The Globe
Το βιβλίο “τομίδιο” The Globe του Πρέσβεως ε.τ. Βύρωνος Θεοδορώπουλου είναι ένα μικρό και ευχάριστο βιβλιαράκι, το οποίο διαβάζεται άνετα σε μερικές ώρες και αρκετά χαλαρά. Ο τίτλος του πονήματος έχει ως αφορμή το ομώνυμο θέατρο του μεγάλου Άγγλου δραματουργού Γουιλλιέλμου Σεισολόγχη (χα χα χα, ας κάνω και λίγο γλωσσολογικό χιούμορ). Με αφορμή την επωνυμία του ομωνύμου θεάτρου, το οποίο είχε ο μεγάλος Ελισαβετιανός δραματουργός, αλλά και με τα αποσπάσματα από το Όπως σάς αρέσει ( Μια σκηνή ο κόσμος όλος/ Και τίποτα παρά ηθοποιοί οι άντρες και οι γυναίκες/ Που μπαίνουν και βγαίνουν στην σκηνή/Και σε όσο καιρό τούς αναλογεί ρόλους πολλούς θα παίξουν)* και τον Ιούλιο Καίσαρα (Για πόσες εποχές απο ‘δώ και πέρα/θα ανεβάζεται το θέατρό μας/σε πολιτείες αγέννητες και άγνωστες γλώσσες), ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει το νέο παγκόσμιο περιβάλλον, στο οποίο καλούνται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους οι νέοι διπλωμάτες. Ένας κόσμος αρκετά “δυσκολότερος” από αυτόν στον οποίο κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Σε σχέση με τον δικό του “κόσμο” ο σημερινός είναι τόσο πλατύτερος, περιλαμβάνοντας τον όλο, αλλά και βαθύτερος. Αντιθέτως, στην εποχή του ο κόσμος ήταν στενότερος και ρηχότερος. Περιλάμβανε κυρίως τα γειτονικά Κράτη, άντε και τις υπερδυνάμεις και πρωτίστως τα θέματα υψηλής πολιτικής. Σήμερα η διάκριση αυτή μάλλον έχει πεσει σε αχρηστία. Ο σύγχρονος διπλωμάτης ασχολείται με θέματα αμιγούς πολιτικής (π.χ συμμαχίες κλπ), αλλά και με θέματα “ταπεινότερα”, όπως αυτό της πορείας της παγκόσμιας τιμής των δημητριακών. Και είναι συνήθως αυτά τα ταπεινά θέματα, τα οποία επιρρεάζουν την καθημερινότητά μας.
Πέρα από τους κλασσικούς δρώντες της διεθνούς πολιτικής, δηλαδή τα Κράτη και τους Διεθνείς οργανισμούς αναφέρει και τους νέους, όπως είναι οι μη-κυβερνητικές οργανώσεις, διάφορες εκφάνσεις της Κοινωνίας των Πολιτών αλλά και το blogging.Μού φαίνεται απίστευτο, που ένας σχεδόν ενενηντακονταετής άνθρωπος γνωρίζει, έστω και ονομαστικά το blogging. Είναι αλήθεια ότι εμφανίζεται λίγο διστακτικός απέναντι στο φαινόμενο, καλεί σε προσοχή τους σύγχρονους διπλωμάτες, αλλά θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι το “άγχος” του δεν οφείλεται μόνο στο προκεχωρημένο της ηλικίας του, καθώς θα έχετε όλοι παρατηρήσει ότι υπάρχουν και μπλογκ, που λαϊκίζουν.
Με λίγα λόγια είναι ένα εύκολο στην ανάγνωση, αλλά όχι απλοϊκό, βιβλίο που αξίζει να το διαβάσει κανείς γραμμένο από έναν συγγραφέα, ο οποίος συνδυάζει την σοφία της προκεχωρημένης ηλικίας με την ευρύτητα του πνέυματος.
*Δική μου εκ του προχείρου μετάφραση.
ΥΓ: Καθώς η δημοσίευση αυτή ανεβαίνει ανήμερα την Πρωτοχρονιά εύχομαι σε όλους ιστολόγους, σχολιαστές, αναγνώστες και μη μια καλή, ευτυχισμένη και δημιουργική χρονιά.
Ανατριχίλα
Προχθές. Επέστρεψα σπίτι μου. Ως συνήθως ετοιμαζόμουν να χρησιμοποιήσω μία από τις καρέκλες της τραπεζαρίας ως καλόγερο, port-manteaux, ή όπως αλλοιώς μπορεί να λέγεται. Πριν να βάλω το παλτό μου στην καρέκλα, να ξεντυθώ και να ξαπλώσω, ψαχούλεψα τις τσέπες του για να βγάλω τα κλειδιά του αυτοκινήτου και να μην τα ψάχνω την επομένη.
Το χέρι μου άγγιξε κάτι. Ήταν από χαρτί, αλλά όχι τετραδίου. Ούτε ξεχασμένα χαρτονομίσματα ήταν. Το τράβηξα έξω και είδα ότι ήταν ξεχασμένα αποκόμματα από εισιτήρια κινηματογράφου.
Ανατρίχιασα, όταν είδα ότι ήταν από τον περυσινό Φεβρουάριο, τότε που μόλις σχεδόν
άρχιζα.
Η τηλεόραση μού διδάσκει την οικονομική επιστήμη.
Οι γιορτές έχουν ήδη έλθει και η τηλεόραση μας διδάσκει τους βασικούς νόμους της οικονομίας. Η γαλοπούλα δεν μπορεί να πετάξει τα Χριστούγεννα, ούτε και το αρνάκι/κατσικάκι το Πάσχα. Εννοείται ότι δεν αναφέρομαι στην τεχνική δυνατότητα, που θα μπορούσε να δώσει η βιολογία, αλλά στην οικονομική. Αναφέρομαι στο πέταγμα των τιμών.
Σύμφωνα με την τηλεόραση, λοιπον, αποτελεί στρέβλωση της αγοράς η άνοδος των τιμών συγκεκριμένων προϊόντων την περίοδο των γιορτών, αφού σύμφωνα με αυτήν όσο αυξάνεται η ζήτηση για ένα προϊόν, είναι λογικό να πέφτει η τιμή του. Φυσικά αποτελεί παραλογισμό να καταβυθίζεται η τιμή μετά την κρίσιμη περίοδο, γιατί τότε οι έμποροι “δεν βγαίνουν”.
Επίσης, εάν δεν φας γαλοπούλα τα Χριστούγεννα και αρνοκατσικάκι το Πάσχα δεν νοιώθεις τις γιορτές. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να τα αγοράσεις και να τα καταναλώσεις. Μέ λίγα λόγια είναι απολύτως ανελαστικά αναντικατάστατα αγαθά.
Η προφανής λύση: Ο πατερούλης Κράτος είναι υποχρεωμένος να αγοράσει από τους εμπόρους το κάθε τεμάχιο σε τιμή απιθανοφανταστικοτρελλομυρίων και να το διαθέσει δωρεάν στους καταναλωτές. Μόνο τότε θα είναι όλοι ευχαριστημένοι!
Οι άθεοι, οι γιορτές, η Μαρία και το χαβιάρι
Τον τελευταίο καιρό, όχι και τόσο πρόσφατα βέβαια, έχει ανοίξει ολόκληρη συζήτηση και αντιπαράθεση, λόγω της εμφάνισης βιβλίων των νέων αθεϊστών και της μαχητικότητας, που αυτοί και οι φιλακόλουθοι τους εκφράζουν τα επιχειρήματά τους, ή τις πεποιθήσεις τους. Σε αυτήν την δημοσίευση δεν με ενδιαφέρει η συγκεκριμένη συζήτηση. Εξάλλου σε διάφορα σχόλια ανά τα ιστολόγια έχω γράψει την θέση μου.
Αυτό, που θέλω να γράψω είναι ένας συνειρμός, που ήρθε με αφορμή αυτήν την συζήτηση. Πυροδοτήθηκε δε από τις εορτές των ημερών. Είναι μια σκέψη μια φράση, που φυσικά προϋπήρχε, δεν την δημιούργησε η συζήτηση περί νέου αθεϊσμού.
Η φράση/σκέψη στην οποία αναφέρομαι είναι η ακόλουθη (φυσικά μπορεί να διατυπωθεί και με άλλους τρόπους) : “Μα καλά, αυτός/ή είναι άθεος/η! Πώς γιορτάζει τα Χριστούγεννα;” (φυσικά θα μπορούσε να είναι και κάποια άλλη γιορτή ανάλογα με την εποχή και με το τυπικό/ουσιαστικό θρήσκευμα της Κοινότητας. Απλώς αφορμή πήρα από τα Χριστούγεννα). Η φράση αυτή είναι, κατά την γνώμη μου υπεραπλουστευτική, λανθασμένη και πρέπει να ομολογήσω ότι την έχω και εγώ παλαιότερα σκεφτεί/διατυπώσει. Αυτό, που λησμονείται σε αυτήν την υπεραπλουστευμένη φράση, είναι πως και οι άθεοι (ή αθεϊστές) ζουν εντός ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού περιβάλλοντος και συνεπώς δεν πρέπει να μας ξενίζει η συμπεριφορά τους αυτή. εξάλλου έχουν κάθε δικαίωμα να συμμετέχουν στους εορτασμούς, να χαίρονται από αυτούς κλπ. Στο κάτω-κάτω πολλούς πιστούς θα μπορούσαμε να ελέγξουμε για το εάν επικεντρώνονται στην κατάνυξη των εορτών ή όχι.
Θυμάμαι ότι μού είχε κάποτε μεταφερθεί δεν ήμουν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς δηλαδή, ο εξής διάλογος μεταξύ δύο κυριών: η μία Ελληνίδα, Εβραία στο θρήσκευμα, η άλλη Ελληνίδα Χριστιανή Ορθόδοξος στο θρήσκευμα.
- Έλα Παναγιά μου!
-”Έλα Παναγιά μου!”. Μα εσείς δεν πιστέυετε στην Παναγία!
- Ναι, αλλά εδώ ζω. Επιρρεάζομαι από την εδώ πίστη, τα ήθη τα έθιμα την φρασεολογία κλπ
Η κυρία αυτή είχε απόλυτο δίκιο. Η συνομιλήτριά της δεν έπρεπε να είχε εντυπωσιασθεί και φυσικά, ευτυχώς που δεν έγινε, δεν έπρεπε να την είχε ελέγξει για την “ασυνέπειά” της.
Αλήθεια, έχετε διαβάσει ή θα γράφατε ποτέ κείμενο, όπου κάποιος γυναικείος χαρακτήρας πού θα ήταν πάρα πολύ χαλαρός στα ερωτικά, θα άλλαζε εραστές σαν τα πουκάμισα κλπ θα ονομαζόταν Μαρία; Δεν σας ξενίζει; Ή τώρα στις γιορτές και στα τραπεζώματα προσέξτε το εξής: Θα υπάρχει άφθονο φαγητό, το οποίο πολλές φορές θα πεταχθεί. Μπορεί και να έχει αγορασθεί και να πεταχθεί ακριβός σολωμός και πανάκριβο χαβιάρι. Λοιπόν, παρατηρήστε κυρίως τα πρόσωπα ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας, π.χ μια γιαγιά, που βοηθά στο συγύρισμα. Θα δείτε ότι θα έχει πάρει έκφραση αποδοκιμασίας, όχι όταν πετιέται το ακριβό έδεσμα, αλλά όταν πετιέται ψωμί, η “βασικοτέρα τροφή του ανθρώπου”, όπως λέει και ο παππούς μου. Όλα αυτά είναι πολιτισμικές επιρροές. Η αρχετυπική Μαρία είναι η Παναγία, ενώ το ψωμί αποτελεί βασικό στοιχείο του Χριστιανικού τελετουργικού. Για να μην αναφερθούμε, φυσικά, στο ότι κάποτε οι άνθρωποι ζούσαν αποκλειστικά σχεδόν από το ψωμί (αλλού από το ρύζι ή κάτι άλλο). πέρα από τον πολιτισμό υπήρχε και η παρακτικότητα και η ανάγκη δηλαδή.
Καλά Χριστούγεννα, καλή Χρονιά και καλές γιορτές προς όλους ανεξαρτήτως πεποιθήσεων!!!
Έξυπνο εισιτήριο
Τις τελευταίες ημέρες ακούω και διαβάζω στα ΜΜΕ για την σκέψη να καθιερωθεί ενιαίο μαγνητικού τύπου εισιτήριο για χρήση στα ΜΜΜ.
Τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας κίνησης είναι σαφή. Θα υπάρξει μεγάλη εξοικονόμηση σε χαρτί, άρα και θα υπάρξει συνεισφορά στην προστασία του περιβάλλοντος, ενώ λογικά θα πρέπει να γίνουν και τα ΜΜΜ πιο ελκυστικά* λόγω της διαλειτουργικότητας του εισιτηρίου.
Όμως, γιατί το νέο αυτό εισιτήριο θα πρέπει να είναι εξατομικευμένο με φωτογραφία του κατόχου; Γιατί να μην μπορώ να το διαθέσω σε κάποιον γνωστό μου, που θα θέλει να κάνει χρήση των ΜΜΜ, όταν εγώ δεν θα θέλω ή δεν θα υφίσταται ανάγκη; Γιατί ένας επισκέπτης στην πόλη να αναγκασθεί να φτιάξει μαγνητικό εισιτήριο για τις λίγες ημέρες, που θα μείνει, π.χ.;
Στο κάτω κάτω δεν νομίζω να υπάρχει απώλεια εσόδων με αλλαγή του χρήστη. Οι μονάδες απλώς θα αφαιρούνται είτε το φέρει ο Α είτε ο Β κλπ. Εξάλλου, υποθέτω ότι ένας επιπλέον λόγος για την σκέψη καθιέρωσης νέου εισιτηρίου είναι και η προσπάθεια περιορισμού του φαινομένου της λαθρεπιβασίας. Φαντάζομαι ότι θα σάς έχει τύχει, κατεβαίνοντας απο το ΜΜΜ, να σάς πουν: “Ψιτ φίλε(η), μού δίνεις το εισιτήριό σου;
*Ενώ συνέτασσα αυτό το post και μέχρι να το ανεβάσω ο spikon ανέβασε αυτό.
Βέρντι ή Βάγκνερ;
Αφού αμφιταλαντεύθηκα για αρκετές εβδομάδες δεν άντεξα και άρχισα να αγοράζω τις όπερες, τις οποίες δίνουν οι εφημερίδες Καθημερινή και Βήμα. Εάν προβληματιζόμουν σε κάτι και δίσταζα να τις αγοράσω ήταν μεταξύ άλλων το εξής: η όπερα είναι ένα ευρύτερο από μουσικό έργο. Σκεφτόμουν, καθώς γενικότερα είχα πολύ καιρό να αγοράσω κάποιον δίσκο όπερας, μήπως θα ήταν καλύτερα να αγόραζα όπερες σε μορφή dvd, έτσι ώστε να τις βλέπω και στην τηλεόραση. Να δημιουργώ την πλησιέστερη δυνατή οπτικοακουστική εμπειρία σε σχέση με το θέατρο, διότι η ακρόαση σού προσφέρει την πλησιέστερη εμπειρία μόνο της ακρόασης, όχι και της θέασης της όπερας. Από την άλλη, ήταν και οι αναλύσεις στα ελληνικά, που ήθελα να διαβάσω και μού κινούσαν την περιέργεια. Με αυτά και με αυτά και με άλλα ξεκίνησα να τις αγοράζω. Αφορμή για την δημοσίευση αυτή, λοιπόν, είναι η αγορά των κασσετίνων αυτών.
Η όπερα, εάν θυμάμαι καλά εκκίνησε από την Αναγεννησιακή Ιταλία ως μία προσπάθεια αναβίωσης του Αρχαίου Δράματος για να συνεχισθεί η εξέλιξή της μέχρι και σήμερα. Με την πάροδο των ετών και των αιώνων, πολλά άλλαξαν στην όπερα. Από την θεματολογία, μέχρι και τους συμβολισμούς των φωνών. Από τα μυθολογικά θέματα ακόμα και σε θέματα επικαιρότητας. Και μπορεί σήμερα να μάς φαίνεται παράξενο, που κάποτε στις όπερες ο ρόλος του καλού πρωταγωνιστή ήρωα απαιτούσε φωνή soprano (με αποτέλεσμα την ύπαρξη τότε του φαινομένου των καστράττο, προφανής συνέπεια των τότε ηθών της κοινωνίας και της απέχθειάς της να βγει το γυναικείο φύλο στη δημόσια σφαίρα, και της απόδοσης των ρόλων αυτών σε γυναίκες τραγουδίστριες σήμερα), αλλά οι υψηλές περιοχές συνδέονταν με το υψηλό το άνω το αγγελικό κλπ. Αντιθέτως, οι χαμηλές περιοχές με το χαμερπές, το υποχθόνιο, το διαβολικό κλπ. Ενδεχομένως ακόμα και τα μιούζικαλ να πρέπει να τα θεωρούμε ως μία εξέλιξη στην μορφή της όπερας, ή τουλάχιστον της οπερέττας. Δεν ξέρω εάν οφείλεται ( ή και εάν όντως συμβαίνει σε αυτόν τον λόγο) στην μάλλον απουσία παιδίας προς την λόγια μουσική στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αγνοούμε την τωρινή εξέλιξή της, αλλά έχω την αίσθηση ότι η κορυφαία στιγμή της όπερας υπήρξε ο 19ος αιώνας και κορυφαίοι εκπρόσωποί της οι Ιώσηππος Βέρντι και Ριχάρδος Βάγκνερ.
Ο Ριχάρδος Βάγκνερ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιχείρησε να κάνει το ανάλογο των πρωτοπόρων Φλωρεντινών της όπερας. Θεματολογία βασισμένη στην μυθολογία, την γερμανική αυτή την φορά ή από μία άλλη οπτική γωνία θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι δεν διαφοροποιήθηκε και τόσο, εάν σκεφτούμε ότι αμφότεροι οι πολιτισμοί και οι μυθολογίες τους ανήκουν στο ινδοευρωπαϊκό πρότυπο. Επίσης μέλημά του ήταν το καθολικό έργο τέχνης, το Gesamtkunstwerk. Η όπερα στον Βάγκνερ, δεν είναι πρωτίστως η μουσική με τα υπόλοιπα συμπληρώματα είναι ένα ενιαίο όλον.
Από την άλλη θα μπορούσαμε να δούμε στον Βέρντι και στις όπερες του, το ανάλογο των επιδιώξεων και των επιδράσεων, που έχει σήμερα ο κινηματογράφος. Ο Βέρντι σε πολλές του όπερες αντλεί την θεματολογία του από την λογοτεχνία, όπως κάνει και ο κινηματογράφος. Και μπορεί, λόγω των παιδικών διασκευών, να θεωρούμε τον Ουγκώ, τον Δουμά κλπ απλοϊκούς “παιδικούς” λογοτέχνες, η αλήθεια, όμως είναι διαφορετική.
Ένα άλλο, που ενδεχομένως να διαφοροποιεί τον Βέρντι από τον Βάγκνερ να είναι η μελωδικότητα του πρώτου, η ικανότητά του σε μελωδίες, που μπορούν να εντυπωθούν και να αναπαραχθούν στον νού μας. Νομίζω, ότι και χωρίς να ξέρουν την πηγή πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν σφυρίξει, μουρμουρίσει, ακούσει νοητικά κλπ την Εισαγωγή από την Δύναμη του Πεπρωμένου, το δέυτερο μέρος (αυτό, που ξεκινά με τα βιολομτσέλλα) από την εισαγωγή των Σικελικών Εσπερινών, το Va Pensiero από το Ναμπούκκο, το Questa o Quella, το La donna e mobile, το Caro nome από τον Ριγκολέττο, το Stride la vampa, το Il ballen del suo sorisso, το Tacea la notte από τον Τροβατόρε, το πρελούδιο (πρωτίστως της πρώτης πράξης), το Libiamo, το Di Provenza από την Τραβιάτα, το Se quel guerrier io fossi-celeste Aida από την ομώνυμη όπερα κλπ. Αντιθέτως, στον Βάγκνερ οι περισσότεροι μπορούμε να θυμηθούμε το νυφικό (και όχι γαμήλιο εμβατήριο, αυτό το συνέθεσε ο Mendelssohn) χωροδιακό Treulich geführt από τον Lohengrin, την εισαγωγή από τους Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης, την Επέλαση των Βαλκυριών από τις Βαλκυρίες. Δεν νομίζω να θυμόμαστε πολλά περισσότερα.
Ένεκα αυτού πολλοί λένε ότι σε σχέση με τον Βάγκνερ, πως ο Βέρντι είναι απλοϊκός, ότι η μουσική του δεν έχει βάθος, ότι οι ενορχηστρώσεις του δεν είναι τίποτα άλλο παρά συνοδευτικό ακκομπιαναμέντο για τους τραγουδιστές. Τα περί ορχήστρας-ακκομπιαναμέντου, τα έχουν διατυπώσει και μουσικοκριτικοί, ακόμα και την εποχή, που παρουσιάζονταν οι όπερες για πρώτη φορά. Ενδεχομένως, ως έναν βαθμό, να είχαν δίκιο. Πρέπει, όμως, να μην ξεχνάμε ότι ήδη από τότε υπήρχε ο “ανταγωνισμός” μεταξύ των ακολούθων των δύο ρευμάτων. Επιπλεόν, ας μην ξεχνάμε την ικανότητα του Βέρντι στην αντίστιξη.
Έξω από τον χώρο των φιλόμουσων, μουσικών και μουσικοκριτικών νομίζω ότι αυτό που κρύβει η απαξίωση της μουσικής του Βέρντι ως αφελής είναι ένας ψευδοελιτισμός. Η άποψη, που θεωρεί ότι εάν κάτι είναι εύηχο, εύληπτο μπορεί να κατανοηθεί και να αναπαραχθεί από τους πολλούς είναι κατώτερο και πως τα μέλη της ελίτ αυτής δεν μπορούν να ακούν την ίδια μουσική με τον όχλο. Η ψευδοελιτίστικη αντίληψη ότι, εάν κάτι είναι εύηχο, εύληπτο αρμονικό ευκολομνημόνευτο πως είναι μη-ποιοτικό. Βέβαια, η μουσική του Βάγκνερ δεν θα την χαρακτηρίζαμε κακόηχη και δυσαρμονική, αλλά ευκολομνημόνευτη, όπως είδαμε, δεν είναι.
Στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να πούμε ότι η μουσική του ενός συνθέτη είναι καλύτερη από την άλλη. Για τους πραγματικά φιλόμουσους δεν υπάρχει δίλημμα Οπωσδήποτε ο καθένας μας έχει τις προτιμήσεις του, όμως, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται η μουσική ως δείγμα (ψευδο)ελιτισμού. Στο κάτω κάτω μάς εμποδίζει να την απολαύσουμε.
Αμηχανία
Η συζήτηση κυλά ευχάριστα, ομαλά και αβίαστα, όταν ξαφνικά ο συνομιλητής σου ξεκινά να λέει κάτι, του οποίου τις λογικές συνέπειες μάλλον δεν είχε φαντασθεί. Και τότε σπεύδεις- άτσαλα- να τον κόψεις, να ξεστρατίσεις την συζήτηση φέρνοντας τόσο σε εσένα, όσο και στον άλλο μία περίεργη αμηχανία. Δεν ήταν κάτι, που είχε σχεδιάσει, δεν ήθελε να σε φέρει σε αμηχανία. Aντιθέτως, ήσουν εσύ με την συμπεριφορά σου, που έφερες την αμηχανία και έκοψες τον αυθορμητισμό.
Στο κάτω κάτω μπορεί και να μην εννοούσε αυτό που νόμιζες ότι εννοεί, αλλά κάτι διαφορετικό, κάτι απόλυτα απλό χωρίς ασυνείδητα κρυμμένα νοήματα.
Αναζητώντας τον χαμένο τόνο
Έχετε παρατηρήσει ότι στα περισσότερα κείμενα πού διαβάζετε ή και που γράφετε, πως λείπουν τόνοι; Συγκεκριμένα: πόσο καιρό έχετε να δείτε τόνο σε κύριο όνομα, το οποίο τονίζεται στο πρώτο του γράμμα ή σε λέξη, η οποία τονίζεται στην πρώτη της συλλαβή και -καθώς είναι αρχική στην περίοδο- γράφεται το πρώτο της γράμμα με κεφαλαίο; (π.χ :” Έλλη” ή “Άνετος”. Δεν βλέπετε τις πιο πολλές φορές “Ελλη” και “Ανετος”; )
Πόσο καιρό έχετε να δείτε τόνο σε ευθεία, αλλά κυρίως, σε πλάγια ερώτηση; (π.χ : “αναρωτήθηκε πού ήμουν”, δεν το συναντάτε τώρα κυρίως ως “αναρωτήθηκε που ήμουν”;)
Πόσο καιρό έχετε να δείτε τόνο στις αντωνυμίες, που εκφράζουν σχέση έμμεσου αντικειμένου (ας τις ονομάσω καταχρηστικά ψευδοδοτική): (π.χ “μού προσέφερε” δεν το συναντάτε κυρίως ως “μου προσέφερε”; )
Μήπως θα πρέπει να είμαστε περισσότερο κριτικοί με τους αυτόματους διορθωτές κειμένου;
Αφορμή
El Greco
Υποθέτω ότι η ταινία El Greco φιλοδοξεί να αποτελέσει την φετινή “μεγάλη ελληνική παραγωγή διεθνών αξιώσεων. ” Δεν γνωρίζω το κόστος της, αλλά υποθέτω ότι θα είναι υψηλό, καθώς διάφορες εταιρίες συμμετέχουν ως συμπαραγωγοί, συγχρηματοδότες κλπ. Υποθέτω, ότι πολλοί θα ισχυρισθούν ότι επιθυμούν να διαμορφώνουν προς ίδιον όφελος τις προτιμήσεις μας. Εγώ, προτιμώ να βλέπω ότι ασκούν τον ρόλο της πολιτιστικής κοινωνικής ευθύνης, που τούς αναλογεί. Πολύ φοβάμαι ότι στην προσπάθεια η ταινία να αποτελέσει “την μεγάλη ελληνική παραγωγή διεθνών αξιώσεων”, η μπάλα κάπου χάνεται, η ταινία πλατειάζει, ενδεχομένως και για να δειχθεί ο πλούτος της παραγωγής, με αποτέλεσμα να γίνεται κουραστική και να χάνεται ο ειρμός της.
Η ταινία υποτίθεται ότι δείχνει την διαδρομή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου από (μετά(;))βυζαντινό ζωγράφο στην Ενετοκρατούμενη Κρήτη στον ζωγράφο έργων, όπως η ταφή του Κόμητος του Οργκάθ. Καθώς, ο Θεοτοκόπουλος είναι ευρύτερα γνωστός ως εκδυτικισμένος Έλληνας ζωγράφος, ενδεχομένως να ήταν καλύτερο να επικεντρωνόταν κανείς στην Κρητική του περίοδο. Βέβαια, στην Ελλάδα, αυτό θα ενείχε τον κίνδυνο η αφήγηση να ξεφύγει και αντί να είναι ουδέτερη και ενημερωτική (ενδεχομένως και με τις όποιες ποιητικές άδειες) να γίνει ένα συνοθύλευμα ελληνορθοδοξοβυζαντινού αυτοθαυμασμού για το μεγαλέιο της φυλής κλπ..
Σπονδυλική στήλη της ιστορίας είναι η σχέση του ζωγράφου με τον Guevara, έναν Ισπανό ιερωμένο και εξελίσσεται σε Ιεροεξεταστή. Ο Guevara είναι θαυμαστής του Θεοτοκόπουλου. Αυτός δε ο θαυμασμός του φαίνεται να έχει μάλλον ομοφυλοφυλικές αποχρώσεις και είναι η μη ανταπόκροση του ζωγράφου και η ειρωνία του πορτραίτου, που θα μετατρέψουν τον θαυμαστή σε διώκτη. Σχετικό, ομοφυλοφιλικών αποχρώσεων, μοτίβο υπήρχε και στην Ιερή Παγίδα της Βιτάλη και αυτό με κάνει να σκέφτομαι, μήπως και στην τέχνη υπάρχουν “μόδες”, καθώς κάτι ανάλογο είχα παρατηρήσει, την περίοδο, που προβαλλόταν το έργο Capote, όπου η “μόδα” φαινόταν να επιτάσσει την αστυνομοδημοσιογραφική λογοτεχνία. Φυσικά, πέρα από τις προσωπικές σχέσεις οι δύο άντρες αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς κόσμους: ο ένας του σκότους, της αντίδρασης, ο άλλος του φωτός και της προόδου. Ειλικρινά, δεν γνωρίζω, εάν όντως ο Θεοτοκόπουλος καταδιώχθηκε ποτέ από την Ιερά Εξέταση, ή εάν ήταν μία ποιητική αδεία των δημιουργών της ταινίας.
Το ίδιο σκεπτικός είμαι και για την υποτιθέμενη σχέση του Θεοτοκόπουλου με την κόρη του Βενετού διοικητή στην Κρήτη. Φαντάζομαι ότι οι δημιουργοί ήθελαν να δείξουν έναν μη-συμβατικό έρωτα, αλλά σε αυτές τις εποχές ήταν τόσο αντισυμβατικός, που μάλλον δεν θα μπορούσε να είχε υπάρξει. Δεν θυμάμαι, εάν πέρα από το πορτραίτο της Μαγδαληνής ζωγράφισε και άλλα με αυτήν ως μοντέλο, αλλά εάν συνέβη αυτό στο έργο το υψηλό μοντέλο δεν θα πόζαρε συνεχώς. Συνήθως στήνονταν άλλα μοντέλα για να δημιουργηθούν οι πτυχώσεις στα ρούχα κλπ, ενώ το κύριο πρόσωπο πόζαρε στην τελική φάση. Πολλές φορές μάλιστα, όταν επρόκειται τα πορτραίτα να χρησιμοποιηθούν ως “φωτογραφίες” για προξενιό γινόταν ρετουσάρισμα. Το πινέλο του ζωγράφου, ήταν το ανάλογο των ψηφιακών προγραμμάτων επεξεργασίας του σήμερα.
Με προβλημάτισε επίσης, η ενδυμασία των Βενετών της Κρήτης, όπως και των εκεί στρατιωτών. Μού θύμισαν περισσότερο Ισπανούς, παρά Βενετούς. Δεν ξέρω, όμως, εάν αυτό ήταν αβλεψία της παραγωγής ή εάν όντως είχε διαδοθεί η ισπανική μόδα σε όλη την λεκάνη της Μεσογείου. Επίσης, άραγε οι Κρήτες ήταν από τότε μονομερείς με το μαύρο στα ρούχα τους;
Επιθυμώντας να απευθυνθεί στο διεθνές κοινό, η ταινία είναι κατά βάση αγγλόγλωσση με τα ελληνικά, τα ισπανικά και τα ιταλικά να δίνουν έναν “τοπικό” τόνο. Ειλικρινά δεν γνωρίζω, πώς αντιδρούν οι Γερμανοί, οι Λιθουανοί, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι, οι Μπουρκιναφασιώτες κλπ, όταν ακούν έναν ομοεθνή τους να μιλά αγγλικά, αλλά εγώ- όπως και οι περισσότεροι που το είδαν-ψιλοέφριξα με την προφορά.
Ο σκηνοθέτης, προσπάθησε να ζωντανέψει κάποιους πίνακες, δημιουργώντας το στήσιμο των μοντέλων κλπ για την δημιουργία τους. Ενδεχομένως και ο ζωγράφος να δούλευε όντως έτσι. Δεν ξέρω. Μπορεί να δούλευε έτσι, μπορεί και από την φαντασία του
Η ιδέα αυτή μου θύμισε κατά πολύ την ταινία Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι. Εκεί βλέπουμε τον σκηνοθέτη να βάζει τον ζωγράφο να βλέπει τους πίνακές του στην καθημερινότητα, παρά να τους στήνει. Το δε κινηματογραφικό εφφέ ήταν σκάλες ανώτερο. Αισθανόσουν ότι έβλεπες τον πίνακα τρισδιάστατο.
Τρίτη, 1, Ιανουαρίου, 2008
Σάββατο, 29, Δεκεμβρίου, 2007
Πέμπτη, 27, Δεκεμβρίου, 2007






