Τρέχει ο κλέφτης και συλλαμβάνεται ο νοικοκύρης
Παρασκευή, 27, Φεβρουαρίου, 2009
Κατηγορία Βαδίζοντας, Πολιτική
Ετικέτες: πολιτική, βαδίζοντας
Απορία: κατελύθη το Κράτος, επείδη επαναπέδρασαν -και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο- δύο κρατούμενοι από σοφρωνιστικό κατάστημα; Στο κάτω κάτω, γιατί να μή θεωρούμε κατάλυση του Κράτους, την ανέγερση του αυθαιρετακίου μας, το φακελάκι στον γιατρό, την κομπίνα, το λάδωμα κλπ;
Απέδρασαν, λοιπόν, δύο. Σύμφωνοι! Δεν έπρεπε να (ξανα)γίνει. Πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες και να αποδωθούν και όχι να πετά ο ένας το μπαλάκι στον άλλον. Όμως, στους δύο, που απέδρασαν υπάρχουν πολλοί, που δεν απέδρασαν, είτε γιατί δεν το σκεφθήκαν, είτε διότι δεν τους αφήσαν. Αντιστοίχως και με τις άδειες εξόδου. Ουρλιάζουμε, όταν κάποιος δεν επιστρέφει, τις θεωρούμε αποτυχημένο μέτρο, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται για το ποίοι τις εκμεταλλεύονται με τον σωστό τρόπο και είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Τα ΜΜΕ θα γράψουν για αυτούς, που δραπέτευσαν, για αυτούς που εκμεταλλεύθηκαν την άδειά τους. Δεν πρόκειται ποτέ να διαβάσετε για τον “κ. Λ. Ήσταρχο, ο οποίος στην χρήση της πενθήμερής του άδειας επισκέφθηκε την οικογένειά του, προσέφερε στην τοπική κοινότητα και έκανε αιτήσεις ευρέσεως εργασίας”. Κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου τρομολαγνικό, δεν δημιουργεί ενδιαφέρον και προσέλκυση ακροατηρίου. Μία τέτοια είδηση θα έμοιαζε περισσότερο με Δελτίον Αυλής.
Η αντίδραση της Κυβέρνησης στα τελευταία γεγονότα; Να εισηγηθεί την άρση της ανωνυμίας των καρτοκινητών. Δραστική θεραπεία και εμπνευσμένη. Είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη ανάλογη με το να κάνεις θεραπεία σε έναν καρκινοπαθή και αντί να επικεντρωθείς στα μεταλλαγμένα κύτταρα, με απώλειες και στα υγιή κοντινά τους, να στοχεύεις όλο το υπόλοιπο και υγιές σώμα.
Όταν περπατώ στην Αθήνα, στους κεντρικούς δρόμους Ακαδημίας, Σταδίου κλπ, βλέπω σε κάθε γωνία από δύο τρεις άνδρες κατασταλτικών δυνάμεων. Προφανώς είναι η απάντηση της σημερινής κυβέρνησης στα γεγονότα του προηγουμένου Δεκεμβρίου. Η τελευταία εξέλιξη είναι αυτή η παράταξη των δυνάμεων, διότι ήδη από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις υπήρχαν σταθμευμένες κλούβες με άνδρες σε διάφορα σημεία στο κέντρο της Αθήνας. Συλλογίζομαι αντί οι Κυβερνήσεις μας να προλάβουν τον βανδαλισμό, τα πετροβολήματα, τις φωτιές και τις μολότωφ δημιουργούν αισθήματα φόβου και κρατικού τσαμπουκά στους νομιμόφρονες, φιλήσυχους πολίτες, λες και οι “νοικοκυραίοι” (είτε με θετική σήμανση είτε με απαξιωτική) είναι ετοιμοι να πάρουν βαριοπούλες και να πετάξουν μολότωφ σε σπασμένες τζαμαρίες και μέσω των ανωνύμων καρτοκινητών τους να σχεδιάσουν εγκληματικές πράξεις.
Δείτε και εδώ
Άρση ανωνυμίας-άρση ελευθερίας
Δύο καταδικασθέντες φυλακισμένοι δραπετεύουν από φυλακή της χώρας. Δεν σκάβουν με το κουταλάκι, δεν λιμάρουν με τα χρόνια τα κάγκελα, δεν κάνουν δίαιτα για να αντέξει το βάρος τους η υδρορροή, αλλά στήνουν ολόκληρη επιχείρηση κινηματογραφικού τύπου διαφεύγοντας με ελικόπτερο. Επιπλέον, δεν είναι η πρώτη φορά, αλλά η δεύτερη, που αποδρούν με τον ίδιο μάλιστα τρόπο.
Η αντίδραση της κυβέρνησης; Να ρίξει τις ευθύνες στα εκτελεστικά όργανα -αυτό δεν μού κάνει εντύπωση, οποιαδήποτε κυβέρνηση μάλλον αυτό θα έκανε- και να αναγγείλει την λήψη μέτρων. Ανάμεσα σε αυτά και την άρση της ανωνυμίας των καρτοκινητών.
Εάν θα είναι εφαρμόσιμο το μέτρο ή εάν θα αναπτυχθεί μία, προφανώς κερδοφόρα σε σημείο εκμετάλλευσης, μαύρη αγορά δεν το γνωρίζω. Φοβάμαι, όμως, ότι ένα μέτρο αυτό αποτελεί άλλη μια μικρή απειλή για τις ελευθερίες μας. Η κυβέρνηση με το μέτρο αυτά πολύ απλά και ισοπεδωτικά μας θεωρεί όλους ύποπτους τέλεσης εγκλημάτων. Λυπάμαι αλλά μόνο ο Θεός μπορεί να “βρέχει επί δικαίων και αδίκων” και ακόμα και Αυτός γίνεται αντικείμενο κριτικής για την αδιάκριτή Του αυτή πολιτική. Μία Κυβέρνηση οφείλει να διαχωρίζει και παράλληλα να σέβεται και να προστατεύει τα δικαιώματα, τόσο των δικαίων, όσο και των αδίκων.
“Θα σε πείραζε να δώσεις το όνομα, εάν είχες καρτοκινητό;” Δεν γνωρίζω, μπορεί και όχι μπορεί και ναι. Ναι θα με πείραζε από την άποψη ότι θεωρούμαι a priori επικίνδυνος. Ναι διότι, όταν και παρά το συγκεκριμένο μέτρο παρουσιαζόταν πάλι ανάλογη εμπλοκή, θα ήταν πολύ πιθανόν η επόμενη ιδέα να περιλαμβάνει και την άρση του απορρήτου των (τηλε)πικοινωνιών κλπ.
Υποθέτω ότι οι εχέφρονες πολίτες συναινούν και απαιτούν από την Κυβέρνηση να προλαμβάνει την τέλεση εγκληματικών πράξεων. Η συνάινεση, όμως, δεν σημαίνει την υπογραφή λευκής επιταγής, ούτε την αποδοχή μίας λογικής, η οποία στο βάθος χρόνου θα σήμαινε να ζούμε σε διάφανα σπίτια θερμοκήπια, χωρίς ίχνος ιδιωτικότητας, υπό την επίβλεψη του “καλοκάγαθου” Κράτους Μεγάλου Αδελφού.
Σκόρπιες σκέψεις για την οικονομική κρίση
Δευτέρα, 23, Φεβρουαρίου, 2009
Κατηγορία Αμπελοφιλοσοφίες, Ενημέρωση, Πολιτική, Σκέψεις
Διαβάζω, παρακολουθώ, ακούω για την οικονομική κρίση και αισθάνομαι ολοένα και πιο μπερδεμένος. “Είναι φυσικό”, θα μού απαντούσατε “δεν διαθέτεις τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις”. Αναμφισβήτητα έχετε δίκιο. Ενδεχόμενοι επιπλέον παράγοντες να είναι ότι σε ατομικό επίπεδο δεν έχω βιώσει ακόμα την κρίση (και εύχομαι, φυσικά, να μην), όπως και ότι δεν είμαι και τόσο βέβαιος, πόσο η κρίση αυτή σχετίζεται (ακόμα) με την ελληνική πραγματικότητα. Οι επενδυτικές τράπεζες δεν πρέπει να είναι διαδεδομένες στην Ελλάδα, ή και να υπάρχουν, και η οικία, νομίζω, αντιμετωπίζεται είτε ως βασικό αγαθό, είτε -στην περίπτωση, που κάποιος έχει και άλλα ακίνητα πέραν αυτού, που κατοικεί, ως κληροδοτέο αγαθό και ως συμπληρωματικό εισοδημάτων. Θέλω να πω τα εξής: ότι στην Ελλάδα μού φαίνεται πιθανότερο ένας γονέας να κρατήσει ακίνητα για να τα κληροδοτήσει στα παιδιά του, “για να έχουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους”, ακόμα και εάν ως περιουσιακό στοιχείο είναι μικρότερης αξίας σε κάποιες περιόδους σε σχέση με άλλες επιλογές.
Θα σήμαινε αυτό, λοιπόν, ότι η κρίση δεν μας αφορά και δεν θα έπρεπε να ασχολούμαστε με αυτήν; Προφανώς όχι. Εξάλλου, λέγεται, ότι υπάρχει μία διαρκής ενδημική κρίση στην Ελλάδα. Αυτή δεν έχει να κάνει τόσο με την ύπαρξη ή μη χρέους και ελλειμμάτων ( τα προβλήματα δημιουργούνται, όταν δεν μπορείς να βρεις δανειστές, που να σε θεωρούν αξιόπιστο να σε δανείσουν περαιτέρω), αλλά με την χαμηλή παραγωγικότητα και την ύπαρξη της παραοικονομίας. Στο μεταξύ πολλοί που προηγουμένως φωνάζαν για την πτώση στο ποσοστό αποταμίευσης, τώρα γκρινιάζουν, που ο κόσμος δεν καταναλώνει. Και φυσικά η κλασσική “ελληναράδικη” αντίληψη: η χαιρεκακία, που άλλα Κράτη βρίσκονται στα όρια της χρεοκοπίας ή σε βαθιά κρίση και η ψιλοπεποίθηση του “έλα μωρέ! Κάτι θα γίνει και θα ξελασπώσουμε”. Από την άλλη έχω την αίσθηση ότι βιώνουμε μία αυτεκπληρούμενη προφητεία εδώ, λες και ο μπακάλης της γειτονιάς είχε επενδύσει σε τοξικά ομόλογα κλπ. Με λίγα λόγια νομίζω ότι είμαστε ικανοί να φέρουμε εδω την κρίση πριν από την ώρα της και να την προσθέσουμε στην ενδημική κρίση: καταστήματα να ανεβάσουν τις τιμές, εν όψει τις μελλοντικής κρίσης, καταναλωτές να περιστείλουν την κατανάλωση πριν καν αυξηθούν οι τιμές και μετά η αλυσίδα είναι γνωστή.
Εάν έχω καταλάβει καλά, η παρούσα κρίση είναι αποτέλεσμα ενός “παιχνιδιού μουτζούρη” ή “τζιζ: πέτα την βόμβα”. Ο Χ δάνειζε στον Ψ. Ο Χ δεν είχε τα χρήματα, αλλά τα δανειζόταν από τον Ω και ο Ψ δεν είχε πιστοληπτική αξιοπιστία. Ο Ω πουλούσε τους μελλοντικούς τόκους στον Α κοκ. Λίγο πολύ ένα εμπόριο προσδοκιών, παρά αναγωγή στην πραγματικότητα. Προφανώς κάποια στιγμή, κάποιος κάποιοι άρχισαν να προβληματίζονται με αυτό το “εμπόριο ελπίδας”, ήθελαν τις γήινες από τις αστρονομικές επιδόσεις και άρχισαν να απαιτούν την εξυπηρέτηση των χρεών προς αυτούς, την ρευστοποίηση των τίτλων κλπ. Λόγω πολυπλοκότητας, λόγω προβλεπτικής αποτυχίας ή για ό,τι άλλο θέλετε κάποιοι δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν και η “βόμβα έσκασε”. Και ως γνωστόν, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο θύμα δεν είναι μόνο αυτός, που την κρατά στα χέρια του, αλλά και μερικοί γύρω του. Επίσης υπάρχουν και οι “τραυματισμένοι” (ελαφρά ή βαριά). Τυχεροί είναι όσοι την γλυτώσουν με “αμυχες”. Και εδώ δεν μιλάμε για μικρές επιχειρήσεις, αλλά για κολοσσούς, στους οποίους το κυκλοφορούν χρήμα (πραγματικό και προσδοκώμενο) μπορεί να ήταν και πολλαπλάσιο ΑΕΠ Κρατών και όχι μόνο “τριτοκοσμικών”. Καταρρέοντας παρασέρνουν και πολλούς άλλους μαζί τους.
Ίσως αυτό, που γκρεμίζει κάθε κρίση να είναι οι βεβαιότητές μας, η προσήλωση της προσοχής μας σε αυτό, που μάς φαίνεται ενδιαφέρον, μάς αρέσει ή ό,τι άλλο. Κάθομαι και συλλογίζομαι την περιρρέουσα ατμόσφαιρα περί οικονομικών συστημάτων, τότε στα σχολικά χρόνια, όπου υπήρχε και ο διπολισμός: τα σοσιαλιστικά συστήματα επικεντρωμένα στην παραγωγή, στην εκβιομηχάνιση, στα περιβόητα πενταετή -συγγνώμη-πεντάχρονα. Τα καπιταλιστικά στις υπηρεσίες. Υπήρχε στα αλήθεια αυτή η μονομέρεια ή όχι; Εάν υπήρχε, μήπως γινόταν μόνο και μόνο ως αντίδραση στην μονομέρεια του αντιπάλου; Και άραγε όρισε άραγε ο Marx να γίνουν κρατικά όλα και όταν ο Hayek προβληματιζόταν και για το (κοινωνικό) κράτος, αυτό σήμαινε ότι ευνοούσε την κάθε κατάλυση κοινωνικής αλληλεγγύης; Εν τέλει, πόσοι από εμάς ξεφυλλίσαμε στα σοβαρά τον Hayek, τον Smith, τον Marx κλπ, αντί απλώς να αναπαραγάγουμε υπεραπλουστευμένες περιλήψεις των σχολιαστών τους, αυτών μάλιστα, που επιβεβαιώνουν τις εκ των προτέρων προκατειλημμένες θέσεις μας και θέσεις των επαινετικών και κριτικών σχολιαστών τους;
Πρέπει να σάς εξομολογηθώ -και άσχετα με την οικονομική κρίση- πως δεν καταλαβαίνω, ποιό είναι το ιδανικό σημείο ισορροπίας στα θεμελιώδη μεγέθη της ανεργίας του πληθωρισμού και της αξίας του χρήματος σε σχέση με αλλοδαπά νομίσματα. Δεν αναφέρομαι ούτε στα μεγέθη, που επιβάλλουν διάφορες συνθήκες. Αναφέρομαι σε κάποιες συγκεκριμένες (έστω με λίγη απόκλιση) τιμές. Να μάς πουν οι οικονομολόγοι πχ ότι ο πληθωρισμός πρέπει να έχει Χ τιμή περίπου, η ανεργία Ψ κλπ. Αντιθέτως, το μόνο, που βλέπουμε είναι γκρίνια. Όταν ένα μέγεθος είναι χαμηλά δεν μάς αρέσει, ούτε όταν είναι ψηλά. Στα αγαθά το ίδιο: ακριβαίνει η οικοδομή; Ο κόσμος δεν θα έχει να πάρει το δικό του σπίτι. Πέφτουν οι αξίες; Η οικονομία είναι σε ύφεση. Δυνατό ευρώ; Πλήττονται οι εξαγωγές. Αδύναμο; Το καλάθι της νοικοκυράς είναι άδειο. Καθώς η προσωπική μου επαφή με τους οικονομολόγους είναι κυρίως μέσω των εφημερίδων από κάποιο σημείο και μετά έχω την αίσθηση ότι γκρινιάζουν απλώς για να γεμίσουν τις στήλες τους και σελίδες. Όπως και οι συνάδελφοί τους στο πολιτικό: ψυθίρισε κάτι το μέλος του κόμματος, την ώρα που μιλούσε ο Αρχηγός; Εξυφαίνεται ανταρσία. “Πρόεδρε, δεν τραβάμε”. Υπάρχει κρίση. Και η πανταχού παρούσε και αγαπημένη εκλογολογία αμέσως μόλις κλείσουν οι κάλπες.
Απορία: πληθωριστική κρίση υπάρχει, όταν έχουμε σπανιότητα αγαθών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να προσφέρονται ολοένα και υψηλότερες τιμές για αυτά, ενώ κρίση ύφεσης, όταν υπάρχει υπερπληθώρα τους με αποτέλεσμα να πωλούνται όσα περισσότερα/χρηματική μονάδα και να αυξάνεται η αξία της ή γράφω βλακείες;
Στις κοινωνικές επιστήμες, η οικονομική “πουλά τον εαυτό της” ως πιο επιστημονική πιο scientific επειδή κάνει πολλές φορές εκτεταμένη χρήση μαθηματικών, αντί απλώς να διατυπώνει διάφορες γνώμες. Ένας πολιτικός αναλυτής, π.χ είτε ακαδημαϊκός είτε δημοσιογράφος δεν θα διατυπώσει τίποτα άλλο παρά μία γνώμη, ιδίως σε ό,τι αφορά μελλοντικά γεγονότα: πχ. θα γίνουν εκλογές. Εάν δεν γίνουν πολύ απλά θα διαψευσθεί και η γνώμη του για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν θα είναι έγκυρη. Ο οικονομολόγος, όμως, ιδίως ο μαθηματικά προσανατολισμένος; Εϊναι δυνατόν να ακυρώνονται τα μαθηματικά; Όχι δεν είναι. Το μοντέλλο δουλεύει, οι μετοχές έχουν αποδόσεις, οι ζημίες μειώνονται κλπ. Τότε, τί συμβαίνει και ξαφνικά τα πράγμα στραβώνει, ενώ έχει ανακαλυφθεί ο μαγικός αλγόριθμος της διαρκούς ανάπτυξης κλπ; Νομίζω πολύ απλά ότι στην περίοδο της ευφορίας, όλοι οι παράγοντες, που δεν λήφθηκαν υπ’ όψιν επιδρούν κυρίως θετικά, έστω ουδέτερα. Ο οικονομολόγος, δεν λαμβάνει όλους τους παράγοντες υπ’ όψιν το πρότυπο στην ουσία δουλεύει σε σχέση με δύο, άντε τρία στοιχεία. Ξαφνικά, όμως, οι λοιποί παράγοντες επιδρούν καθοριστικά και τότε…Πολλοί λένε ότι αυτό είναι εγγενές στην ανθρώπινη φύση, πως δεν μπορεί να συνδυάσει πάνω από τρεις μεταβλητές, όπως δεν μπορεί να αντιληφθεί παραπάνω απο τρεις διαστάσεις στον χώρο. Με λίγα λόγια μεγάλο μέρος της ευημερίας μας, αλλά και των παχυλών τους μισθών και bonus δεν οφείλεται, ούτε σε ικανότητα, ούτε σε επιστημοσύνη, αλλά πολύ απλά σε καθαρή τύχη κατά την γνώμη του “Ευφυία μηδέν” στο Eduard Launet Στο βάθος του εργαστηρίου αριστερά, Ενάλιος, 2008, σσ. 54-56 και μάλλον με βρίσκει σύμφωνο. Γράφω μάλλον, διότι, εάν δεχτούμε τα συμπεράσματα τέτοιων ερευνών, χωρίς να εξετάσουμε όλη την λογική τους κλπ θα δεχθούμε ότι οι μαϊμούδες είναι ικανές να γράψουν τα έργα του Σαίξπηρ κλπ.
Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη, τις περισσότερες φορές υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, που διαδραματίζουν ρόλο για την πορεία μίας οικονομίας. Σκεφτείτε τις αντιλήψεις, τις προσδοκίες, τις ανατροφοδοτούμενες προσδοκίες ή και διαψεύσεις. Για αυτό και πολλές φορές αναρωτιέμαι: μήπως τα ΜΜΕ με την αρνητική τους απεικόνιση για την οικονομία έχουν μεγαλύτερη επίδραση από τους οικονομολόγους τους επιχειρηματίες κλπ στο να εμποδίσουν την αναστροφή του κλίματος;
Μπορεί ως εικόνα να βλέπουμε τα στελέχη των τραπεζών στα “ρετιρέ” και τους απλούς εργαζομένους στα “υπόγεια”, μια πιο ρεαλιστική παρομοίωση, όμως, θα έβαζε τις τράπεζες/τραπεζίτες στα “θεμέλια” και τους απλούς εργαζομένους στις “σοφίτες”. Για αυτό και μού φαίνεται λογική η προσπάθεια να στηριχθεί το τραπεζικό-πιστωτικό σύστημα. Όμως, δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί θα πρέπει να στηριχθούν και πιστωτικά ιδρύματα, που απέτυχαν. Όπως και άλλες επιχειρήσεις πρέπει να υποστούν το κόστος της αποτυχίας τους (παρενθετικά: εάν θεωρούσα κάτι λογικό για αποτυχημένες επιχειρήσεις και για τα άτομα, που υπάρχουν πίσω από αυτές, θα ήταν ένα σύστημα, που να τούς επέτρεπε ξανά να δοκιμάσουν και να ρισκάρουν, παρά να καταδικάζονται στην ανυποληψία, είτε αφορά μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, είτε μικρές επιχειρήσεις) και επίσης δεν καταλαβαίνω, γιατί θα πρέπει τα στελέχη να ζητούν “χρυσά αλεξίπτωτα”, όταν για τους άλλους θεωρούν ότι το “δίχτυ” κοινωνικής προστασίας είναι πολύ μεγάλο και ασύμφορο. Αντιστοίχως και για τις βιομηχανίες.
Σκέφτομαι επίσης τους διάφορους θεσμικούς και “θεσμικούς” φορείς, οι οποίοι ζητούν σφιχτές πολιτικές, περιορισμό των αυξήσεων, περιστολή των μισθών, ενδεχομένως και απολύσεις. Ας δεχτώ ότι έχουν δίκιο. Πόσο, όμως, χάνουν σε αξιοπιστία, όταν αιτούνται αυτά τα μέτρα για όλους εκτός από τους εαυτούς τους!
Ο ζωγράφος των μαχών
του Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε, ήταν το δώρο εορτών Χριστουγέννων 2007-2008, που μού έφεραν ο Γιώργος και η Αναστασία. Εάν ο Πίνακας της Φλάνδρας, εξ όσων θυμάμαι είναι λίγο συνομωσιολογικός, ο Λοχαγός Αλατρίστε -και υποθέτω όλη η σειρά- ανέμελο ιστορικό ανάγνωσμα, που θυμίζει τις διασκευές βιβλίων, που διαβάσαμε στην προεφηβική μας ηλικία, όπως Οι Τρεις Σωματοφύλακες, το βιβλίο αυτό είναι αρκετά φιλοσοφικό και πολύ πιθανόν αυτοβιογραφικό.
Εν συνόψει: Μονήρης ζωγράφος έχει αποσυρθεί σε έναν πύργο στον οποίο θέλει να αποτυπώσει το σύνολο των μαχών. Μια μέρα δέχεται επίσκεψη από έναν Κροάτη, που έζησε τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα, ο οποίος δηλώνει ότι ήρθε να τον δολοφονήσει. Ο ήρωας διαλέγεται με τον μελλοντικό του θύτη, με τις αναμνήσεις του κλπ σχετικά με τον πόλεμο, τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια των εμπλεκομένων και την συμμετοχή/μη συμμετοχή ανθρώπων, όπως είναι οι δημοσιογράφοι και οι δημοσιογράφοι φωτογράφοι.
Ο συγγραφέας χρημάτισε και αυτός δημοσιογράφος καλύπτοντας πολεμικές συρράξεις, οπότε προφανώς στο βιβλίο αυτό θα ήθελε να πραγματευθεί ερωτήματα για τα οποία πολλά θα είχε ίδια εμπειρία.
Πώς μπορεί ο δημοσιογράφος κλπ να μένει ουδέτερος σε έναν πόλεμο; Εϊναι δυνατόν να είναι μια απλή “μηχανή καταγραφής”; Δεν έχει σκεφτεί ποτέ να παρέμβει ώστε, έστω στον μικρόκοσμο που καταγράφει (κατοικημένη περιοχή, στρατιωτικός σχηματισμός κλπ) να προσπαθήσει να αναιρέσει την βία και την οδύνη του πολέμου;
Αυτά τα ερωτήματα θέτει ο συγγραφέας, όπως και την απαισιόδοξή του άποψη για την φύση του ανθρώπου. Δεν δίνει απαντήσεις, αλλά δημιουργεί προβληματισμό.
Εάν κάτι δεν μού άρεσε στο βιβλίο είναι η εκτεταμένη αναφορά στον ερωτικό του δεσμό με συνάδελφο, θύμα της επαγγελματικής της τελειομανίας. Εϊναι προφανές ότι η σχέση του και ο θάνατός της τον επηρέασαν στον σκεπιτικισμό του για την ανθρώπινη φύση, την επιθυμία του να αποσυρθεί από τα εγκόσμια και να ζωγραφίσει τον πίνακα. Μια απλή αναφορά θα αρκούσε. Αντιθέτως, ο συγγραφέας κάνει αρκετές συχνές αναδρομές και με περιγραφές ερωτικών σκηνών λες και θέλει να αποζημιώσει τον αναγνώστη, που διαβάζει για την φρίκη του πολέμου.
Cult διαβατήρια τελετουργία
Παρασκευή, 6, Φεβρουαρίου, 2009
Κατηγορία Πικρό χιούμορ, Σκέψεις, Συζήτηση για την πόλη
Ετικέτες: πικρό χιούμορ, συζήτηση για την πόλη, σκέψεις
Η τελετή απονομής ενός τίτλου σπουδών αποτελεί μια διαβατήρια τελετουργία. Ένα τυπικό, που δείχνει ότι η κοινωνία αναγνωρίζει το υποκείμενο της τελετουργίας στον νέο του ρόλο, πιστοποιεί την νέα φάση της ζωής του και σηματοδοτεί την νέα βάση και αφετηρία της ζωής του.
Πρόσφατα παραβρέθηκα στην “ορκομωσία” μίας φίλης, μάλλον καλύτερα στην επίσημη διαβεβαίωση. Φυσικά χάρηκα και συγκινήθηκα, όχι τόσο για την τελετή, αλλά για την ίδια την φίλη, που είδε ένας στόχος της να γίνεται πραγματικότητα. Εδώ που τα λέμε, πώς να συγκινηθώ, όταν όλο το περιβάλλον της τελετής δεν επέτρεπε κάτι τέτοιο, αφού:
- Προσεγγίζοντας τον χώρο της τελετής, στον περιβάλλοντα του κτηρίου, που θα γινόταν η τελετή, χώρο, πλανόδιοι πωλητές είχαν απλώσει την πραμάτεια τους. ”Πρακτικό”, σκέφτηκα, “οι κυρίες θα μπορούν να συμπληρώσουν την εμφάνισή τους με μια ‘επώνυμη’ τσάντα, ή κάποιο φουλάρι και ίσως κάποιο κόσμημα.”
- Μέσα στον χώρο υπήρχε πληθώρα συγγενών και φίλων. Είναι όντως άναρχο, αλλά έχει και την γοητεία του. Εξάλλου εδώ υποτίθεται ότι οι κοινωνικοί δεσμοί είναι ισχυρότεροι, ή εάν θέλετε από την άλλη βασιλεύει η υποκρισία. Η έβδομη θεία της ξαδέρφης της νονάς του παππού, που ποτέ δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για το εάν ζει ο γνωστός της ή πεθαίνει θα σπεύσει στην ορκομωσία (ή στον γάμο) για να “ξεμπλέξει” με τις κοινωνικές υποχρεώσεις.
- Πέρα από την αταξία, λόγω της πληθώρας παρευρισκομένων, που δεν είχαν, πού να κάτσουν, το χάος επέτεινε και η πληθώρα των φωτογράφων. Υπήρχαν στιγμές όπου έβλεπα περισσότερο την κορυφή της κεφαλής των φωτογράφων (αυτός είναι καραφλός, αυτός έχει δεξιόστροφη φύτρα, ο άλλος πρέπει να είναι βαψομαλλιάς), παρά αυτούς που φωτογραφίζαν και που ήταν το επίκεντρο της τελετής. Σκέφτηκα ότι η κατάσταση βρισκόταν στο όριο να ορίσουν οι φωτογράφοι την σκηνοθεσία της τελετής. Να υποθέσουμε για τους κυρίους, που ορκίζονταν αστραφτερό χαμόγελο αυτοπεποίθησης και hand-waving προς τα πλήθη, ενώ για τις κυρίες χαμόγελο αυτοποεποίθησης και γοητείας σε στάση τριών τετάρτων με προτεταμένο το ένα πόδι για να φανεί και το σχέδιο από την ψηλοτάκουνη γόβα;
Προφανώς δεν θα προτιμούσα μια αποστειρωμένη τελετή και εάν ενίοτε με γοητεύουν τελετές ξένων πανεπιστημίων αφ’ ενός σημειώνω τόσο την γοητεία του “εξωτικού”, αφ’ ετέρου προσπαθώ να σκεφτώ όλα τα συμπαρομαρτούντα, που οδηγούν σε ορισμένες συμβολικές επιλογές, π.χ τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι στην ουσία δημιουργήματα της σύγχρονης εποχής, συνεπώς δεν μπορούμε να απαιτούμε τελετουργίες ανάλογες με ξένων πανεπιστημίων, των οποίων η ιστορία είναι συνυφασμένη με θρησκευτικούς χώρους και επιλέγουν σχετικούς συμβολισμούς. Πρέπει να υπάρχουν άλλοι σχετικοί συμβολισμοί με την υπάρχουσα πραγματικότητα και ιστορία.
Επίσης, δεν θα ήταν προτιμότερο να υπήρχαν διαπιστευμένοι φωτογράφοι, ή εάν ισχύει αυτό λιγότεροι τέτοιοι; Δύο θα ήταν υπεραρκετοί. Θα μπορούσε να υπάρχει και μία βιντεοκάμερα, για όσους θα ήθελαν το βίντεο.
Λιγότεροι φωτογράφοι θα σήμαιναν περισσότερη τάξη, ακόμα και λιγότερο κόπο για τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι έχουν να τρέχουν από φωτογραφείο σε φωτογραφείο για να διαλέξουν. Θα μπορούσαν να υπάρχουν και λιγότερες φωτογραφίες ανά άτομο (τέσσερις το μέγιστο θα έλεγα) και η αγορά και η διάθεσή τους να συνδεόταν με κάποιον τρόπο με τον εκπαιδευτικό φορέα, ώστε ο τελευταίος να είχε κάποια έσοδα (πχ αντί να τρέχει ο ενδιαφερόμενος στα φωτογραφεία, να κάνει αίτηση στον εκπαιδευτικό φορέα να λάβει τις φωτογραφίες και να τις λαμβάνει πληρώνοντας το κόστος τους συν ένα τέλος εξυπηρέτησης)
Ο Ελληναράς και ο λόγος
Μεσημέρι. Στον σταθμό του μετρό “Σύνταγμα”. Περνάω από τα εκδοτήρια κατεβαίνω από το πρώτο σετ κυλιόμενων και κάποιος μου τείνει το χέρι του κάνοντας μου νόημα και ταυτοχρόνως μού λέει: “Το εισιτήριο ΣΟΥ παρακαλώ”.
Σύμφωνοι! Ας το εκλάβω ως φιλοφρόνηση. Ότι δεν φαίνομαι και τόσο μεγάλος. Πως ομοιάζω με έναν έφηβο ή έστω μετέφηβο. Από την άλλη, όμως, δεν θα όφειλε ο ελεγκτής να μού μιλήσει στον πληθυντικό; Το μετρό δεν θα έπρεπε να ελέγχει τους υπαλλήλους του και να τους κάνει συστάσεις σε θέματα συμπεριφοράς;






