Από την παιδική μας ηλικία ζούμε την ζωή μας, ή μάλλον την σπαταλούμε -δυστυχώς, ψάχνοντας για την πραγματική πραγματικότητα και αλήθεια. Αυτή, φυσικά, δεν βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, δεν είναι αυτή που η οποία πρωταρχικώς προσλαμβάνεται από τις αισθήσεις και από την διάνοιά μας. Κάθε άλλο, αυτό που βλέπουν τα μάτια μας, ακούν τα αυτιά μας αισθάνεται ο νους και η καρδιά μας είναι απατηλό, είναι ύποπτο και πρέπει να μάθουμε να το απορρίπτουμε, να μην παρασυρόμαστε από τις πρώτες εντυπώσεις, να ξεχωρίζουμε το είναι από το φαίνεσθαι, να μην παίρνουμε τα πράγματα άκριτα και αψήφιστα. Οι προθέσεις μπορεί να είναι καλές, τα αποτελέσματα, όμως, είναι πολλές φορές ολέθρια: αντί κριτικοί και ελεύθεροι γινόμαστε φοβικοί και φοβισμένοι. Επιπλεόν, μπλεκόμαστε σε ένα γαϊτανάκι μεταξύ πραγματικού και πραγματικώς πραγματικού και βλέπουμε την ζωή μας να φεύγει αντί να την χαιρόμαστε.
Γιατί μας έμαθαν έτσι; Για την ασφάλειά μας-πρωτίστως- και σίγουρα είναι καλό να υπάρχει τόσος φόβος και τόσο άγχος, που να οδηγούν σε σοφρωσύνη. Πολλές φορές, όντως, τα φαινόμενα απατούν: η καλή κυρία που προσφέρει καραμέλες σε ένα παιδάκι μπορεί να είναι μέλος σπείρας απαγωγέων. Χωρίς τις προειδοποιήσεις το παιδάκι δεν μπορεί να προστατεύσει τον εαυτό του, και παρασύρεται. Χωρίς την υποψία κάποιος/α μπορεί να αποτελέσει απλώς ένα μέσο για την επίτευξη της σεξουαλικής ικανοποίησης της μιας βραδιάς κάποιου/ας, επειδή ο τελευταίος απλώς είπε μία φιλοφρόνηση, ή προσέφερε κάτι. Η μομφή δεν είναι κατά των σχέσεων της μιας βραδιάς. Η μομφή είναι στην περίπτωση να μην γνωρίζουν και τα δύο μέρη ότι η σχέση είναι τέτοια. Σε αυτήν την περίπτωση το «ερωτικό συμβόλαιο» δεν είναι κοινό και ενιαίο. Κάποιος παραχωρεί περισσότερα και μάλιστα τα παραχωρεί εν αγνοία του, σαν το συμβόλαιο να περιέχει όρους με συμπαθητική μελάνη. Έχει τεράστια διαφορά να πουν και οι δύο: «Ωραία περάσαμε, δεν σε ξέρω δεν με ξέρεις» με το να πει ο ένας «Χάρηκα! Γεια σου τώρα» και ο άλλος να αρχίσει να ψελλίζει : «Μα, νόμιζα…Στάσου…Είπες ότι μ’ αγαπούσες», «Ναι, το είπα ήταν της στιγμής» θα ανταπαντήσει ο άλλος. «Καλά το πίστεψες;»
Μπορεί να φταίει και ο Σιγισμούνδος. Δεν ξέρω πόσοι έχουν διαβάσει-έστω σημαντικό μέρος από-το έργο του (εγώ δεν έχω διαβάσει), αλλά οι περισσότεροι γνωρίζουμε κάποιες ρήσεις ή θέσεις που αποδίδονται στα έργα αυτού. Το ασυνείδητο, το «εγώ», το «αυτό» το «υπερεγώ» κλπ (που πρέπει να σημειώσουμε ότι ο ίδιος τα απέδιδε με τα «Ich», «Es», «Überich», είναι οι μεταφραστές του που τα απέδωσαν με τα λατινικά αντίστοιχα, για να φανούν προφανώς πιο glamorous, sexy και high στους αναγνώστες) βρίσκονται στην «φαρέτρα με τις ατάκες», που όλοι κουβαλάμε και όλοι γνωρίζουμε. Σε αυτήν την φαρέτρα βρίσκονται και «ο άνθρωπος γεννιέται άγραφος πίνακας», «η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρά μόνο ως φάρσα», το «Έστιν ουν τραγωδία…», το «Δει δη (με ποια σειρά; ) χρημάτων», «ο έναστρος ουρανός άνωθέν μου και εντός μου ο ηθικός νόμος», «η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού» και άλλα πολλά. Γνώση, όμως, των ατάκων δεν σημαίνει και απαραίτητα γνώση της κοσμοθεωρίας αυτών που τις είπαν, αφού
αποκόπτονται από το σύνολο της σκέψης τους. Δεν βρίσκονται, όμως, μόνο ατάκες μέσα σε αυτή τη φαρέτρα, αλλά και πειράματα παρατηρήσεις κλπ πραγματικά ή και φανταστικά (με το φανταστικά δεν αναφέρομαι στα λεγόμενα νοητικά πειράματα): το μολυβδοσφαιρίδιο και το φτερό του Γαλιλαίου, το μήλο του Νεύτωνα, η παρατήρηση του Eddington στην έκλειψη του 1919, η χύτρα του Παπέν, το πείραμα του Bandura με τα παιδιά και τις κούκλες. Γράφω τελευταίο αυτό -και γνωρίζω ότι ανοίγομαι πολύ σε σχέση με τους σκοπούς αυτού του ποστ- για να σχολιάσω το εξής: στην τηλεοπτική αφήγηση της
ιστορίας του Άλεξ, είχα παρατηρήσει το εξής πριν έναν περίπου μήνα, τότε όπου είχε ξεκινήσει η διαδικασία ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης στα πέντε ανήλικα παιδιά: οι εκφωνητές με τρομολαγνικό σπηκάζ έκαναν αναφορα σε ειδικούς, οι οποίοι σε μαύρες σακκούλες κουβαλούσαν κούκλες, που τις πήγαιναν στους ανηλίκους. Ο σκοπός ήταν κατά την γνώμη μου ο εξής (των εκφωνητών, όχι των πραγματογνωμόνων): να ερεθίσουν την αναμνησή μας, να θυμηθούμε ειδεχθή εγκλήματα που έχουν γίνει είτε στην πραγματικότητα, είτε στον κινηματογράφο/αστυνομικές σειρές και το πώς προσπάθησαν ή και πέτυχαν (ή όχι) να απαλλαγούν από τα θύματα και φυσικά να θυμηθούμε και το πείραμα του Bandura. Έτσι, το τηλεοπτικό κοινό με απλούς συσχετισμούς του τύπου «μαύρη σακκούλα-εξαφάνιση, κούκλες-βίαιη συμπεριφορά» θα δεχθεί το προφανές συμπέρασμα που τα περισσότερα τηλεοπτικά ΜΜΕ έχουν βγάλει (αφού «φυσικά» είναι αστυνόμοι, ανακριτές, εισαγγελείς, δικαστές, συμβούλια εφετών, δικηγόροι κλπ, κλπ ταυτοχρόνως).
Ανοίχτηκα. Ας επιστρέψω στον Σιγισμούνδο. Ο Σιγισμούνδος μιλά για το ασυνείδητο. Συνεπώς όχι μόνο η ανθρώπινη πραγματικότητα διαφέρει από τις εσωτερικές διεργασίες, αλλα σε ό,τι αφορά τις τελευταίες κάθε άνθρωπος αγνοεί απωθεί τις δικές του, συνεπώς αδυνατεί να εννοήσει και των άλλων.
Υπάρχουν δύο παράλληλα σύμπαντα λοιπον: το συνειδητό και το ασυνείδητο και με κάποιον μυστήριο τρόπο είναι τόσο αυτόνομα, όσο και αλληλοεξαρτώμενα μεταξύ τους. Οι θεωρίες του Σιγισμούνδου έχουν ανοίξει τεράστιες συζητήσεις: κλασσική είναι αυτή που αναρωτιέται, εάν την έχω καταλάβει και εγώ καλά, πώς ανακαλύφθηκε (έγινε συνειδητό) το ασυνείδητο από την στιγμή που είναι τέτοιο, δηλ. ασυνείδητο. Άλλο μεγάλο θέμα είναι για το εάν αποτελούν επιστημονική θεωρία ή δόγμα (ή, επειδή η λέξη «δόγμα» είναι κάπως βαριά, άλλο δημιούργημα της ανθρώπινης διάνοιας). Για τον Popper η ψυχανάλυση αποτελεί par excellence υπόδειγμα μη-επιστήμης. Και φυσικά δεν πρέπει να αγνοείται η πολύ σημαντική συζήτηση, εάν οι θεωρίες αυτές έχουν ή όχι επιτυχία ως ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι και στο εάν μπορούν ή δεν μπορούν να μετρηθούν. Επιτυχημένες ή όχι, αποτελούν, πάντως, (τις περισσότερες φορές διαστρεβλωμένες, κάποιες φορές, βέβαια, με τάσεις χιούμορ) το πρότυπο της αντίληψης του μέσου ανθρώπου για την ψυχοθεραπεία: το ντιβάνι, ο αναλυτής με το παπιόν και το μουσάκι -λίγο τρελλός-, το μπλοκάκι, οι ερώτήσεις, οι απαντήσεις του τύπου: «Σαφές δείγμα αδυναμίας απεμπλοκής από το στοματικό στάδιο» Πάντως φαίνεται ότι όλοι -ακόμη και οι σφοδρότεροι πολέμιοι των θεωριών του-αναγνωρίζουν την σημαντική συνεισφορά του, ώστε οι πάσχοντες από ψυχολογικά (από προβλήματα μέχρι βαριά νοσήματα) να θεωρούνται ως άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια, θεραπεία και στήριξη παρά κάψιμο σαν μάγισσες, στιγματισμό, θεώρηση ότι κατέχονται από δαιμόνια κλπ.
Συνεπώς, ακόμα και λέξη να μην έχουμε διαβάσει από τον Σιγισμούνδο, οι πολιτιστικές εγγραφές έχουν γίνει και επιρρεάζουν τον τρόπο σκέψης μας και συμπεριφοράς μας. Τώρα, γιατί ο Σιγισμούνδος και όχι κάποιος άλλος; Ενδεχομένως διότι inter alia είχε αναφερθεί σε «πρωκτικα», «φαλλικά» και «στοματικά» στάδια και σε οιδιπόδεια και ηλέκτρεια συμπλέγματα, θέματα που είτε μπορεί να φέρουν «πονηρά» γελάκια ή που άπτονται των θεμελιωδών κανόνων μιας κοινωνίας. Ενδεχομένως, εάν είχε κάνει αναφορά και ανάλυση με βάση πχ «μηχανιστικό», «αναλογικό» και «ψηφιακό» στάδιο να μην είχε δημιουργηθεί τέτοια «πάνδημη εντύπωση», καθώς δεν άγγιζε λέξεις-θέματα «ταμπού».
Προσωπικά έχω την αίσθηση ότι εάν δεν αμφιβάλλω για το ασυνείδητο, ίσως να αμφιβάλλω για την δύναμή του. «Μα» θα αντιτείνουν πολλοί » δεν παρουσιάζεται πολλές φορές αντίφαση μεταξύ σκέψης και συμπεριφοράς, συμπεριφοράς και συναισθημάτων κλπ;» Δυστυχώς δεν μπορώ να απαντήσω, καθώς δεν είμαι ειδικός. Σκέφτομαι, όμως, τα εξής παραδείγματα: Φανταστείτε να μπαίνετε σε ένα μαγαζί 20:59, ένα λεπτό πριν κλείσει. Είναι αρκετά λογικό να υποθέσουμε ότι εάν και ο υπάλληλος θα σας δεχθεί και θα σας εξυπηρετήσει ευγενέστατα από μέσα του θα σας βρίζει. Αυτό, όμως, δεν έχει σχέση με το ασυνείδητο και με την διαφορά μεταξύ πραγματικού και «πραγματικώς» πραγματικού. Ή σκεφτείτε κάποια κοπέλα, η οποία στον φόβο της μοναξιάς και στον γενικότερο φόβο της προκειμένου να είναι με κάποιον άντρα είναι ικανή να αναλάβει ρόλο υποποδίου. Στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχει κανένα ασυνείδητο: συνειδητότατα σας βρίζει από μέσα του και συνειδητότατα φέρεται όπως πρέπει να φερθεί. Στην δεύτερη περίπτωση, έχω την εντύπωση ότι, δεν έχουμε να κάνουμε με άλυτα συμπλέγματα Ηλέκτρας, αλλά με κάποιον (πατέρα, άλλο συγγενή κλπ) που την εκφόβισε, την υποτίμησε κλπ λέγοντάς της ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει, ότι είναι αδύναμη ανίκανη κλπ. Λόγια και πράξεις, συνεπώς, υπαρκτές και συνειδητότατες και στα δύο παραδείγματα.
Μπορεί η (χιμαιρική) αναζήτηση μεταξύ πραγματικού και «πραγματικώς» πραγματικού να οφείλεται και στην ζήλεια. Σκεφτέιτε πώς αντιδρούν πάρα πολλοί, έστω και κουτσομπολεύοντας καλοπροαίρετα, όταν μαθαίνουν ότι κάποιοι σύναψαν δεσμό ή ετοιμάζονται να συζήσουν ή ό,τι άλλο: «Α, τον τύλιξε!», «Την έριξε!». Κάθε πράξη κάθε συμπεριφορά ερμηνεύεται με βάση αυτό το πλαίσιο: Του μαγείρεψε; Το έκανε για να τον τυλίξει!. Της πρόσφερε λουλούδια; Το έκανε για να την κάνει να ανοίξει τους μηρούς της! κλπ. Παγιδευμένοι από την αναζήτηση του «πραγματικώς» πραγματικού, αντί να χαρούμε που μας έκαναν ένα δώρο, ή ακόμα και που απλώς μας αγκάλιασαν, καθόμαστε μαγκωμένοι και σκεφτόμαστε: «Μ’ αγαπάει; Μήπως;» Αντί να ασχοληθούμε με τις δικές μας σχέσεις, αντί να δώσουμε σημασία σε (δίκαια) παράπονα του τύπου: «Κοίτα, πώς φέρεται ο/η Χ στον/ην Ψ!», ανταπαντούμε: «Α, αυτά είναι τυπικά! Εγώ σε αγαπώ πραγματικά!» κλπ.
Με λίγα λόγια (σαν παράδειγμα): Η εμμονή με το «πραγματικώς» πραγματικό μας κάνει να δίνουμε αξία στον γείτονα, ο οποίος θα μας πει «εγώ, ό,τι θέλεις μη διστάσεις» κλπ και ο οποίος θα εξαφανιστεί και θα επικαλεσθεί κωλύματα στην ευκολοτέρα των περιπτώσεων, αντί να δίνουμε αξία στον γείτονα, ο οποιός δεν θα υποσχεθει και πολλά, μπορεί και τίποτα, αλλά όταν θα μας δει να ερχόμαστε φορτωμένοι με τα ψώνια από το σούπερ-μάρκετ, εάν δεν σηκώσει μέρος του φορτίου, θα σπεύσει να ανοίξει την πόρτα, αντί να μας αφήνει να παιδευόμαστε με το να ψάχνουμε κλειδιά σε τσάντες και τσέπες!

Advertisements

4 responses »

  1. Ο/Η Rodia λέει:

    Μέσα στα αρνητικά του πολιτισμού και αυτά…
    Αδικο είχε ο Διογένης που αναζητούσε άνθρωπο με το φανάρι του; Σήμερα μάλλον θα δυσκολευόταν περισσότερο!

  2. Ο/Η Ντροπαλός λέει:

    Ίσως αλλά ο πολιτισμός δεν είναι αρνητικός κατά την γνώμη μου. Αυτά προς το παρόν, περισσότερα για το θέμα, στο μέλλον.
    ΣΚέφτομαι, πάντως, την βλακεία που πέρασα στην εφηβεία αναζητώντας το «πραγματικώς» πραγματικό. Όχι ότι τώρα δεν το κάνω, βέβαια…Προσπαθώ να αποδεσμευθώ. Δεν το έχω καταφέρει.

  3. Ο/Η Rodia λέει:

    Πραγματικό και πραγματικότητα είναι αυτό που δημιουργεί καθένας στο μυαλό του. Αντικειμενικά «πραγματικό» δεν υπάρχει. Εδώ κατέληξα μετά από ενδελεχή μελέτη σεχδόν μιας ζωής.. άντε, τριών τετάρτων (ή δύο τρίτων?) ζωής. 😉
    ..στο γράφω μήπως σε βοηθήσει σε συντομότερο ξεμπέρδεμα.. όχι για να σε μπερδέψω, ε

  4. […] Μια ολόκληρη θεωρία, η ψυχανάλυση, έχει διατυπωθεί, πάνω στην οποία βασίστηκε η έκδοση Β’. Για κάποιους αποτελεί δείγμα διεισδυτικής ανάλυσης του κόσμου, επαναστατική επιστημονική θεωρία, αφού ερμηνεύει- και ενδεχομένως στην καλύτερη μορφή του- το πραγματικώς πραγματικό, ενώ για άλλους δείγμα δογματισμού και του τί πράγμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιστήμη. Είναι ενδιαφέρον ότι ο ακαδημαϊκός χώρος της ψυχολογίας, που έχει το ίδιο αντικείμενο, μου δίνει την εντύπωση ότι έχει λάβει τις αποστάσεις του, έχοντας πάρει ό,τι επιστημονικό ψήγμα είχε και έχοντας αποδώσει τις συγκεκριμένες οφειλές και ευχαριστίες. Αντιθέτως, η θεωρία αυτή φαίνεται να έχει μεγαλύτερη πέραση και να χρησιμοποιείται ως αναλυτικό και ερμηνευτικό εργαλείο από τις σπουδές ΜΜΕ, Φιλολογίας, Πολιτισμικών Σπουδών κλπ. Γιατί το σκέφτηκε αυτό ο συγγραφέας; Τί σχέση έχει αυτό με το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα; Πώς αποκωδικοποιείται αυτή η διαφήμιση; Έχει φαλλικούς συμβολισμούς; Προβάλλει το “αυτό” σε σχέση με το “υπερεγώ” κλπ. Η  εμπιστοσύνη αυτών των χώρων φαίνεται να είναι μεγαλύτερη, κάτι που δημιουργεί εντύπωση. Μάλιστα πολλές φορές αυτή η εμπιστοσύνη συνδυάζεται με έναν στρυφνό και ακατανόητο λόγο, που-κακώς κατά την άποψή μου- θεωρείται στην Ελλάδα δείγμα πολιτισμικής ανωτερότητας και “διανόησης”. Όπως δεν ανήκω στον χώρο της γλωσσολογίας, έτσι δεν ανήκω και στους περισσότερους από τους παραπάνω. Όμως, μου φαίνεται λογικότερο να δώσω περισσότερη βάση στο τί θα πει για την συγκεκριμένη θεωρία ένας ψυχολόγος από έναν φιλόλογο. Παραδέχομαι επίσης, ότι η μόνη μου πληροφόρηση για την συγκεκριμένη θεωρία δεν προέρχεται από την ανάγνωση πρωτογενών πηγών και ενίοτε υποψιάζομαι ότι όχι μόνο η θεωρία αυτή (έστω και ως μη-επιστημονική) μπορεί να λέει και άλλα πέρα από το φαλλικό και λοιπά στάδια, αλλά και να πλαγιοκοπήθηκε από καλοθελητές με τις ίδιες αυτές τις έννοιες της να χρησιμοποιούνται ως πέμπτη φάλαγγα. Έτσι στην υποθετική μας ιστορία, μου φαίνεται λογικότερη η έκδοση Α’, που είναι και η απλούστερη. Η ηρωίδα μας πήρε μπανάνα, επειδή αυτήν ορεγόταν, σε αυτήν έπεσε το μάτι της. Τίποτα το συμβολικό και τίποτα το ασυνείδητο. Το ίδιο και στις περιπτωσεις, που κάνει έρωτα. Αποζητά την ερωτική απόλαυση, ενδεχομένως την τεκνοποιία και όχι την σχετική ιεραρχική της θέση στην κοινωνία, το εάν ξεπέρασε “συμπλέγματα”, το πώς ο σύντροφός της βλέπει τα δικά του απωθημένα εν σχέσει με τα δικά της κλπ. Το σκεπτικό της ψυχανάλυσης, μου φαίνεται ότι ακολουθείται in extremis από τις ταινίες με τον χαρακτηρισμό “Χ”, όπου μπορούμε να φαντασθούμε την εξής σκηνή: […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s