Ο Ντροπαλός στα ύστερα παιδικά και πρώιμα εφηβικά του χρόνια είχε διαβάσει ένα βιβλίο του συγγραφέα Φρέντυ Γερμανού με τον τίτλο Τρελλαθήκαμε εντελώς;. Αυτός ο τίτλος είναι ο πλέον κατάλληλος για τα όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στον χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Ας ξεκινήσουμε με τα απλούστερα: Οι ανησυχούντες και διαμαρτυρόμενοι φοιτητές, νομίζω, ότι δεν ξέρουν για τί διαμαρτύρονται, ούτε έχουν την αίσθηση του χρόνου και τις μεταβολές που αυτός φέρει. Διαμαρτύρονται για τα «ιδιωτικά» πανεπιστήμια (εδώ προηγούμενο πόστ για την ανακρίβεια του όρου) και για τον νεό νόμο-πλαίσιο. Μα, το θέμα των «ιδιωτικών», δεν είναι τόσο απλό. Δεν θα πάει μία μέρα η Κυβέρνηση στην Βουλή και θα προτείνει να επιτραπεί η ίδρυσή τους, ούτε μια ομάδα βουλευτών της συμπολίτευσης ή της αντιπολίτευσης θα κάνει την ανάλογη πρόταση. Το θέμα της άρσης του μονοπωλίου παροχής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι συνταγματικό. Πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα, οι διαδικασίες είναι περιπλοκότερες από αυτές των απλών νόμων. Μέχρι, λοιπόν, να φτάσουμε στο τέλος της διαδικασίας, όπου το μονοπώλιο θα έχει ή δεν θα έχει αρθεί, μπορεί να έχει αλλάξει η Κυβέρνηση, μπορεί να έχουν ανακύψει άλλα ζητήματα, μπορεί να έχουν αναδυθεί άλλες προτάσεις.
Από την άλλη, παρουσιάζουν την πρόταση του ΕΣΥΠ ως τον νέο νόμο-πλαίσιο, κάτι που δείχνει ότι δεν ξέρουν γιατί διαμαρτύρονται Η πρόταση του ΕΣΥΠ δεν είναι ο νόμος-πλαίσιο. Η Κυβέρνηση μπορεί να τον λάβει υπ’ όψιν της, μπορεί να τον υιοθετήσει ως έχει, μπορεί και να τον γράψει «στα παλαιότερα των υποδημάτων της». Διαμαρτύρονται ενάντια σε μία δέσμη προτάσεων, εάν και θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η δέσμη έχει άλλο status από αυτήν που θα εμφανιζόταν μέσα από τις στήλες μιας εφημερίδας ή ενός ιστολογίου.
Βέβαια, πώς να μην υπάρχει άγνοια, όταν αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, όπως και φορείς του διδακτικού προσωπικού στον διάλογο για την παιδεία. Η ύπαρξη του συμβουλίου είχε την έννοια της ευρύτερης συμμετοχής, όλων όσοι έχουν διακυβεύματα. Στο κάτω κάτω θα μπορούσε να είχε συστήσει το Υπουργείο Παιδείας μία νομοπαρασκευαστική επιτροπή, να είχε καλέσει δύο τρεις πανεπιστημιακούς να πουν την γνώμη τους και να έφερνε προς ψήφιση το όποιο νομοσχέδιο στην Βουλή. Υποθέτω, ότι θα μπορούσε να το κάνει. Όχι απλώς θα μπορούσε να το κάνει, αλλά και θα ήταν νομιμοποιημένη, αφού ψηφίσθηκε από τον ελληνικό λαό για να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Και μέσα σε αυτό περιλαμβάνονται και οι αλλαγές στον χώρο της ανώτατης παιδείας, που εάν θυμάμαι καλά ήταν δηλωμένη η κατεύθυνσή τους στο πρόγραμμά της. Όλοι γνώριζαν, λοιπόν και δεν μπορούν να επικαλεσθούν άγνοια. Ούτε να πουν «μα ψήφισα το κόμμα αυτό και συνεπώς την Κυβέρνηση αυτή, διότι έβλεπα ότι θα ικανοποιηθούν τα συμφέροντά μου, οι προσδοκίες μου, εβλεπά ότι ανταποκρινόταν με την φιλοσοφία μου στην Χ τομέα, αλλά όχι στον Ψ». Το κόμμα και στην ακολουθία η Κυβέρνηση- το κάθε κόμμα και η κάθε κυβέρνηση, ιδιαίτερα από την στιγμή, που το εκλογικό σύστημα επιτρέπει την ανάδειξη μονοκομματικών κυβερνήσεων- επιλέγονται για το σύνολο του προγράμματος τους. Συνεπώς, ήταν σαφές ότι υπήρχε η επιθυμία μεταρρυθμίσεων στην παιδεία και μάλιστα προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η
συγκεκριμένη κατεύθυνση, λοιπον, ήταν γνωστή. Όχι μόνο, λοιπον, δεν υπάρχουν δικαιολογίες, αλλά και αντίστροφα υπάρχουν και κάποιοι, οι οποίοι ψήφισαν με γνώση και προσδοκία προς αυτήν την κατέυθυνση της μεταρρύθμισης.
Η κυβέρνηση, λοιπον, αντί να παρουσιάσει κάποιο νομοσχέδιο κατευθείαν, μετά από την όποια τεχνική προεργασία, συστήνει μία Επιτροπή, ώστε να συζητηθούν οι ιδέες της, οι κατευθύνσεις της, να σχολιασθεί ο ρυθμός της μεταβολής, να αλλάξουν ενδεχομένως να απαλειφθούν και ορισμένα σημεία των βασικών της κατευθύνσεων. Το να δηλώνει κάποιος π.χ «πρέπει να αναθεωρήσουμε την πολιτική των συγραμμάτων» δεν είναι τίποτα αλλο παρά ευχολόγιο. Πώς θα την αναθεωρήσουμε; Θα βάλουμε δίδακτρα, ώστε να εμπλουτισθούν οι βιβλιοθήκες; Θα δίνουμε ένα υποχρεωτικό σύγραμμα στον φοιτητή και θα του προτείνουμε να πάρει (τουλαχιστον) άλλο ένα από μία λίστα, στην οποία, όμως θα ισχύει διατίμηση; Τα συγράμματα είναι συνυφασμένα και με τις βιβλιοθήκες, όμως. Αξίζει τον κόπο να χτισθούν, να εμπλουτισθούν βιβλιοθήκες ή μήπως πρέπει να στραφούμε προς τις ηλεκτρονικές; Θα μπορούσαν τα μέλη ΔΕΠ να ερευνούν, να συγγράφουν και να δημοσιεύουν αποτελέσματα κλπ ηλεκτρονικα με το καθεστώς του ελεύθερου λογισμικού;
Η Επιτροπή συστάθηκε, λοιπον, για να προταθούν ιδέες. Ασφαλώς σοβαρότερες από αυτές του παραδείγματος, εάν και οι προτάσεις στο συγκεκριμένο παράδειγμα ο Ντροπαλός δεν θα έλεγε ότι είναι τελείως για πέταμα.
Στην σύσταση της Επιτροπής και στην πρόσκληση για διάλογο, ποια ήταν η απάντηση; Τίποτα άλλο παρά δύο «όχι». «‘Οχι, στα ιδιωτικά πανεπιστήμια» και «Όχι στην αλλαγή του Νόμου-Πλαισίου». Η αντιπρόταση ήταν «Διάλογος από μηδενική βάση». Για να ακολουθήσουν αποχές, απεργίες και καταλήψεις. Όμως, είναι δυνατόν διάλογος χωρίς ατζέντα; Τί αλλαγές επιθυμούσαν, αυτοί που αρνήθηκαν τον διάλογο; Έχω την εντύπωση καμία και απλώς, αυτό το «διάλογος από μηδενική βάση» είναι απλώς ένα πρόσχημα, ώστε να μείνουν τα πράγματα ως έχουν. Είναι τραγικό να είσαι νέος, υπερσυντηρητικός (όχι με
την έννοια συγκεκριμένης κομματικής τοποθέτησης) και ταυτόχρονα να έχεις την ψευδαίσθηση ότι έχεις καινοτόμες και προοδευτικές ιδέες.
Συνεπώς, ούτε το Υπουργείο, ούτε το ΕΣΥΠ διαθέτουν αυταρχικό χαρακτήρα, όπως ακούσθηκε. Θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στην διαμόρφωση των προτάσεων, όμως δεν πήγαν. Θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στην συζήτηση των προτάσεων όταν δημοσιεύθηκαν, να προτείνουν αλλαγές, βελτιώσεις, να επισημάνουν αβλεψίες. Ενδεχομένως και να μπορούν ακόμα. Συνεπώς, ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός του ειλικρινούς διαλόγου;
Φυσικά άρνηση συμμετοχής στο ΕΣΥΠ είχαν, εάν θυμάμαι καλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Προφανώς με το «πολιτικό» σκοπό να κατηγορήσουν εκ των υστέρων για σύσταση Συμβουλίου εκ του πονηρού ώστε να μεταμφιεσθεί ένας μονόλογος σε δήθεν διάλογο.
Η στάση των ΜΜΕ είναι εξίσου περίεργη, αφού και αυτά παρουσιάζουν ότι υπάρχει άρνηση διαλόγου από το ΕΣΥΠ και το Υπουργείο με τους φοιτητές να θέλουν, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο. Και, βέβαια, λόγος για όλους όσοι φοιτητές παρεμποδίζονται από τα μαθήματά τους, την ερευνά τους, τις εξετάσεις τους κλπ. Ενδεχομένως, η συμπεριφορά αυτή των ΜΜΕ, να δικαιολογείται από την ανάγκη τους να δημιουργείται ένταση, κρίσεις κλπ, ώστε να ανεβαίνουν ακροαματικότητες, τηλεθέαση κλπ. Μέχρι ενός σημείου θεμιτό, καθώς είναι εμπορικές επιχειρήσεις και πρέπει να έχουν και κέρδη (και μέρος αυτών των κερδών χρησιμοποιείται και για την μισθοδοσία του προσωπικού, για όσους βλέπουν το κέρδος ως ανοσιούργημα).
Ίσως στο τέλος οι αθωότεροι να είναι οι φοιτητές. Ενδεχομένως να νομίζουν ότι με αφορμή αυτήν τους την διαμαρτυρία να νομίζουν ότι θα βελτιώσουν το πανεπιστήμιο, ενδεχομένως και τον κόσμο. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι κουβαλάνε νερό στον μύλο άλλων, οι οποίοι ακόπως εκμεταλλεύονται την νεότητα, απομυζώντας την, βαυκαλίζοντάς την.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s