Πριν από λίγες ημέρες κατατέθηκε το προσχέδιο της πρότασης για τις αλλαγές στα Πανεπιστήμια. Έχει γίνει ήδη αναφορά στην εντύπωση που δημιουργούν, όσοι διαμαρτυρήθηκαν ότι το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων δεν κάνει διάλογο. Οφείλω, πάντως, μία διόρθωση. Αρκετοί από αυτούς, όντως, προσήλθαν στον διάλογο βρήκαν, όμως, ευκολότατες αφορμές για να αποχωρήσουν. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι ο διάλογος δεν γίνεται άνευ κανόνων. Οι διαδικασίες των τυπικών και κυρίως των ατύπων διαβουλεύσεων αποτελούν δημοκρατική κατάκτηση, στην οποία οι νέες τεχνολογίες έπαιξαν και θα συνεχίσουν να παίζουν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο. Σκεφτείτε, ότι επιτρέπουν στον πολίτη να συμμετέχει χωρίς να είναι δεσμευμένος να αποτελεί μέλος κάποιου πολιτικού κόμματος (για αυτό τον λόγο θα πρέπει να μας προβληματίσει ακόμα περισσότερο το ζήτημα του ψηφιακού «αναλφαβητισμού». Δεν είναι μόνο το ζήτημα των δεξιοτήτων και των προσόντων πρόσβασης στην αγορά εργασίας, αλλά και το ότι οι ψηφιακώς «αναλφάβητοι» αδυνατούν να συμμετάσχουν στα κοινά, με αποτέλεσμα στο τέλος να λαμβάνονται αποφάσεις (και για αυτούς) χωρίς αυτούς). Όμως, η τελική σύνθεση των απόψεων γίνεται στην δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή. Ο τύπος, οι οργανώσεις -και αυτές έχουν ιδιαίτερο βάρος, διότι αφ’ ενός υποτίθεται ότι έχουν καλύτερη γνώση των αντικειμένων που συζητώνται, αφ’ ετέρου είναι αυτές, που έχουν τα μεγαλύτερα διακυβεύματα στα επί μέρους
θέματα, που τους αφορούν- και οι πολίτες θα συνεισφέρουν στην συζήτηση με τις προτάσεις τους. Ο ρόλος τους αφορά το Input. Η επεξεργασία και το Output γίνονται στην Βουλή. Η τελική σύνθεση και ο τελικός διάλογος δεν μπορεί να γίνει ούτε με εκατομμύρια πολιτών (πρακτική αδυναμία), ούτε στα πεζοδρόμια, ούτε σε «σκοτεινά δωμάτια», «μυστικούς δείπνους» κλπ. Η εμπειρία έχει δείξει ότι η παράκαμψη της νομίμως και δημοκρατικά εκλεγμένης νομοθετικής συνέλευσης για χάρη των «αμεσοδημοκρατικών» διαδικασιών ή με το σκεπτικό της αδιαμεσολάβητης επικοινωνίας του λαού με την ηγεσία είναι διαδικασίες, που υπονομεύουν, παρά εμπεδώνουν την δημοκρατία και συνεπώς μάλλον περιστέλλουν παρά διευρύνουν το δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής του λαού. Έτσι, κατά την γνώμη μου, ο Πρωθυπουργός υπέπεσε σε ατόπημα, στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στην Βουλή,
λέγοντας μεταξύ άλλων στην δευτερολογία του, απευθυνόμενος στον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως: «…Λογοδοτώ στους πολίτες και μόνο στους πολίτες.» Ο θεσμικός χώρος λογοδοσίας και διαλόγου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν είναι η Βουλή. Ο δε ρόλος της Αντιπολίτευσης και μάλιστα της αξιωματικής είναι θεμελιώδους σημασίας για την δημοκρατία και την ποιότητά της και δεν αποτελεί απλώς έναν χώρο-προθάλαμο κυβερνητικού κόμματος και πρωθυπουργού εν αναμονη. Ο ρόλος της είναι να ελέγχει την Κυβέρνηση και να συμμετέχει με την κριτική της και τις προτάσεις της στην διαμόρφωση της πολιτικής. Συνεπώς, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε την πιθανότητα στην επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος να γίνει μνεία και στον θεσμικό ρόλο της Αντιπολίτευσης. Σε ατόπημα, πάντως, υπέπεσε και ο Πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς της Οικολογίας και των Κινημάτων λέγοντας στην ίδια συζήτηση «…Γι’ αυτό, λοιπόν, κύριε Πρωθυπουργέ, πιστεύουμε ότι πρέπει να προχωρήσετε σε μία πλήρη αναθεώρηση της πολιτικής σας. Το κίνημα του άρθρου 16, εφόσον υπάρξει επιμονή από εσάς να φέρετε το άρθρο 16, θα σφραγίσει όλη την πορεία της χώρας μας….Σας καλώ την επόμενη εβδομάδα, που έχουμε την πρώτη συζήτηση για την Αναθεώρηση του Συντάγματος, να ξαναδείτε την κατάσταση και να μην επιμείνετε στην Αναθεώρηση του άρθρου 16.», προκαλώντας την έκπληξη του Πρωθυπουργού. Υποθέτω, βέβαια, ότι οι δύο πολιτικοί ηγέτες θα έχουν αντιληφθεί το ολίσθημά τους και δεν θα δώσουν συνέχεια σε φράσεις που ταράσσουν την «αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία», έστω και ως ατάκες στις μεταξύ τους συζητήσεις στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής. Όσο για την «αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία», προφανώς δεν είναι η τέλεια. Όμως, η τελειότητα δεν υπάρχει. Συνεπώς, είναι προτιμότερο να διορθώνουμε-να βελτιώνουμε την υπάρχουσα δημοκρατία μας, παρά να προσπαθούμε να την κατεδαφίσουμε υπέρ ενός ανυπάρκτου και ουτοπικού ιδεώδους, το οποίο δεν πρόκειται να έρθει ποτέ. Επιπλεόν, μέχρι στιγμής- το για πάντα είναι μία σχετική έννοια στα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα- το πρότυπο της «αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» είναι το μόνο, που παρά τον περιοριστικό του τίτλο («αστική») εξασφαλίζει «όσο το δυνατόν πιο πλέρια τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις του συνόλου του λαού» (για να χρησιμοποιήσω φρασεολογία της Αριστεράς) «και όχι μόνο της αστικής τάξης».
Ας επανέλθω στο προσχέδιο της πρότασης. Σε αυτό ποιά ήταν η απάντηση των φοιτητών; Για άλλη μία φορά απόλυτη απόρριψη. Άρνηση συζήτησης. Ας δεχτούμε ότι η προ-πρόταση, που κατέβασε το Υπουργείο δεν αξίζει τίποτα. Γιατί δεν κατεβάζουν, τις δικές τους προτάσεις συζήτησης στο τραπέζι του διαλόγου; Προτάσεις, όμως, που να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ότι η κατέυθυνση της μεταρρύθμισης είναι στις γενικές γραμμές της ορισμένη, όχι επειδή η Κυβέρνηση εμφορείται από «πνεύμα αυταρχισμού», όπως ισχυρίζονται, αλλά διότι έχει λάβει την λαϊκή εντολή, μέσω της Βουλής, να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Επιπλέον προτάσεις, οι οποίες να αναφέρονται σε συγκεκριμένα ζητήματα και στην αντιμετώπιση των υπαρκτών προβλημάτων. Το να λέει κανείς ότι είναι υπέρ του ποιοτικού και ανοιχτού για όλους δημοσίου Πανεπιστημίου, δεν λέει τίποτα. Όλοι αυτό επιθυμούμε. Το θέμα είναι τί κάνει
κάποιος για να φτάσει σε αυτό. Δυστυχώς, όμως, οι καταληψίες φοιτητές δεν φαίνεται να έχουν συγκροτημένες προτάσεις για αυτό και καταφέυγουν στις γενικολογίες και σε πρακτικές, οι οποίες δείχνουν την ένδεια των ιδεών, όπως είναι το «google-bombing». Είναι όραμα και πρόταση της νεολαίας και του αριστερού κινήματος, η πλήρης άρνηση στα πάντα; Είναι όραμα, η επιθυμία απλώς να διαδεχθούμε τους γονείς μας, οι οποίοι σιγά-σιγά κατευθύνονται από την αγορά εργασίας στα συνταξιοδοτικά ταμεία; Όταν υπάρχει πλήρης άρνηση στην αλλαγή, ακούω τον «παλμό της νεολαίας και της Αριστεράς» ή τον παππού μου, ο οποίος λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, είναι δηλωμένος «συντηρητικός»; Μήπως το αριστερό φοιτητικό κίνημα είναι κάτι σαν τους «Κρυπτοχριστιανούς» (υπάρχουν, άραγε;). Το πρωι, φανερά, δημόσια και στην βιτρίνα ο Μάρξ κλπ. Το βράδυ ιδιωτικά και στα κρυφά ο ντε Μαιστρ, ο Μπερκ κλπ. Και κάτι ακόμα, σεβόμαστε και τιμούμε τους αγωνιστές- ακόμα και εάν διαφωνούμε μαζί τους- για την υπέρβαση των ατομικών τους συμφερόντων, υπέρ μίας ιδέας, η οποία πιστεύουν ότι αποτελεί υπέρτερο αγαθό, χωρίς, όμως, να καταφεύγουν σε ομηρίες, εκβιασμούς και «κουτοπονηριές». Γιατί, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ομηρία και εκβιασμός η παρεμπόδιση έστω και ενός φοιτητή από το να έχει πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο, στην μάθηση, στις εξετάσεις κλπ. Και δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι είναι δυνατόν να «θυσιασθεί» υπέρ κάποιας «ιστορικής αναγκαιότητας, ως ‘αυγό’ για την παρασκευή της ουτοπικής ‘ομελέττας'». Και δεν είναι τίποτα άλλο παρά «κουτοπονηριά» η απαίτηση για διπλή εξεταστική. Ο αγώνας έχει συνέπειες. Όποιος θέλει «και την πίττα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», πολύ απλά δεν είναι αγωνιστής. Σέβομαι και αναγνωρίζω ως αγωνιστή τον φοιτητή που θα απόσχει από τα μαθήματα και τις εξετάσεις έχοντας επίγνωση των κυριοτέρων συνεπειών των πράξεών του και που δεν κρατά σε ομηρία τους υπολοίπους.
Τόσο το κόμμα που βρίσκεται στην Κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός, όσο και το Κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έχουν αναφερθεί στην ανάγκη γενναίων μεταρρυθμίσεων στον χώρο της παιδείας, καθώς η τελευταία αποτελεί θεμέλιο λίθο στην γενικότερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Τα δύο αυτά κόμματα εκφράζουν την συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού (περίπου 90% στις εκλογές του 2004) Η επιθυμία για μεταρρυθμίσεις παρεμποδίζεται από τις δυναμικές μειοψηφίες του 10% στο μέγιστό. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η λαϊκή εντολή βρίσκεται υπό αμφισβήτηση από κάποιους.
Μία λύση θα ήταν η ακόλουθη: Προγραμματική συμφωνία μεταξύ της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και των ηγετών τους για μετεκλογική κυβερνητική συνεργασία. Ακολούθως, παραίτηση της Κυβέρνησης και προσφυγή σε πρόωρες εκλογές. Η Κυβέρνηση (συνεργασίας, λόγω της προγραμματικής συμφωνίας) που θα προκύψει θα έχει ανανεωμένη την λαϊκή εντολή για μεταρρυθμίσεις και τομές. Ο πρώτος νόμος, για ουσιαστικούς και συμβολικούς λόγους, που θα κατατεθεί στην Βουλή θα είναι αυτός για την Παιδεία. Η Κυβέρνηση θα έχει ανανεωμένη την λαϊκή εντολή (μέσω της Βουλής) και συνεπώς οι όποιες αιτιάσεις ότι στερείται νομιμοποίησης θα είναι πλέον άνευ περιεχομένου. Η Κυβέρνηση συνεργασίας είναι απαραίτητη πέρα από τα θέματα της Παιδείας. Κατά την γνώμη μου αποτελεί τον μόνο τρόπο, όχι μόνο για να γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, αλλά για να εκσυγχρονισθεί γενικότερα το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα, ώστε να αναφέρεται στο 2000 και πέρα και όχι στο 1970 και στο 1980. Πρέπει να ορισθεί το νέο πλαίσιο για την φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία/ ή για τον σοσιαλδημοκρατικό φιλελευθερισμό, ο οποίος λέγεται ότι αποτελεί το καλύτερο πρότυπο για την δημοκρατία, του 21ου αιώνα. Η όποια συναίνεση των περασμένων δεκαετιών έχει ξεπερασθεί και είναι απαραίτητο να γίνει αντικείμενο νέων διαπραγματεύσεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρόταση αυτή δεν σηματοδοτεί το τέλος της εποχής της πολιτικής υπέρ της εποχής της διαχείρισης. Είναι μία απαραίτητη κίνηση για να περάσει η πολιτική και κοινωνική ζωή από τον 20ο στον 21ο αιώνα.
Ακολούθως, τα κόμματα θα επιστρέψουν στις θέσεις τους υπηρετώντας από το «μετερίζι που έχουν επιλέξει», την δημοκρατία και τον ελληνικό λαό. Τέλος, νομίζω ότι η αφορμή που θέτω για μετεκλογική συνεργασία είναι σημαντικότερη από άλλες που έχουν ακουσθεί τον τελευταίο καιρό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s