Πριν από μερικές ημέρες συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από το δημοψήφισμα στην Κύπρο με θέμα το σχέδιο Ανάν. Ένα δημοψήφισμα, το οποίο απορρίφθηκε από τους Ελληνοκυπρίους και εγκρίθηκε από τους Τουρκοκυπρίους.
Φαντάζομαι οι περισσότεροι από εμάς δεν θα διάβασαν όλο το σχέδιο. Πολλοί μάλιστα δεν θα διάβασαν ούτε τα βασικά σημεία του. Οι περισσότεροι βασισθήκαμε στα σχόλια είτε υπέρ είτε κατά που διατύπωναν ειδικοί (δημοσιογράφοι, πολιτικοί επιστήμονες, νομικοί κλπ) μέσα από τις στήλες του ημερησίου και του περιοδικού τύπου, όπως και από τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Πολλά από τα σχόλια αυτά υποστήριζαν είτε την αποδοχή, είτε την απόρριψη ασκούσαν κριτική στα επιχειρήματα της άλλης πλευράς και γίνονταν με όρους ευπρέπειας. Όμως, ως συνήθως, επικρατούν όχι οι νηφάλιοι αλλά αυτοί που φωνάζουν περισσότερο. Υπήρχαν δύο πλευρές, που θα μπορούσα να τις αποδώσω σχηματικά ως εξής από τις κατηγορίες που εκτόξευε ο ένας εναντίον του άλλου: οι «ενδοτικοί» και οι «υπερπατριώτες». Κάθε πλευρα κατηγορούσε την άλλη ότι η θέση της έναντι του Σχεδίου συνιστά λίγο πολύ προδοσία. Ίσως αυτός ο έντονος «διάλογος» να ήταν αποτέλεσμα της υποβολής του σχεδίου σε δημοψηφίσματα.
Το δημοψήφισμα έγινε με τα γνωστά αποτελέσματα. Εν συνεχεία ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος κατηγορήθηκε ότι εξώθησε τους Ελληνοκύπριους ψηφοφόρους να καταψηφίσουν το Σχέδιο. Κορύφωση της στρατηγικής του, είπαν, ήταν η φράση του στο τελευταίο διάγγελμα ότι δεν πήρε Κράτος για να παραδώσει κοινότητα (κάπως έτσι.)
Βέβαια, δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί ήταν μεμπτό το να προσπαθήσει να πείσει τους ψηφοφόρους προς μία ορισμένη επιλογή, όπως και αντιστοίχως οι υποστηρικτές του Σχεδίου. Ισχυρίζονται, ότι άλλα ήταν τα υπεσχημένα στις διπλωματικές διασκέψεις κλπ. Μπορεί να είναι αληθές, αλλά στο τέλος στην πολιτική αυτό που έχει σημασία δεν είναι το τί λες αλλά το τί πράττεις (σκεφτείτε το ανάλογο των εκλογών: όλοι σχεδόν οι πολιτικοί τάζουν «λαγούς με πετραχήλια» αλλά κανείς εχέφρων δεν τους κατηγορεί για την μη-υλοποίηση των υποσχέσεών τους. Εάν τους κατηγορεί είναι για τον υπερερεθισμό των προσδοκιών). Επιπλεόν, η προοπτική του Δημοψηφίσματος άφηνε όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Ας μην υπήρχε η διάταξη περί δημοψηφίσματος.
Φυσικά, μετά το αποτέλεσμα, ο «ώριμος λαός» βαφτίσθηκε ανώριμος από τους υποστηρικτές του Σχεδίου, ενώ αντιθέτως οι ενάντιοί του μίλησαν για την ωριμότητα την οξύνοια κλπ. Αναμφίβολα θα ήταν λάθος να ταυτίσουμε τους υποστηρικτές του Σχεδίου στους «αντι-δημοκράτες» και τους πολέμιούς του στους «δημοκράτες» συλλήβδην. Έχω την αίσθηση ότι, εάν το Σχέδιο είχε εγκριθεί θα βλέπαμε το ίδιο έργο με διαφορετική κατανομή των ρόλων.
Η πραγματικότητα είναι η εξής: Το Σχέδιο απορρίφθηκε και αυτό φέρει ορισμένες συνέπειες. Εάν κάτσει κανείς και το «φιλοσοφήσει», δεν θα μπορέσει να βρει κάποια εξίσωση που να λέει εάν στις παρελκόμενες συνέπειες πλειοψηφούν οι θετικές ή οι αρνητικές. Αυτό συμβαίνει γενικότερα στον βίο των ανθρώπων: οι επιλογές, αλλά και η τύχη δεν μπορούν να ζυγισθούν. Φυσικά έχει διαφορά η επιλογή και το τυχαίο ενός ανθρώπου που επέλεξε να (μην) αλλάξει την σταδιοδρομία του στα μέσα του επαγγελματικού του βίου, από αυτόν που βρέθηκε στο μέσο μίας μάχης κλπ και σφαγιάσθηκε, ενώ θα μπορούσε να είχε ζήσει χρόνια πολλά ακόμα. Ίσως για αυτόν τον λόγο ο Σόλων να έλεγε ότι είναι το τέλος που δείχνει, εάν ένας άνθρωπος υπήρξε ευτυχισμένος. Ο βίος του κάθε ενός ανθρώπου με το διαφορετικό του τυχαίου και των επιλογών δεν μπορεί να συγκριθεί.
Όπως προαναφέρθηκε ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος έγινε αντικείμενο κριτικής. Πολλοί θεώρησαν ότι ήταν λάθος, που δεν υπήρξε αντίκρουση στον συγκινησιακά φορτισμένο του λόγο. Πόσο βέβαιοι μπορούμε να είμαστε για αυτό; Άλλοι τοποθετούν το λάθος νωρίτερα: στην μη καθυστέρηση των προεδρικών εκλογών της Κύπρου. Λένε, δηλαδή, ότι θα ήταν προτιμότερο ο απερχόμενος πρόεδρος Κληρίδης να είχε παρατείνει την θητεία του μέχρι και
το δημοψήφισμα και να γίνονταν μετά οι Προεδρικές εκλογές. Τέτοια γραμμή σκέψης δεν είναι πρωτόγνωρη: αντιστοίχως και ο Βεντήρης είχε πει ότι ο Βενιζέλος δεν έπρεπε να είχε κάνει τις εκλογές του 1920 και πως εάν δεν είχαν γίνει και δεν είχε εκλεγεί η Αντιβενιζελική Παράταξη, ίσως να μην είχε υπάρξει η Μικρασιατική Καταστροφή.
Αντιθέτως, νομίζω ότι ορθά έπραξαν τόσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όσο και ο κ. Γλαύκος Κληρίδης. Η συμπεριφορά τους αυτή είναι που διαφοροποιεί την Ελλάδα και την Κύπρο και τις εντάσσει στις δυτικές χώρες εν συγκρίσει με άλλες χώρες που είναι κατ’ επίφασιν δυτικές και δημοκρατικές. Πάντα θα υπάρχει μία αφορμή ώστε μία ηγεσία να μείνει στην εξουσία μέχρι να ολοκληρώσει το όποιο μεγαλεπήβολο πρόγραμμα της, μέχρι ο λαός να «κατανοήσει». Αυτό το πρόγραμμα, όμως, πότε ολοκληρώνεται και ποιός το πιστοποιεί; Αντιστοίχως, ποιός πιστοποιεί ότι ο λαός έχει κατανοήσει; Δεν χρειάζεται και πολύ σκέψη για να καταλάβουμε ότι τέτοιες σκέψεις είναι επικίνδυνες, τόσο για την ελευθερία, όσο και για την δημοκρατία.
Η συγκεκριμένη γραμμή σκέψης, βέβαια, δείχνει και κάτι άλλο: πώς στις τόσες πραγματικές και φανταστικές πρωτιές που διεκδικούν οι Έλληνες θα πρέπει να διεκδικήσουν και μία ακόμα: την εφεύρεση του counterfactual, της δυνητικής ιστορίας. Το τί θα είχε γίνει εάν είχε εγκριθεί το Σχέδιο είναι δυνητική ιστορία και σε αυτήν μάλλον διαπρέπουμε. Τα εναλλακτικά σενάρια, βρίσκονται στις κομβικές στιγμές (πχ η Δ’ Σταυροφορία), αλλά όχι μόνο (πχ τί θα συνέβαινε, εάν ο Μωάμεθ ο Πορθητής είχε βαφτισθεί Χριστιανός Ορθόδοξος;).
Η λύση του Κυπριακού, αλλά και γενικότερα η πολιτική, πρέπει να βασίζονται σε δεδομένα σε προβολή προς το μέλλον και όχι σε μία παλινδρόμηση στο παρελθόν. Δεν θεωρώ ότι επειδή απορρίφθηκε το Σχέδιο Ανάν η Διεθνής Κοινότητα (μία έννοια «λάστιχο», η οποία μπορεί να σημαίνει από το «αι μεγάλοι δυνάμεις, που έγραφαν οι παλαιότερες εφημερίδες, μέχρι όντως όλα τα Κράτη και Διεθνείς Οργανισμούς του κόσμου) τα έχει «βάλει μαζί μας». Ειδικότερα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που είναι σημαντικός παίκτης της Διεθνούς Κοινότητας είμαστε και εμείς, αλλά και η Κύπρος, πλήρη μέλη της.
Έστω, όμως, ότι τα έχει βάλει μαζί μας. Οφείλουμε να ζήσουμε με τις συνέπειες και να προσπαθήσουμε να την μεταπείσουμε. Και δεν νομίζω ότι αυτό γίνεται με ρητορείες του τύπου, «τί θα είχε γίνει εάν…». Επιπροσθέτως, δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάποια νομοτέλεια, η οποία να υπαγορεύει ότι το κάθε επόμενο σχέδιο θα είναι χειρότερο από το προηγούμενο. Αυτό που δυσκολεύει τα πράγματα, αφ’ ενός είναι η αδυναμία να κατανοήσουμε ότι, εάν και
ευκταίο είναι αδύνατον το «εμείς όλα και οι άλλοι τίποτα», αφ’ ετέρου ότι πολλές φορές δείχνουμε να μην ξέρουμε τί θέλουμε.

Advertisements

One response »

  1. […] Πολλές φορές η κρυφή συλλογιστική του δημοψηφίσματος δεν είναι τόσο η ύψιστη δημοκρατική συμμετοχή αυτή καθ’ εαυτή, όσο ο συμβολισμός, που δίνεται στην ευκταία νομιμοποίηση της πρότασης. Διότι έχω την αίσθηση ότι συνήθως αυτό, που προσδοκάται από ένα δημοψήφισμα είναι η έγκριση παρά η απόρριψη μιας πρότασης. Για αυτό και οι αναλύσεις περί (αν)ωριμότητας του λαού. Πολλές φορές, βέβαια, ο σχεδιασμός δεν βγαίνει και τότε οι υμνητές του άδολου λαϊκού ενστίκτου προβληματίζονται για την ανωριμότητα των πολιτών κλπ. Όλα αυτά λίγο πολύ τα είδαμε και στο δημοψήφισμα για το…. […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s