Αισθάνεται κανείς κολακευμένος, υπερήφανος ίσως και με ενδεχόμενη την τάση να τολμήσει να μιλήσει περισσότερο για τον συντάκτη, όταν βλέπει σε μία συνέντευξη γνωστής καλλιτέχνιδος (της κ. Βάσως Παπαντωνίου στην Ελευθεροτυπία της 18ης Φεβρουαρίου) να συμφωνεί μαζί του.
http://www.enet.gr/online/online_text?c=113&id=18142368
http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=18.02.2006,id=26163744
Βέβαια, θα μου πείτε ότι δεν υπάρχει πουθένα γραμμένο ότι έχω εκφράσει ανάλογες απόψεις. Ζήτησα από έναν φίλο μου να μου επαναστείλει σχετικό η-μέηλ, που του είχα στείλει, αλλά δεν εύρισκε κάτι στο αρχείο του. Προφανώς θα του έχω πει τις απόψεις μου προφορικά, όπως και σε άλλους Καλή τη πίστη με πιστεύετε…: Πως ο κάθε χώρος έχει την λειτουργία του και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι χώροι που μπορεί να ακούσει κανείς «κλασσική» μουσική στην Ελλάδα είναι λίγοι, το κοινό ευάριθμο και ότι δεν είναι δίκαιο να «καπελώνονται» οι χώροι αυτοί με μουσικές που ανήκουν σε άλλους χώρους. Ίσως κατά βάθος να δείχνει το πόσο παρεξηγούνται ορισμένες έννοιες στην Ελλάδα: ότι δημοκρατία φτάνει να σημαίνει να καταπιέζονται όλοι όσοι διαφωνούν και ατομισμός, κάνω ό,τι μου «γουστάρει» και οι άλλοι να πάνε να γ*******
Όμως, αισθάνεται κανείς και απογοήτευση, όταν βλέπει ότι στην Ελλάδα, η ποιοτική αναβάθμιση της μουσικής, είναι συνυφασμένη αποκλειστικά με τον χρόνο. Μετά από κάποια έτη, όλοι γίνονται «μεγάλοι» και «μεγάλες» και όταν, από την πορεία των πραγμάτων, φεύγουν από την ζωή είναι πάντοτε οι τελευταίοι/ες μεγάλοι/ες. Και φυσικά, όταν αναφέρεται κανείς στην Ελλάδα σε ποιοτική μουσική, ποτέ δεν αναφέρεται σε αυτήν που ονομάζεται συμβατικά «κλασσική». Η «κλασσική» μουσική για τους περισσότερους Έλληνες είναι για τις κηδείες και για την Μ. Εβδομάδα.
Ακόμα και ο πολιτικός κόσμος προτιμά να τον παίρνει η κάμερα ενώ χορεύει ζεϊμπέκικο (και πέρα από τα αποσπάσματα που παρακολουθούσαμε στα δελτία ειδήσεων, τώρα πρέπει να υπομένουμε και τα τηλεμπουζούκια), παρά να τον δείχνει να ετοιμάζεται να ακροασθεί μία συμφωνία ή να παρακολουθήσει μία όπερα. Πόση αντίθεση με την παρακάτω σκηνή: Κυριακή χαζέυοντας στην δορυφορική έπεσα στο RAI, όπου προέβαλε μία συναυλία. Σε ένα κοντινό προς το κοινό, η κάμερα εστιάσθηκε στον Ιταλό Πρωθυπουργό, ο οποίος ήταν προσηλωμένος. Επικοινωνιακό; Πολύ πιθανόν, αλλά άλλη εικόνα παρουσιάζει ένας Πρωθυπουργός σε μία συναυλία κλασσικής μουσικής και άλλη όταν ρίχνει ζεϊμπεκιές. Στην Ελλάδα, εάν δει κανείς στα δελτία ειδήσεων, πολιτικούς να βρίσκονται σε συναυλίες, όπερες, θέατρο κλπ, δεν θα τους δει διδασκόμενους, αλλά συνήθως στα παρασκήνια να κάνουν σχόλια για να δείξουν ότι -τάχα- συντάσσονται με την τέχνη και την διανόηση.
Βέβαια, όπως αναφέρθηκε ο χώρος του λαϊκου, του ρεμπέτικου παραμένει αγαπημένος. Δείχνει εγγύτητα, δείχνει ότι είναι «παιδιά του λαού». Λυπάμαι, αλλά εγώ δεν θέλω πολιτικούς που να το παίζουν «παιδιά του λαού». Εάν όντως προέρχονται από λαϊκά στρώματα κανένα πρόβλημα. Εξάλλου δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να πολιτεύονται με τον ορθό τρόπο.
Αναμφισβήτητα χρειάζονται όλα τα είδη μουσικής και κανείς δεν θα έλεγε ότι θα έπρεπε να ακούμε μόνο κλασσική. Κάθε είδος έχει τον χώρο του, τον ρόλο του κλπ. Και πέρα από τις συμβατότητες μπορώ να δεχθώ ότι όντως υπάρχουν μεγάλοι ερμηνευτές και στο «σκυλάδικο» τραγούδι.
Σκέφτομαι επίσης τα εξής τραγικωμικά:
Πρώτον οι ακροατές του επονομαζόμενου έντεχνου/ποιοτικού είναι παγιδευμένοι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους χώρους ακρόασης της μουσικής τους. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλές σκηνές, οι οποίες έιναι αξιοπρεπέστατες. Πολλές, όμως, δεν είναι. Σε όλες, πάντως, η μουσική είναι δυνατά, το μπουζούκι βασιλεύει και η κατανάλωση αλκοόλ είναι ουσιαστικά υποχρεωτική λες και μόνο έτσι γίνεται αντιληπτή η μουσική. Εξάλλου ας μην ξεχνά κανείς ότι εάν σε έναν χώρο την μία χρονιά φιλοξενήθηκε έντεχνο, τίποτα δεν εμποδίσει την άλλη να φιλοξενήσει εμπορικό. Βέβαια, παρ’ όλα τα ποτά, τα τσιγάρα, τον θόρυβο (τα ίδια που συναντά κανείς και στους χώρους του εμπορικού), οι ακροατές του έντεχνου βαυκαλίζονται ότι διασκεδάζουν «εναλλακτικά», σε αντίθεση με τις μάζες, που ακούν στην καλύτερη περίπτωση λαϊκό. Βέβαια, ακόμα και το ίδιο το έντεχνο έχει και αυτό τους εμπορικούς του κανόνες, την διαφημιστική του προβολή και μέρος αυτής της προβολής είναι να λανσάρεται μεταμφιεσμένο ότι δήθεν δεν διαφημίζεται, όπως επίσης ως μη-μαζικό. Κατά την γνώμη μου, βέβαια, είναι τόσο μη-μαζικό, όσο μη-μαζικά είναι και τα «μοναδικά» και «συλλεκτικά» προϊόντα, που μοιράζουν τα περιοδικά, συνήθως τους καλοκαιρινούς μήνες. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Η κουλτούρα της σημερινής εποχής είναι μαζική με ό,τι θετικό και ό,τι αρνητικό μπορεί να σημαίνει αυτό.
Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι πολλοί δημιουργοί/ερμηνευτές του έντεχνου είναι ειλικρινείς και παραδέχονται ότι και η δική τους τέχνη είναι μέρος της ευρύτερης μαζικής κουλτούρας. Είναι ειλικρινείς επίσης, λέγοντας ότι μέρος του ρεπερτορίου τους ανήκει στο λαϊκό (εδώ φυσικά δεν μπορεί να αφήσει κανείς ασχολίαστο το γεγονός, ότι οι ακροατές του έντεχνου, σνομπάρουν κάποια τραγούδια, όσο χρονικά ανήκουν, κατ’ αποκλειστικότητα, στον χώρο του μη-ποιοτικού, αλλά σπεύδουν να τα υιοθετήσουν, μόλις τα υιοθετήσουν οι ερμηνευτές του έντεχνου, κάτι που δείχνει ότι στερούνται ιδίας κρίσης) . Δείχνουν επίσης τον οφειλόμενο σεβασμό για τους συναδέλφους τους της «άλλης όχθης» και δεν παρουσιάζουν εαυτούς σαν μία «καλλιτεχνική αριστοκρατία»
Δεύτερον: Έχοντας παρκάρει το αυτοκινητό του (πολλές φορές πολυτελέστατο) -συνήθως πάνω στο πεζοδρόμιο-, έχοντας ανάψει το (πανάκριβο) πούρο του και πίνοντας το ποτό του, το οποίο το έχει πληρώσει πανάκριβα, ο Ελληνάρας θα τραγουδήσει για την φτωχολογιά, την εργατιά, την ξενιτειά και για το πόσο η «κακούργα η κενωνία» τον έχει ρίξει και τον έχει αδικήσει (προφανώς επειδή δεν του έκανε δώρο ιδιωτικό αεροπλάνο…). Πριν να σηκωθεί για να δείξει και χορευτικά τον «νταλκά» του, μεταξύ ουίσκυ και τραβήγματος στο πούρο θα ξεδιπλώσει τις θεωρίες του για την ανωτερότητα και μεγαλοθυμία της ελληνικής φυλής και το ότι έχουμε γεμίσει από ξένους, οι όποιοι είναι από την φύση τους κλεφτες, δολοφόνοι και ό,τι άλλο κακό μπορεί να φανταστεί κανείς- αχάριστοι επειδή δεν δέχονται την υποαμοιβή τους, μόνο και μόνο επειδή η συγκυρία τους έκανε ανθρώπους σε ανάγκη.
Θα αισθανθεί ο Ελληναράς καμιά αντίφαση; Ασφαλώς όχι!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s