Ισλανδία
Η Ισλανδία, εάν θυμάμαι καλά ιστάμενη ακριβώς πάνω στην μεσωκεάνεια ράχη του Ατλαντικού- γεωγραφικά μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής, αλλά πολιτισμικά οπωσδήποτε μέρος της Δύσης, είναι γνωστή στους περισσότερους ως μπακαλιαροπαραγωγός χώρα. Όσοι έχουν ένα ευρύτερο εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον, γνωρίζουν ότι αποτελεί ένα ζωντανό γλωσσολογικό μουσείο για τον κλάδο των γερμανικών γλωσσών. Απομονωμένη στον χώρο, διατήρησε δομές, μορφολογίες κλπ στην ουσία μεσαιωνικές. Επιπλέον αποτελεί πρότυπο γλωσσικής συμπεριφοράς για τους καθαρολόγους, αφού όταν προκύπτουν ανάγκες νέων λέξεων δεν χρησιμοποιεί αγγλικούς, ελληνικούς ή λατινικούς όρους, αλλά προσπαθεί να δημιουργήσει λέξη στηριζόμενη στο δικό της λεξικολογικό απόθεμα. Επίσης, προφανώς πάλι λόγω της απομόνωσης, η Ισλανδία είναι ενδιαφέρον τόπος έρευνας και για τους βιολόγους, γενετιστές κλπ.
Η Ισλανδία έγινε αρνητικά γνωστή τις τελευταίες ημέρες ως μία χώρα περίπου σε οικονομική κατάρρευση. Εάν κατάλαβα σωστά οι τράπεζές της δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τους πελάτες τους, υποχρεώσεις πολλαπλάσιες του ΑΕΠ του Κράτους αυτού.
Τέτοιες ειδήσεις είναι δυνατόν να φέρουν εδώ τις εξής αντιδράσεις: “Ευτυχώς δεν έτυχε σε εμάς”. “Χα, εμείς καλά τα καταφέραμε!”, “Τους είδαμε και αυτούς!”.
Όμως, νομίζω θα πρέπει να αναρωτηθούμε τα εξής: Πόσο πραγματικά θωρακισμένη έναντι σε κρίσεις είναι η οικονομία μας; Τί προσφέρει το οικονομικό μοντέλλο, που ακολουθούμε, τόσο στην ανάπτυξη και ανατροφοδότηση της ίδιας της οικονομίας, αλλά και περαιτέρω στην κοινωνία;
Σχετικά με την Ισλανδία νομίζω ότι θα πρέπει να αναρωτηθούμε πού κατανεμήθηκαν τα χρήματα της μέχρι τώρα στρεβλής ανάπτυξης, κάτι που δεν γνωρίζω. Διότι, φαντάζομαι είναι διαφορετικό να έχεις οικονομικά προβλήματα την παρούσα περίοδο και να έχεις “χτίσει με αέρα” σχολεία, κέντρα αριστείας και πανεπιστήμια, γέφυρες, να έχεις αναδιοργανώσει και εκσυγχρονίσει την οικονομία κλπ και διαφορετικό να έχουν γίνει 4Χ4, επαύλεις κλπ.
έχοντας κάποια υποδομή η έξοδος από την κρίση μού φαίνεται ευκολότερη, κάτι που δεν μπορώ να δω στην έννοια της ανάπτυξης αποκλειστικά με όρους life style.
Αλλοδαπή προφορά αγγλικής γλώσσας
Δευτέρα, 27, Οκτωβρίου, 2008
Κατηγορία Γλωσσολογία, Σκέψεις
Ετικέτες: σκέψεις, Γλωσσολογία
Η αγγλική γλώσσα είναι η πιο διαδεδομένη γλώσσα στον κόσμο, σε σημείο μάλιστα που λέγεται ότι υπάρχει ανησυχία, σε αντιστοιχία με τους καθαρολόγους στην δική μας γλώσσα, για το μέλλον των αγγλικών. Η διάδοση μιας γλώσσας δεν είναι ποτέ μονόπλευρη, καθώς δέχεται και η ίδια επιρροές.
Γνώση, ή έστω αντίληψη, των αγγλικών δεν έχουμε μόνο μέσω του γραπτού λόγου, αλλά και μέσω του ήχου, καθώς ακούμε τραγούδια, σήριαλ, εκπομπές λόγου κλπ στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση, το διαδίκτυο κλπ. Έχουμε, δηλαδή, και ακουστική αντίληψη, αντίληψη προφοράς. Αυτό μας κάνει, νομίζω, να αντιμετωπίζουμε πολλές φορές με αρνητικό τρόπο προφορές, που δεν ανήκουν στον «θεμελιώδη κανόνα», δηλαδή πρωτίστως βρετανικές-αγγλικές, αμερικανοκαναδικές-αγγλικές, αυστραλιανές-αγγλικές και νεοζηλανδικές-αγγλικές. «Παραδόξως», δεν αντιμετωπίζουμε αρνητικά την ελληνική προφορά των αγγλικών, η οποία πρέπει να είναι από τις πλέον απομακρυσμένες και συνεπώς λανθασμένη. Βάζω εισαγωγικά στο παραδόξως, διότι η παραδοξότητα εξηγείται: οφείλεται στην συνήθεια και στο ότι όλοι μας λίγο πολύ μάθαμε την λανθασμένη προφορά.
Ας αναλογισθούμε προφορές αγγλικών, που μας προκαλούν γέλια, που μας κάνουν να σκεφτούμε «τι χάλια, που μιλάει». Σημιτικές προφορές, λατινογενείς προφορές, σλαβικές προφορές κλπ. Είναι λογικό να μην έχουν σωστή προφορά, καθώς στην ουσία αρθρώνουν φθόγγους των γλωσσών, που έχουν μάθει π.χ αραβικά, εβραϊκά, ισπανικά, γαλλικά, πολωνικά, ρωσσικά κλπ και όχι τους φθόγγους της αγγλικής. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με εμάς, αφού αρθρώνουμε στην ουσία φθόγγους της ελληνικής.
Υπάρχει και μια άλλη εξωαγγλική προφορά των αγγλικών, που αξίζει να σταθούμε. Είναι η προφορά των Γερμανών. Μάς ηχεί περίεργα, αλλά –πέρα από την εμπειρία ακρόασης των «κανονικών» αγγλικών- ας σκεφθούμε σε ποιό πλαίσιο ακούσαμε αυτή την προφορά. Μήπως ήταν σε κανένα έργο εποχής 2ου Παγκοσμίου Πολέμου με τους Γερμανούς αξιωματικούς να μιλούν αγγλικά του τύπου «πγχοχώγχα γουγχούνι και ντείξζε μαζ, που έχειζ κγχύπμζει τουζ ζύντγχοφούζ ζου και ντα όμπλα!»;
Η αλήθεια, όμως, είναι ότι εάν ακούσουμε έναν Γερμανό, έναν Σουηδό, έναν Νορβηγό κλπ να μιλούν αγγλικά θα τα προφέρουν σωστότερα από εμάς. Δεν ξέρω, εάν τα έχουν διδαχθεί σωστότερα από εμάς. Ούτε, εάν έχουν μεγαλύτερη η μικρότερη ποικιλία φθόγγων στην δική τους γλώσσα σε σχέση με την δική μας. Αυτό, που νομίζω είναι ότι το σύστημα αρθρώσεως των φθόγγων της γλώσσας τους είναι εγγύτερα στο αγγλικό σε σχέση με το δικό μας. Ενδεικτικά: το σύστημα προφοράς των ελληνικών απαιτεί να προφέρονται καθαρά όλα τα φωνήεντα. Αντιθέτως στα Αγγλικά προφέρεται το κύριο φωνήεν (πολλοί μάλιστα θα πουν το κύριο φωνήεν όχι της λέξης, αλλά της φράσης) και τα υπόλοιπα λίγο πολύ ισοπεδώνονται. Αυτό, όμως, συμβαίνει σε όλες σχεδόν (νομίζω) τις γερμανικές γλώσσες με αποτέλεσμα να έχουν πλεονέκτημα όταν μιλούν αγγλικά.
Πέρα από την προφορά, όμως, φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη άνεση και στην χρήση της γλώσσας. Ακόμα και στις περιπτώσεις που θα κολλήσουν, ο χρόνος που θα δαπανήσουν για να ξεφύγουν από την κατάσταση αυτή είναι υποπολλαπλάσιος. Αυτό προφανώς εξηγείται αντίστοιχα ότι μοιράζονται το μεγαλύτερο μέρος της γραμματικής, του συντακτικού και του λεξιλογίου. Ακόμα και άστοχες επιλογές να κάνουν (πχ χρήση ψευδόφιλων λέξεων), πάλι έχουν μεγαλύτερη ικανότητα στην ορθή διάδοση του μηνύματος από ομιλητές, των οποίων η γλώσσα δεν ανήκει στην οικογένεια των γερμανικών γλωσσών.
Τα σκεφτόμουν τα παραπάνω πρόσφατα ακούγοντας έναν φυσικό ομιλητή γερμανικών γλωσσών να μιλά αγγλικά. Η προφορά του αρκετά κοντά στις παραδεδεγμένες αγγλικές προφορές και φυσικά ξεκολλούσε εύκολα, όποτε παρουσιάζονταν προβλήματα. Η ικανότητα του τονιζόταν σε σχέση με τον Έλληνα ομιλητή, ο οποίος αντιστοίχως βρισκόταν σε υπερμειονεκτική θέση. Παλλινοστήσας από ό,τι κατάλαβα ο τελευταίος έμοιαζε να μιλά τα ελληνικά της επαρχίας του 1950-1970 με ξενική προφορά και αντιστοίχως τα αγγλικά με την ελληνική.
Πρόσφατα μάλιστα διάβασα και αυτό το ενδιαφέρον άρθρο, το οποίο αναφέρεται στην αντίστοιχη προβληματική.
Τα μετρητά επανακτούν την κοινωνική τους αξία
Όταν ήμαστε μικροί, και δεν ξέραμε τί σημαίνουν δάνεια, πιστωτικές, κάρτες κλπ, είχαμε την αίσθηση ότι όλες οι οικονομικές συναλλαγές γίνονται με μετρητά. Ακόμα και όταν οι γονείς μας ήταν να αγοράσουν ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, οτιδήποτε μεγάλης αξίας τέλος πάντων, τούς φανταζόμαστε να πληρώνουν με μετρητά λεφτά. Πολλά μετρητά λεφτά. Ούτε τα δάνεια, τα σκεφτόμαστε, καθώς θεωρούσαμε ότι θα βοηθούσε κάποιος θέιος, φίλος κλπ. Είχαμε την εικόνα των γονιών μας να αγοράζουν π.χ. αυτοκίνητο με δεσμίδες στις τσέπες, όπως κάνει ο Σκρούτζ, όταν αγοράζει επιχειρήσεις ανά τον κόσμο.
Η αλήθεια είναι ότι προφανώς υπήρχαν και τότε δάνεια και πιστωτικές κάρτες κλπ, τα οποία τα μάθαμε με τον καιρό. Τώρα είναι το πιθανότερο οι περισσότεροι από εμάς να κινούμαστε με πλαστικό χρήμα. Οι αγορές επί πιστώσει δεν είναι καταδικαστέες, εάν γίνονται με τον σωστό τρόπο. Υπάρχει, όμως, πιθανότητα να ξεφύγει κανείς, όπως επισημαίνει αυτή η ανακοίνωση της Αμερικανικής Ψυχολογικής Ένωσης. Θα μού πείτε ότι λέει το προφανές. Μπορεί.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, νομίζω δεν ήταν μόνο ότι είχε υπερεπεκταθεί η μέθοδος αγορών επί πιστώσει και ο γενικότερος καταναλωτικός δανεισμός, αλλά λίγο πολύ μάς είχαν περάσει την ιδεολογία ότι η χρήση των μετρητών είναι οπισθοδρομική, είναι banal, δεν είναι παραπάνω για να αγοράζεις τσίχλες και περιοδικά από το περίπτερο και γάλα από το σούπερ μάρκετ. Η χρήση των μετρητών θεωρείτο/αι ύποπτη. Με λίγα λόγια τα μετρητά είχαν χάσει την “κοινωνική τους αξία”. Σε πρόσφατη μάλιστα υπόθεση του αστυνομικού δελτίου, αυτό, που είχα αντιληφθεί από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αφ’ ότου συνελήφθησαν οι ύποπτοι, δεν ήταν ο έπαινος προς τις διωκτικές αρχές για την χρήση αναλυτικών κλπ ικανοτήτων, που επέτρεψαν τις συλλήψεις, αλλά ο ψόγος προς τους υπόπτους ότι κινούνταν με μετρητά, αντί για πλαστικό χρήμα ή κάτι παρεμφερές. Με λίγα λόγια αυτό που ακουγόταν δεν ήταν τόσο το “Μπράβο στην Αστυνομία”, αλλά το “Καλά και αυτοί, να αγοράζουν στο ντούκου με μετρητά, ακριβά πράγματα; Είναι δυνατόν;”
Η τελευταία κρίση, όμως, φαίνεται να επαναφέρει κάπως την κοινωνική αξία των μετρητών. Προφανώς όχι στις “μεγάλες αγορές”, αλλά τουλάχιστον στις σχετικά μικρότερες.
Σκόρπια ΜΜΜ-Ελληνάρες
Δευτέρα, 20, Οκτωβρίου, 2008
Κατηγορία Συζήτηση για την πόλη
Ετικέτες: συζήτηση για την πόλη
1) Ήμουν στο λεωφορείο και χάζευα έξω από το παράθυρο. Σε κάποια στιγμή, για λόγους που δεν γνωρίζω, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κενό μεταξύ του λεωφορείου και του μπροστινού οχήματος. Ξαφνικά, λοιπόν, έρχεται μούρη-με-μούρη με το λεωφορείο ένα όχημα από το αντίθετο ρεύμα, το οποίο ήθελε να στρίψει αριστερά. Δηλαδή: Αντί το όχημα, που ήθελε να στρίψει αριστερά, να περιμένει να φτάσει στην κατάλληλη θέση και να δείξει επιθυμία στροφής, εκμεταλλεύθηκε το κενό και χώθηκε στο άλλο ρεύμα για να κερδίσει δύο μέτρα.Μέχρι στιγμής ήμουν ήρεμος και σκεφτόμουν πράγματα του τύπου “πω πω ρε φίλε λες και έγινε τίποτα εάν φτάσεις 20 δευτερόλεπτα νωρίτερα”, “έχεις που έχεις το παιδί στο μπροστινό κάθισμα δεν τού φοράς ούτε ζώνη” Το λεωφορείο αναγκάστηκε να φρενάρει κάπως απότομα και όπως ο βιαστικός οδηγός έστριβε αριστερά, ο οδηγός του λεωφορείου, τού έκανε ένα επιτιμητικό κορνάρισμα. Εκεί ήταν πού εκνευρίσθηκα, διότι ο Ελληναράς οδηγός, αντί να συνεχίσει την πορεία του, αντί να κάνει χειρονομία κατευνασμού, βγάζει το χέρι του από το παράθυρο και κάνει κ**********.
Εξυπνάκια, ξέρεις τί θα σού άξιζε; Ίσα ίσα να σε ακουμπήσει το λεωφορείο -να μην πάθεις φυσικά τίποτα, αλίμονο, ούτε το παιδί, που είχες μέσα- αλλά καθώς θα σε ακουμπούσε να κάνεις υπολογισμούς αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα για το πόσο θα πλήρωνες για την μισή σου “μούρη”, που θα είχε μπει μέσα. Το λεωφορείο φυσικά δεν νομίζω να έφταιγε. Εσύ μπήκες στο αντίθετο ρεύμα. Μετά στο σπίτι η γυναίκα σου να μη σού μιλούσε και να σε απέφευγε στο σεξ για κανα εξάμηνο, καθότι είχες φέρει σε κίνδυνο το παιδί. Εδώ, που τα λέμε ήδη από πριν, που δεν τού φορούσες ζώνη, φαινόταν τί επικίνδυνος είσαι για το παιδί.
2) Εν συνεχεία στο τρόλλεϋ. Κάθομαι στην θέση μου, χαζεύω έξω από το παράθυρο, αλλά σε κάποια στιγμή στρέφω το κεφάλι μου προς την άλλη πλευρά του οχήματος. Στην αντίστοιχη θέση μία “κυρία” καθόταν, η οποία είχε αναιδέστατα βάλει τα πόδια της πάνω στο απέναντι κάθισμα. Τώρα εσάς, τί να σας πω; Κρίμα το επίπεδό σας, διότι φαινόσαστε και σοβαρή. Πρέπει να είστε από αυτές, που βρίσκουν παντού ελλατώματα, που κάνουν τους τιμητές, αλλά ταυτοχρόνως είναι από τους αγενεστέρους, χυδαιοτέρους ανθρώπους, που υπάρχουν είτε λόγω είτε έργω.
Κλείνοντας κάτι άσχετο: Είδα ότι έχουν βάψει την πολύ ψηλή πολυκατοικία πολύ κοντά στην έξοδο Εθνικής Αντιστάσεως με Κηφισίας. Έχει γίνει καλύτερη σαφώς.
ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΙΠΠΑΣΤΙ
Πέμπτη, 16, Οκτωβρίου, 2008
Κατηγορία Όροι μηχανής αναζήτησης, Πικρό χιούμορ
Ετικέτες: πικρό χιούμορ, Όροι μηχανής αναζήτησης
Αγαπητέ επισκέπτη/Αγαπητή επισκέπτρια που στις αναζητήσεις σου έπεσες σε αυτό το ιστολόγιο,
Η γυναίκα “αμαζόνα” να “καλπάζει” μαζί με το σύντροφό της προς την απόλαυση. Τα χέρια πλεγμένα πίσω από τα μαλλιά, να προτείνουν ακόμα περισσότερο το στήθος. Ποιητική εικόνα.
Δυστυχώς, δεν μπορώ να απαντήσω στο ερώτημά σου, διότι αφ’ ενός ξεφεύγει από την γενική θεματική του ιστολογίου αυτού, αφ’ ετέρου δεν διαθέτω τις τεχνικές γνώσεις για να απαντήσω σε αυτό. Δεν είμαι νευροφυσιολόγος για να γνωρίζω, τί συμβαίνει στον εγκέφαλο, τον πραγματικό χώρο, όπου βιώνονται οι αισθήσεις.
Ακόμα και να ήμουν, όμως, δεν θα μπορούσες να βρεις την απάντηση, ούτε εδώ, ούτε σε άλλο ιστολόγιο πιθανολογώ. Κλείσε, λοιπόν, το Διαδίκτυο “ίππευσέ” τον ή άσ’ την να σε “ιππέυσει” και βγάλε τα συμπεράσματά σου.
Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει
του Pierre Bayard. Το βιβλίο αυτό με τον προκλητικότατο τίτλο, μοιάζει σαν να είναι βγαλμένο από σειρά εκλαϊκευμένης “συμβουλευτικής”. Ο τίτλος του μοιάζει να προσκαλεί τον κλασσικό τύπο, που θέλει να ρίξει και μερικές ατάκες κουλτούρας για να ρίξει την γκ*****, να το αγοράσει. Μοιάζει ταυτοχρόνως να προ(σ)καλεί τον φίλο της ανάγνωσης. Διότι ο φίλος της ανάγνωσης, θα ήθελε να τα διαβάζει, εί δυνατόν, όλα και νοιωθει οδύνη, όταν αγοράζοντας ή διαβάζοντας ένα βιβλίο δεν διαβάζει άπειρα άλλα. Ο τίτλος του βιβλίου είναι, φυσικά, ειρωνικός, οπότε εάν νομίζετε ότι θα βρείτε τρόπους μέσα στο βιβλίο αυτό να κατακτήσετε την καρδιά της, μάλλον θα απογοητευτείτε. Με λίγα λόγια δεν πρόκειται να βρείτε ατάκες από μεγάλους λογοτέχνες, μόνο και μόνο για να παρουσιαστείτε ως καλλιεργημένοι. Διαβάστε το, όμως, γιατί είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, το οποίο απευθύνεται κυρίως σε αυτούς, που τους αρέσει η ανάγνωση.
Ο συγγραφέας παίρνει αφορμή ότι κατά μεγάλο μέρος αισθανόμαστε ενοχές, που δεν έχουμε διαβάσει, έστω κάποια, αλλά ολοκληρωμένα έργα των μεγάλων συγγραφέων/του κανόνα/ των στυλοβατών του δυτικού λογοτεχνικού πολιτισμού. Καθώς, δεν το έχουμε κάνει νοιώθουμε ενοχές στις συζητήσεις μας, ενώ αναμένουμε τους ειδικούς στον χώρο τους να έχουν διαβάσει εξ ονόματός μας τα opera omnia. Κάτι, φυσικά, που δεν συμβαίνει και το γνωρίζετε, είτε εάν είστε φιλόλογοι-λογοτεχνικής κατεύθυνσης, ή εάν σχετίζεστε με φιλολόγους. Έτσι υπάρχει μία διάχυτη λογοτεχνική υποκρισία, καθώς, όπως γράφει ο συγγραφέας καταδυναστευόμαστε από τρείς περιορισμούς:
-υποχρέωση ανάγνωσης. Ο πολιτισμός μας εκτιμά την ανάγνωση και απαιτεί να έχουμε διαβάσει βιβλία, που θεωρούνται κλασσικά.
- υποχρέωση πλήρους ανάγνωσης. Όποιος φυλλομετρά αντί να διαβάζει και το παραδέχεται είναι εξίσου αποσυνάγωγος με αυτόν, που δεν διαβάζει καθόλου.
- έχουμε δυνατότητα σχολιασμού ενός βιβλίου, μόνο εάν το έχουμε διαβάσει (ολόκληρο φυσικά).
Είναι αλήθεια ότι η ανάγνωση, ιδίως ενός βιβλίου, που δεν κομίζει τίποτα , μπορεί να είναι χαμένος χρόνος. Επίσης, πολλές φορές, μπορεί μεν το βιβλίο να αξίζει και να είναι καλό, αλλά να υπάρχουν σημεία, που να μπορούν να προσπερασθούν χωρίς να χάσει κάτι ο αναγνώστης. Μια λύση για διευκόλυνσή του θα μπορούσε να είναι η καταγραφή των κύριων σημείων στην αρχή του κάθε κεφαλαίου, όπως κάνει και ο συγγραφέας στο βιβλίο του.
Κάθε βιβλίο, που διαβάζουμε, ισχυρίζεται ο συγγραφέας είναι τα άπειρα, που αναγκαστικά δεν διαβάζουμε. Όμως, μέσα σε αυτά υπάρχουν και τα βιβλία για τα οποία έχουμε ακούσει να γίνεται λόγος για αυτά, έχουμε διαβάσει κριτικές τους, περιλήψεις τους, έστω και υπερσυνοπτικής μορφής του τύπου “σ’ αυτό το βιβλίο γίνεται αυτό”. Όμως, παρ’ όλο, που δεν τα έχουμε διαβάσει έστω και εάν δεν τα έχουμε καν ακούσει δεν είναι θεμιτό να μάς απαγορεύεται η συζήτηση πάνω σε αυτά. Εξάλλου αυτό, που έχει σημασία δεν είναι η αναπαραγωγή του βιβλίου, αλλά ο σχολιασμός στο τί ήθελε να πει ο συγγραφέας και πώς το προσλαμβάνει ο καθένας.
Εξάλλου, εάν το σκεφτούμε βαθύτερα, και νομίζω ότι αυτό υποννοεί και ο συγγραφέας ακόμα και τα βιβλία, που έχουμε διαβάσει είτε τα ολόκληρα είτε τα αποσπασματικά με την πάροδο του χρόνου έχουν την ίδια μοίρα με τα μη-διαβασμένα, τα οποία είτε είναι γνωστά από διάφορα “ακούσματα” είτε όχι, καθώς επιδρά ο μηχανισμός της λήθης.
Μέσα στον νου μας, λοιπόν, στην ουσία δεν υπάρχουν τόσο βιβλία ξεχωριστά, όσο fragmenta βιβλίων και κατ’ αναλογίαν υπάρχει μία “κοινοτική φαντασιακή βιβλιοθήκη”. Σε συνδυασμό με τον υπόλοιπο πολιτισμικό περίγυρο επηρεάζεται και η πρόσληψή μας για το βιβλίο. Το κεφάλαιο για την διδασκαλία του Άμλετ σε εξωδυτική φυλή είναι χαρακτηριστικό και αξίζει να το διαβάσετε ακόμα και εάν διαβάσετε αυτό το βιβλίο στην καλύτερη περίπτωση διαγώνια, όπως ο τίτλος του σας προ(σ)καλεί.
Ο συγγραφέας “ξεγυμνώνει” τους κριτικούς κλπ, όχι απλώς λέγοντας ότι δεν διαβάζουν όλα τα βιβλία. Στο κάτω κάτω και η λογική μας αυτό λέει. Καλεί, όμως, την προσοχή της λογικής μας και κάπου άλλου. Ότι πολλές φορές αναφέρονται στο γενικόλογο και το αυτονόητο. Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει κριτικά αφιερώματα σε συγγραφείς με “ευαισθησία στα ερωτήματα της ύπαρξης”, “ερωτήματα για την πορεία του ανθρώπου” κλπ;
Αυτό, που έχει σημασία εν τέλει, ισχυρίζεται ο συγγραφέας είναι το να ενταχθεί με εποικοδομητικό τρόπο το βιβλίο και τα μηνύματά του στην συνολικότερη πολιτισμική και λοιπή ζωή μας, παρά να μένει αποκομμένο από αυτήν.
Τέλος σε συνδυασμό με αυτό το βιβλίο σκέφτομαι την κριτική, που είχα διαβάσει για την Ιστορία της Ανάγνωσης στον Δυτικό Κόσμο. Εκεί αναφερόταν ότι από την εποχή της εντατικής ανάγνωσης (λίγα βιβλία, που τα διάβαζαν πολλές φορές-χαρακτηριστικό η Βίβλος), φτάσαμε στην εποχή της εκτατικής ανάγνωσης (πολλά βιβλία, μεγάλη πληθώρα και προσπάθεια ανάγνωσης, όσων περισσότερων γίνεται). Ίσως θα ήταν καλύτερο να ήταν δίπολο εντατική ανάγνωση/ εκτατικό διάβασμα, καθώς λόγω του όγκου η προσήλωση και εμβάθυνση είναι δυσκολότερη. Τώρα διαβάζουμε (περνάμε) τα βιβλία, παρά τα αναγιγνώσκουμε, όπως γινόταν όταν οι επιλογές ήταν πιο περιορισμένες.
Τα μουσικά CD της Καθημερινής και του Βήματος
Οι δύο αυτές εφημερίδες, οι οποίες θεωρούνται οι “ναυαρχίδες” του Κεντροδεξιού και του Κεντροαριστερού Τύπου αντιστοίχως, φαίνεται να ευρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους προς όφελος των φιλόμουσων αναγνωστών και μη. Λέω και μη, καθώς δεν προσφέρονται όλα τα έργα μέσω των εφημερίδων, αλλά προσφέρονται χωριστά.
Βαυκαλισμένος στην μοναδικότητά του και στην εθνικιστική του φιλαυτία, πιστεύοντας ότι η “κλασσική” μουσική είναι για τους πεθαμένους και τους…, το “κλασσικότερο”, που μπορεί να ακούσει είναι Το Χαμόγελο της Τζοκόντας. Φυσικά, όχι γιατί απαραιτήτως τού αρέσει, αλλά λόγω της εθνικότητας του συνθέτη.
Ας γυρίσουμε στην “κλασσική” μουσική. Προσπαθώντας να ικανοποιήσουν ένα περιορισμένο κοινό, να αυξήσουν τους φίλους της “κλασσικής” μουσικής και φυσικά να προασπίσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα, οι συγκεκριμένες εφημερίδες προσφέρουν/πρόσφεραν αυτές τις κασσετίνες. Όμως, κατά την γνώμη μου, λείπει κάτι: Η αναφορά στην ελληνική “κλασσική” μουσική. Μπορεί να μην έχει το βάθος που έχει π.χ η γερμανική “κλασσική” μουσική, αλλά υπάρχει. Πολλοί από εμάς, που ακούμε “κλασσική” μουσική, έχουμε μόνο ακουστά ή έστω έχουμε αποσπασματική ακρόαση έργων τους. Δεν θα ήταν καλό να υπήρχε κάτι αντίστοιχο με τις συλλογές δυτικής “κλασσικής” μουσικής, που προσφέρονται, χωρίς, όμως, να κακοφορμίσει σε κάποιου είδους “πολιτισμικό εθνικισμό”.
Για την πρόσφατη προσφορά του Βήματος δείτε:
στον Τελεολογικό
και στην Μουσική η παγκόσμια γλώσσα.
Delegate
Σε διάφορα εγχειρίδια διαχείρισης χρόνου, ακόμα και σε “πρακτικές συμβουλές” περί του θέματος στα “ανδρικά”, συνήθως, περιοδικά δίνεται η εξής συμβουλή: Ιεράρχησε τις υποχρεώσεις και τις προτεραιότητές σου! Αυτό δεν είναι κάτι το εύκολο. Ακόμα και εάν υποθέσουμε ότι ιεραρχούμε μόνο τις υποχρεώσεις, πάλι θα έχουμε αμφιβολία ότι κάναμε την σωστή ιεράρχηση.
Έστω, όμως, ότι με κάποιον τρόπο το επιτύχαμε. Η συνοδευτική συμβουλή είναι: σπάσε τις προτεραιότητες σε τρία μέρη:
Α: Επείγοντα. Διεκπεραιωσέ τα…χθες, δηλαδή ασχολήσου μαζί τους αμέσως.
Β: Μέσης σημαντικότητας. Καν’ τα όταν μπορέσεις, αφού δεν επείγουν.
Γ: Αμφισβητήσιμης σημαντικότητας: Πού είναι ο καταστροφέας εγράφων; το καλάθι των αχρήστων; το κουμπί διαγραφής του υπολογιστή; Εν συνόψει: Μην ασχοληθείς μαζί τους και χάνεις το χρόνο σου.
Ανάμεσα, όμως, στο Α και το Β και ανάλογα με το διακύβευμα και την ευθύνη υπάρχει και μια άλλη συμβουλή: Delegate! Ανάθεσε την εργασία σε κάποιον άλλον.
Ο προβληματισμός μου, φυσικά, είναι κατά πόσο είναι “δίκαιο” να φορτώνει κανείς την εργασία του (μέρος αυτής) σε άλλον για να εξοικονομήσει χρόνο, ιδίως εάν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο αναθέτων είναι πολύ πιθανόν να καρπωθεί όλα τα ηθικά και υλικά οφέλη από την ολοκλήρωση του έργου, χωρίς να μεταβιβάσει τα οφειλόμενα στον “υπεργολάβο”.
Αφορμή
Από τον Ρωμαίο στον Τζακ…
…της Όλγας Σταυροπούλου-Σαλαμούρη. Το βιβλίο αυτο, για το οποίο υπάρχει και αφιερωμένη σε αυτό ιστοσελίδα, το διάβασα πριν από έναν περίπου μήνα. Ασφαλώς και δεν είναι το βιβλίο, που μού άλλαξε την ζωή -σε προσωπικό επίπεδο το βιβλίο, που τού έλαχε αυτός ο ρόλος ήταν το Εκκρεμές του Φουκώ του Ουμπέρτο Έκο- και φυσικά το προσέγγισα αρκετά καχύποπτα. Έχω διαβάσει το Ιούδας φιλούσε υπέροχα της Παπαθανασοπούλου και το Έρωτας είναι θα περάσει της Δόμβρου. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασαν. Εαν οι αναγνώστριες χαλαρώνουν με τέτοια βιβλία, προτιμώ να χαλαρώνω με ντανμπραουνίστικες περιπέτειες. Αυτό για να μην υπάρξει αφ’ ενός καμμιά σεξιστική υπόνοια ή ότι διαβάζω μόνο κείμενα, που ανήκουν στο χώρο του sublime.
Το βιβλίο είναι αρκετά αναλυτικό. Γράφοντας αναλυτικό δεν εννοώ ότι αναλώνεται σε ατελείωτες περιγραφές προυστικού τύπου, αλλά ότι είναι, μέσα στα κεφάλαιά του, χωρισμένο σε μικρές -δεν νομίζω παραπάνω από οκτασέλιδες- ενότητες. Αυτό κάνει εύκολη τόσο την ανάγνωση, όσο και την επιστροφή στο βιβλίο, την επομένη ημέρα ή μετά από λίγες ώρες. Συνήθως μού φαίνεται απίστευτα κουραστικό και αποπροσανατολιστικό να αφήσω στην μέση κεφάλαιο βιβλίου με δυσδιάκριτες μάλιστα ενότητες, αλλά εάν έχει καμμιά 80 σελίδες/κεφάλαιο δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς.
Είναι, δυνατόν, επειδή δεν υπάρχει το τέλειο να αγκαλιάσουμε τον όποιον Τζακ ή Τζιλ μας συντύχει; Προφανώς, όχι, αλλά έχοντας βρει το σχετικά κατάλληλο άτομο, αυτό που μάς ταιριάζει (άλλοι θα έλεγαν το λιγότερο κακό για εμάς) προσπαθούμε να βελτιωθούμε και οι δύο μαζί.
Εν συνόψει, πρόκειται για ένα ευχάριστο βιβλίο, που κάτω από την φλούδα της “ελαφρότητας” έχει και στοιχεία, που μπορεί να κάνουν τον αναγνώστη να προβληματιστεί.
Παρασκευή, 24, Οκτωβρίου, 2008






