγής με τα 100, 200, άντε 1000 τραγούδια, που θυμάστε εκείνης της εποχής; Μήπως, με λίγα λόγια οι καντάδες σας ξενίζουν και σας φαίνονται αρχαιολογίες, επειδή δεν έχετε ακούσει και τόσες πολλές; Μήπως παίζει τον ρόλο της και η συνήθεια;
2) Μπορώ να διακρίνω δύο λόγους, για τους οποίους αυτό το είδος πλέον δεν ακούγεται. Ο πρώτος είναι οι δημογραφικές αλλαγές και η εγκατάσταση του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Το μέγεθός τους ήταν ανάλογο του μεγέθους όσων ήδη ζούσαν στην Ελλάδα. Ήταν λογικό, λοιπόν, όχι μόνο να φέρουν τα μουσικά τους ακούσματα, (ποιός δεν θέλει αυτά, που έχει συνηθίσει, αυτά που τού φέρνουν αναμνήσεις, ή τέλος πάντων τα γνωστά, που τού δημιουργούν μία αίσθηση ασφάλειας; ) αλλά και να επιρρεάσουν όλη την μετέπειτα παραγωγή. Η ζήτηση, λοιπόν, αυξήθηκε για το ρεμπέτικο και το ρεμπετογενές τραγούδι, ενώ μειώθηκε για τις καντάδες. Απλή «καλλιτεχνοπολιτική οικονομία» δηλαδή. Ο άλλος λόγος, τον οποίον, όμως, δεν μπορώ να δικαιολογήσω είναι ο εξής: οι καντάδες είναι ένα είδος συγγενές προς τα δυτικά μουσικά είδη. Για διάφορες ελίτ στην Ελλάδα, η Δύση δεν είναι παρά η μήτρα του κακού, η οποία το λιγότερο, που έχει κάνει είναι ότι μας έχει κλέψει τις δικές μας ιδέες και που συνομωτεί εναντίον μας αντί να ολημερίς και ολονυκτίς να μας δοξολογεί και να μας πληρώνει (καλό το λιβάνισμα, αλλά η ζωή χρειάζεται και υλικές προϋποθέσεις). Οι ίδιες αυτές ελίτ αγκάλιασαν το ρεμπέτικο και το ρεμπετογενές, όχι για την πραγματική του αξία, αλλά για να προωθήσουν και να προβάλουν τους εαυτούς τους. Δεν γοητεύθηκαν από αυτό, απλώς το χρησιμοποιούν ως εργαλείο.
3) Για την τυποποιημένη αντίληψη της Ελλάδας, αυτή που πωλείται δηλαδή στους τουριστικούς οδηγούς, η Ελλάδα είναι το γαλάζιο του Αιγαίου με τα ασβεστωμένα σπιτάκια. Πού χώρος, λοιπόν, για το Ιόνιο με τις δικές του ιδιαιτερότητες; Το αναφέρω αυτό, διότι οι καντάδες ως μουσικό είδος αναπτύχθηκαν κατά κύριο λόγο εκεί.
4) Δεν υπάρχει, λοιπόν, επαρκής ζήτηση και η ελάχιστη, που υπάρχει δεν μπορεί να εκφρασθεί από την στιγμή που εμπλέκονται ιδεολογικά και άκρως εξωκαλλιτεχνικά κριτήρια. Κάποιος καλλιτέχνης (συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής), λοιπόν, δεν έχει συμφέρον να ασχοληθεί με το είδος και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Και ενασχόληση δεν σημαίνει μόνο η δημιουργία, αλλά και ο σχετικός διάλογος. Υπάρχει διάλογος και παρακολούθηση της εξέλιξης του είδους της αντίστοιχης φόρμας στις άλλες χώρες; Φυσικά, όταν μιλώ για διάλογο, δεν αναφέρομαι σε δουλική αντιγραφή και εισαγωγές ( μπορεί να συμβούν και αυτές), αλλά σε ανταλλαγή στοιχείων κλπ. Όχι μόνο να πάρουμε, αλλά και να δώσουμε. Να είμαστε και μαθητές και αυθεντικοί δημιουργοί. Πώς έχει εξελιχθεί η Ναπολιτάνικη καντσονέττα σήμερα, πχ; Η «γκρίνια» της μητέρας μου, δεν ήταν και τόσο παράλογη, καθώς άκουγε ένα είδος, το οποίο στην Ελλάδα για τους προαναφερθέντες λόγους σκάλωσε. Δείτε τώρα από την άλλη πλευρά, τί διάλογος υπάρχει με το Ινδικό, το Μεσανατολικό το Βορειοαφρικανικό, το Αρμενικό τραγούδι/τρόπο μουσικής με το ρεμπέτικο και το ρεμπετογενές. Από δουλικές μεταφράσεις και ορχηστρικές μεταφφραφές (πχ μπουζούκι αντί για σιτάρ) μέχρι πραγματική και πρότυπη δημιουργία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s