Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου

Posted On Πέμπτη, 27, Σεπτεμβρίου, 2007

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες:

Comments Dropped leave a response

Του Γιώργου Σκαμπαρδώνη
Ιστορικό μυθιστόρημα το χρονικό πλαίσιο του οποίου είναι η επίσκεψη του τότε Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Καρόλου ντε Γκωλλ το τριήμερο 17 με 19 Μαΐου 1963 στην Θεσσαλονίκη, η οποία και αποτελεί το χωρικό πλαίσιο.
Επώνυμος ήρωας του βιβλίου είναι ο Στρατηγός Κωνσταντίνος Δοβρόμηρος, διοικητής της ΚΥΠ, τραυματίας και ήρωας του Πολέμου του ‘40.
Στρατιωτικός, πιστός προφανώς στο τρίπτυχο “πατρίς-θρησκεία-οικογένεια” αποτελεί προφανώς πρότυπο υπηκόου-το 1963 υπήρχε η βασιλευομένη- και οικογενειάρχη. Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική. Η σύζυγος του-αρκετά χρόνια νεώτερη- διατηρεί παράνομο ερωτικό δεσμό, ενώ ο γιός του μαθητής γνωστού εκπαιδευτηρίου έχει σαφώς ψυχολογικά προβλήματα και αντικοινωνική συμπεριφορά.
Αποστολή του στρατηγού είναι να διαφυλάξει την ζωή και την επίσκεψη του υψηλού της Ελλάδος προσκεκλημένου από οποιαδήποτε προβοκάτσια, που θα μπορούσαν να διαπράξουν οι μη-ανήκοντες στον εθνικόφρονα χώρο.
Για την αποστολή αυτή θα στηριχθεί σε “εθνικόφρονα” στοιχεία, τα οποία κάθε άλλο παρά άμεμπτα είναι: Μικροκλέφτες, μικροαπατεώνες, τακτικοί επισκέπτες της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής εκβιάζοντες και εκβιαζόμενοι από τις τελευταίες με την παροχή πληροφοριών. Και εδώ έγκειται η “αντίφαση”: η νομιμότητα του Κράτους, η ομαλή ροή της καθημερινότητας στηρίζεται στους παρανόμους. Παράνομοι, βέβαια, οι οποίοι αποδέχονται το υπάρχον σύστημα. Εάν, λοιπον, ενδιαφέρεται για κάτι το τελευταίο είναι η συντήρησή του και όχι οι πολίτες, τους οποίους οφείλει να υπηρετεί. Αυτοί είναι τα θύματα των νομιμοφρόνων-παρανόμων. Υποθέτω ότι ο συγγραφέας δεν εγκαλεί απαραίτητα το τότε Κράτος της Δεξιάς, αλλά το οποιοδήποτε Κράτος ασχολείται πρωτίστως με τον εαυτό του, παρά με τους πολίτες/υπηκόους του, όπως οφείλει. Μάλιστα μετονομάζει την δική του αδράνεια και απορρόφηση πόρων για την αναπαραγωγή του ως κάτι το απαραίτητο για τους υπηκόοους/πολίτες και σε βάρος, φυσικά- των τελευταίων.
Υπηρεσίες, που θα είχαν πρώτιστη αποστολή την ασφάλεια του υψηλού προσκεκλημένου είτε δεν γνωρίζουν ότι στελέχη τους συνομωτούν, είτε ασχολούνται μόνο με την “μόστρα”. Συμφωνώ με τον reader’s-diggest ( η κριτική του είναι στην δημοσίευση “Χίλια καντάρια βούτυρο σε ξύλινο τομάρι”-δυστυχώς δεν βρίσκω τρόπο να παραπέμψω ακριβώς στην συγκεκριμένη, οπότε παραπέμπω στο αρχείο του σχετικού μήνα) ότι η σκηνή με την εμμονή το άγημα τιμών να είναι γαντοφορεμένο είναι από τις πιο ευρηματικές και ενδεχομένως να μην απέχει και πολύ από την πραγματικότητα του corps.
Ο τίτλος μας πληροφορεί ο reader’s-diggest είναι παραλλαγή μίας παροιμοίας, μάλιστα αυτή δίνει ως τίτλο της δημοσίευσής του. Ξέρει κανείς, τί σημαίνει;
Γενικά το βιβλίο μού άφησε πολύ καλές εντυπώσεις.

Compliment Management

Posted On Τετάρτη, 19, Σεπτεμβρίου, 2007

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες:

Comments Dropped one response

Αλήθεια, πώς προσλαμβάνετε τις φιλοφρονήσεις, που σάς κάνουν; Τις δέχεστε με ευχαρίστηση, ή σας προκαλούν ένα περίεργο συναίσθημα; Ακόμα και εάν πείτε “Μόνο εγώ και η Μαρία Κιουρί”, εάν σας φιλοφρονήσουν με το “είσαι πολύ έξυπνη”, ή “Ούτε ο Δαβίδ του Μιχαήλ Αγγέλου δεν συγκρίνεται με μένα”, εάν σας φιλοφρονήσουν με το “είσαι πολύ όμορφος” (ναι επίτηδες έβαλα πολύ έξυπνΗ και πολύ όμορφΟΣ ), μήπως στην πραγματικότητα δεν κάνετε τίποτα άλλα παρά να κρύβετε την αμηχανία σας και την ντροπή σας, όταν σάς κάνουν μία φιλοφρόνηση; Μήπως η φιλοφρόνηση είναι ένα σχετικά βαρύ φορτίο, το οποίο δεν ξέρετε πώς να το κουμαντάρετε;
Τα σκεφτόμουν αυτά καθώς προ ολίγων ημερών μού έκαναν και εμένα μία φιλοφρόνηση. Δεν είχε καν ολοκληρωθεί η φιλοφρόνηση και σε dt σε απειροστομικρονανοπικοδευτερόλεπτα ο νους μου είχε σκεφτεί ότι δεν την άξιζα και πως θα την άξιζα, εάν είχα ανακαλύψει την πρώτη λέξη που άρθρωσε ποτέ ο άνθρωπος, εάν θεμελίωνα μία άλγεβρα που να επιτρεπόταν η διαίρεση με το μηδέν, εάν έβρισκα τους γενετικούς παράγοντες που κάνουν τις πολικές αρκούδες αριστερόχειρες κλπ.
Ξαφνικά, όμως, συνειδητοποίησα ότι απλώς (και χωρίς να θέλω να υποτιμήσω το “απλώς”) μού έκαναν μία φιλοφρόνηση. Ούτε κάτι λιγότερο, ούτε κάτι περισσότερο. Γιατί εγώ να θέλω να την απορρίψω λέγοντας ότι θα την άξιζα, μόνο εάν δημιουργούσα έναν μικρό Γαλαξία;
Έτσι, λοιπόν, την δέχτηκα και μπορώ να πω με ευχαρίστηση. Βέβαια, δεν απέφυγα την κλασσική αγχωτική αντίδραση. Η φιλοφρόνηση είναι σαν το δώρο, που σού κάνουν και πρέπει σε κάποια στιγμή να ανταποδώσεις ή σαν το δείπνο στο οποίο είσαι καλεσμένος. Και η στιγμή της ανταπόδοσης δεν μπορεί να βρίσκεται στο πολύ μακρινό μέλλον, διότι έτσι χάνεται ο δεσμός συσχέτισης. Έτσι, όπως μπορείτε να καταλάβετε, έσπευσα αμέσως να ανταποδώσω την φιλοφρόνηση, που μού έκαναν. Φαντάζομαι θα το έχετε κάνει και εσείς: “Σού πάει πολύ αυτό το πουκάμισο!”-”Και σένα το χτένισμά σου αναδεικνύει τα μάτια σου!”, “Μού στέκεσαι, είσαι πραγματικός φίλος!”-”Και σε μένα, όταν συμβαίνει κάτι, πρώτο εσένα σκέφτομαι!” κλπ.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, η φιλοφρόνηση είναι σαν το δώρο, είναι σαν το δείπνο. Δεν είναι αυτά! Συνεπώς, η άμεση ανταπόδοση να μην είναι και ό,τι καλύτερο και ενδεχομένως να δείχνει ότι απλώς ανταπαντήσαμε στον φιλοφρονήσαντα εμάς, απλώς “για να βγάλουμε την υποχρέωση”, παρά διότι πραγματικά αξιολογήσαμε μία ικανότητα ή μία ποιότητά του κλπ.
Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι η καλύτερη αντίδραση σε μία φιλοφρόνηση είναι να την δεχθούμε, να ευχαριστήσουμε αυτόν που μάς την απεύθυνε (διακριτικά φυσικά) δείχνοντας ότι αισθανόμαστε ιδιαίτερα τιμημένοι ότι ήταν αυτό το συγκεκριμένο πρόσωπο μάς την απεύθυνε.

Ποίοι έχουν δικαίωμα ψήφου και συμμετοχής στην πολιτική διαδικασία;

Posted On Κυριακή, 16, Σεπτεμβρίου, 2007

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες:

Comments Dropped leave a response

Καθώς η τηλεόραση αποτελεί το κύριο μέσο “επικοινωνίας” μας με την ευρύτερη κοινωνία, η ύπαρξή της επιρρεάζει και την πολιτική έκφραση και συμμετοχή. Για αυτόν τον λόγο τα πολιτικά κόμματα επιλέγουν και στελεχώνουν μέρος των ψηφοδελτίων τους με πρόσωπα αναγνωρίσιμια στην τηλεόραση. Παλιά αυτά τα πρόσωπα τα ονομάζαμε “επώνυμοι”. Τώρα τα λέμε “λαμπ(ε)ρά”.
Τα “λαμπ(ε)ρά πρόσωπα” συνήθως κατακρίνονται. Οι περισσότεροι θεωρουν ότι αποτελούν απλώς κράχτες των κομμάτων και ότι μετά δεν συνεισφέρουν σε τίποτα. Ακόμα και στα πάνελ, που τα καλούν, είτε δεν λένε τίποτα-συμμετέχοντας σαν γλάστρες-, είτε λένε κοινοτοπίες. Σε μερικές περιπτώσεις αυτό είναι αληθές. Σε άλλες δεν είναι και πάνω από όλα, αυτό που μετρά δεν είναι η απόδοση στην τηλεόραση, αλλά η απόδοση στην Βουλή. Και υποθέτω ότι θα υπάρχουν “λαμπ(ε)ρά” πρόσωπα, τα οποία τίμησαν την εμπιστοσύνη των κομμάτων και των ψηφοφόρων τους. Πρόσωπα, που ακόμα και εάν δεν ήξεραν, διάβασαν, ασχολήθηκαν έτρεξαν.
Συμπληρωματική σε αυτήν την κριτική είναι και η θέση “η πολιτική στους ειδικούς”, που συνήθως εκφράζουν τα ίδια άτομα: Ο γιατρός στο υπουργείο υγείας, ο μηχανικός στο δημοσίων έργων κλπ. Μα ο καλύτερος γιατρός δεν σημαίνει ότι θα είναι και ο καλύτερος υπουργός υγείας. Ενδεχομένως αυτό, που να χαρακτηρίζει την πολιτική να είναι η ανάληψη της ευθύνης και οι επιλογές. Ενδεχομένως ένας μηχανικός να κολλήσει στο, εάν πρέπει να κατασκευαστεί μία γέφυρα ή μία σήραγγα. Ένας πολιτικός (μπορεί, βέβαια, να έιναι και μηχανικός) θα συγκρίνει τα υπέρ και κατά και των δύο, όπου συνήθως η σύγκριση δεν είναι παράλληλη και έυκολη, και θα επιλέξει.
Όλοι αυτοί, βέβαια, που λένε όχι στα λαμπερά πρόσωπα και η πολιτική στους ειδικούς, δεν έχω ακούσει να λένε τίποτα για τους ψηφοφόρους και την δικήτους θέση στην πολιτική διαδικασία. Μήπως θα έπρεπε και εκεί να υπάρχει “εξειδίκευση”; Ποιά είναι η θέση τους στην γνωσιοκρατική, ας την ονομάσω αυθαίρετα έτσι, ψήφο; Μια ιδέα που, εάν θυμάμαι καλά, την είχε εκφράσει ο κ. Κουτούπης πριν από χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο. Με αυτήν η βαρύτητα της ψήφου επιρρεαζόταν από το επίπεδο των γραμματικών κλπ γνώσεων. Είχες πτυχίο δημοτικού; Είχες μία ψήφο! Γυμνασίου; Δύο! κλπ (ή αντίστροφα οι κάτοχοι μεταδιδακτορικού είχαν ακέραια ψήφο ενώ οι υπόλοιποι κλάσματα αυτής). Θα ήθελαν να μην έχουν ακέραια ψήφο;
Προσωπικά διαφωνώ, τόσο με την άκριτη καταδίκη των “λαμπ(ε)ρών” προσώπων, όσο και με την θεωρία της γνωσιοκρατικής ψήφου. Τουλάχιστον, βέβαια, το επιχείρημα για την γνωσιοκρατική ψήφο στηρίζεται σε κάποια λογική. Η κριτική στα “λαμπ(ε)ρά” πρόσωπα πολλές φορές στηρίζεται στην εικόνα, που τα ίδια τα μέσα δημιουργούν για αυτά ή ακόμα και οι έριδες μετσξύ των ίδιων των “λαμπ(ε)ρών” προσώπων.
Η δημοκρατία είναι το σύστημα της δοκιμής και του λάθους και της αποδοχής ότι η τέλεια λύση στα προβλήματα δεν υπάρχει. ‘Η καλύτερα, όπως επικαλείται ο κ. Μανδραβέλης, πως στην ζωή δεν έχουμε λύσεις, παρά μόνο επιλογές. Εξάλλου τίποτα δεν μάς εγγυάται ότι ο άνθρωπος με τα σούπερ-ντούπερ πτυχία θα κάνει καλύτερη επιλογή είτε ως ψηφοφόρος, είτε ως πολιτικός από μία ειρωνικώς αποκαλούμενη “γλάστρα”. Η ψήφος μας, η συμμετοχή μας στην πολιτική διαδικασία, ακόμα και εάν ανήκουμε στην συνομοταξία των φελλών, είναι που θα συνεισφέρουν στην προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων και αύξησης της ευημερίας μας.

Έκκληση

Posted On Κυριακή, 16, Σεπτεμβρίου, 2007

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες:

Comments Dropped 2 responses

Λίγες ώρες απομένουν για να ανοίξουν οι κάλπες ώστε να πάμε όλοι για να ψηφίσουμε. Γράφω “όλοι” επειδή η ψήφος είναι εκ του νόμου υποχρεωτική. Βέβαια, εάν και θεωρώ ότι είναι καλό να μην απέχει κανείς από την εκλογική διαδικασία, θεωρώ και την αποχή πολιτική στάση και συνεπώς, πέρα από την σιωπηρή κατάργηση των κυρώσεων, καλό θα ήταν να καταργηθεί η πρόνοια της υποχρεωτικότητας της ψήφου.
Οι περισσότεροι από εσάς θα έχετε ψηφίσει σε κάποια εκλογική αναμέτρηση κάποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα. Αυτό το υποθέτω με “μπακαλίστικη” συλλογιστική. Εάν θεωρήσουμε ότι το ποσοστό, που συγκεντρώνουν τα δύο μεγάλα κόμματα δεν έχει πέσει κάτω από 70%, τότε απευθύνομαι στους περισσότερους από εσάς.
Πολλοί από εσάς, όμως, σε αυτές τις εκλογές ετοιμάζεστε να “τιμωρήσετε” τα μεγάλα κόμματα καταψηφίζοντάς τα και επιλέγοντας να ψηφίσετε κάποιο μικρό κόμμα. Αυτή είναι η αρνητική προσέγγιση. Η θετική προσέγγιση είναι να δώσετε την ευκαιρία σε κάποιο διαφορετικό καινούργιο κόμμα να αναδειχθεί.
Όμως, απευθύνω έκκληση στο να μην αφήσετε την οργή σας εναντίον των δύο μεγάλων κομμάτων να σας παρασύρει σε ολέθριες επιλογές. Όχι δεν κάνω έκκληση στο να το ξανασκεφτείτε και να επιλέξετε “για σιγουριά” πάλι κάποιο από τα μεγάλα κόμματα, ούτε με φοβίζει η πιθανότητα της μη-επίτευξης αυτοδυναμίας, καθώς αφ’ ενός στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, αφ’ ετέρου κάθε κατάσταση έχει τις δυναμικές της και τις λύσεις της.
Όταν λέω ολέθρια επιλογή, εννοώ να επιλέξετε κάποιο μικρό κόμμα, το οποίο με μάσκα την κριτική προς το υπάρχον πολιτικό σύστημα δεν επιθυμεί παρά να ανατρέψει την δημοκρατία και τις ελευθερίες, που συνοδεύουν αυτήν. Σκοπός είναι η δημοκρατία μας να γίνει ακόμη καλύτερη, όχι να απειληθεί.

Η διάλυση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης

Posted On Τετάρτη, 12, Σεπτεμβρίου, 2007

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες:

Comments Dropped one response

Ένα από τα αγαπημένα και επαλαμβανόμενα θέματα των συμπολιτευόμενων, και συνήθως αυστηρότερα των “σκληρά παραταξιακών” εφημερίδων, είναι η διαρκής κρίση στην οποία διέρχεται το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ο Αρχηγός του- ο οποίος αμύνεται με νύχια και με δόντια για να μην τον σουτάρουν οι αυτοχρισθέντες δελφίνοι του κόμματος- η οποία “φυσικά” και θα οδηγήσει και στην διάλυσή του με αποτέλεσμα η παράταξη, που υποστηρίζει η εφημερίδα να αποκτήσει μόνιμη κυβερνητική πλειοψηφία και αέναη πολιτική ηγεμονία.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούργιο. Συνεπώς δεν αναφέρομαι μόνο στις συμπολιτευόμενες εφημερίδες αυτής της περιόδου, ούτε- φυσικά- στο κόμμα, το οποίο σήμερα κατέχει τον θεσμικό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Όσο μπορώ να θυμηθώ αυτό αποτελεί μία γενικότερη τάση. Από τις 7 Μαρτίου 2004 διαλύεται το ΠΑΣΟΚ, ενώ μέχρι τότε διαλυόταν η Νέα Δημοκρατία.
Δεν γνωρίζω, εάν αυτές οι αναλύσεις διαθέτουν ψήγματα αληθείας, ούτε και εάν γράφονται από εξειδικευμένους- πάντα- συντάκτες, όπως δημοσιογράφους-πολιτικούς επιστήμονες και μάλιστα ειδικευμένους στον κλάδο των πολιτικών κομμάτων. Πολύ φοβάμαι ότι τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Εάν δεν μπαίνουν τέτοιες αναλύσεις για να καλύπτεται ύλη, το πιθανότερο είναι να μπαίνουν απλώς για την ευχαρίστηση του σκληρού πυρήνα οπαδών του κόμματος, ο οποίος μάλλον δεν πρόκειται να το εγκαταλείψει, ούτε και αμφιταλαντεύεται σχετικά με αυτό.
Σκέφτομαι, όμως, το εξής. Κατ’ αρχάς νομίζω ότι δεν θα ωφελούσε σε τίποτα το πολιτικό σύστημα, εάν κατέρεε το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ιδίως από την στιγμή που διαθέτει, όχι στενά κομματικά, αλλά ευρύτερα παραταξιακά χαρακτηριστικά. Φαντάζεστε στο πολιτικό μας σύστημα να υπήρχε μόνο η Αριστερά ή μόνο η Δεξιά. Πέραν του ότι δεν θα υπήρχε ο έλεγχος, και συνεπώς θα υπήρχε ο πειρασμός για αυθαιρεσίες, μετατρέποντας το πολιτικό σύστημα σε μη-δημοκρατικό, το πολιτικό σύστημα, αλλά και ευρύτερα η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη θα γίνονταν φτωχότερες. Αυτό επείδή δεν θα υπήρχε αντιπαράθεση, σύνθεση και ζύμωμα ιδεών. Ιδέες, που θα οδηγούσαν σε προσπάθειες επίλυσης προβλημάτων.
Όλα αυτά, βέβαια, είναι πολύ πιθανόν οι οπαδοί, που ανήκουν στον “σκληρό πυρήνα” να μην τα σκέφτονται. Δεν σκέφτονται, όμως, ότι μια τέτοια μείζων κρίση στο κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης θα ήταν το πιθανότερο σημάδι ευρύτερης πολιτικής κρίσης, η οποία θα ανατάρασσε συθέμελα το ισχύον πολιτικό σύστημα και θα οδηγούσε σε διάλυση ακόμα και το κόμμα στο οποιό είναι οπαδοί;

Η γκρίνια των διακοπών

Posted On Σάββατο, 8, Σεπτεμβρίου, 2007

Κατηγορία Uncategorized
Ετικέτες:

Comments Dropped leave a response

Καθώς οι θερινές διακοπές βαίνουν- και μάλιστα λόγω εκλογών- και μετά τα πρόσφατα γεγονότα και δυστυχώς λόγω πυρκαγιών- για πολλούς γρηγορότερα- προς το τέλος τους προβληματίζομαι για κάποια δήλωση-ερμηνεία σε σχέση με αυτές, την οποία ακούω τόσο από πολλούς, όσο και αναπαράγεται από τα κανάλια. Το ότι αναπαράγεται από τα κανάλια δεν πρέπει να μάς κάνει εντύπωση, διότι είναι μία απαισιόδοξη δήλωση και ως γνωστόν η (ελληνική) τηλεόραση τρέφεται από την απαισιοδοξία.
Η δήλωση αυτή είναι σε γενικές γραμμές η ακόλουθη: Ο κόσμος δεν πάει διακοπές τώρα, όπως παλιά. Πού τότε που πηγαίναμε έναν μήνα. Τώρα δέκα ημέρες πάμε και αυτές με το ζόρι. Δεν υπάρχουν λεφτά.
Τώρα, βέβαια, το κατά πόσο η γύρα του μαρκουτσοφόρου δημοσιογράφου, ο οποίος βγαίνει κανα δυό τετράγωνα γύρω από το στούντιο και ρωτά αναγάγεται σε “στατιστική έρευνα”, αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο. Υποθέτω, λοιπόν, ότι όπως και ο δημοσιογράφος έχω και εγώ το δικαίωμα στα μικρά αυθαίρετα συμπεράσματά μου, τα οποία έχουν, όμως, μία διαφορετική προοπτική.
Δεν θα διαφωνήσω ότι παλιά οι περισσότεροι πηγαίναμε διακοπές (θερινές) περίπου ένα μήνα. Εκεί που διαφωνώ είναι στο ότι δεν παρατηρούμε τις αλλαγές, που έχουν επέλθει στην ζωή μας. Οι διακοπές, που κάναμε ήταν για πολλούς από εμάς “στο χωριό” με τον παππού και την γιαγιά (ως παιδιά κάναμε παραπάνω από μήνα. Οι γονείς μας ήταν που έκαναν μήνα διακοπές ερχόμενοι κατά τον Αύγουστο στο χωριό για να μας πάρουν μαζί τους στο τέλος του, για να ετοιμασθούμε για το σχολείο). Τώρα που για πολλούς από εμάς οι γονείς μας έχουν γίνει, ήδη, για τα παιδιά μας παππούδες, αλλά ταυτόχρονα μόνιμοι κάτοικοι του άστεως, η έννοια διακοπές στο χωριό τείνει να γίνει κάπως άκυρη. Φυσικά για πολλούς από εμάς δεν υπήρχε παππούς και γιαγιά στο χωριό, και έτσι οι γονείς μας νοίκιαζαν κάποιο σπίτι σε κάποιο παραθαλάσσιο, τις περισσότερες φορές, μέρος. Εάν η δουλειά (του πατέρα συνήθως) ήταν αρκετά απαιτητική ή ο ίδιος ήταν εργασιομανής κλπ, οι διακοπές γίνονταν σε κάποιο παραθαλάσσιο μέρος της ευρύτερης περιοχής, όπου γενικά κατοικούσαμε (π.χ. για τους κατοίκους της Αττικής η Ν. Μάκρη, το Ζούμπερι, το Μάτι, το Σούνιο κλπ).
Δεν ξέρω, εάν υπήρχαν περισσότερα χρήματα τότε για να πηγαίναμε διακοπές, ή ακόμα και λιγότερα, αλλά τότε ήμαστε λιτοί κλπ, αυτό που νομίζω ότι υπήρχε τότε ήταν λιγότερες ευκαιρίες και εναλλακτικές και συνεπώς θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε και χαμηλότερη “ποιότητα” διακοπών. Η έννοια, παραδείγματος χάριν, των χειμερινών διακοπών δεν υπήρχε. Εάν έπαιρνε κάποιος διακοπές τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα ήταν κυρίως για να κάτσει στο σπίτι του, παρά για να πάει κάπου. Στην ουσία, δηλαδή, τις έκαιγε τις ημέρες του, διότι δεν υπήρχε να πάει κάπου. Αντιθέτως σήμερα, κάτι η προσπάθεια ανάπτυξης και χειμερινού τουρισμού, κάτι τα (διακοπο)δάνεια κλπ υπάρχουν πραγματικές ευκαιρίες για διακοπες και μέσα στο χειμώνα. Παλαιότερα δεν άκουγα την περίοδο των Χριστουγέννων ή του Πάσχα: “Σκεφτόμαστε να πάμε στην Αράχωβα, στο Καρπενήσι, στην Καστοριά κλπ”. Τώρα το ακούω ολοένα και συχνότερα. Και ενδεχομένως και να είναι καλύτερα να σπάει κανείς τον εργασιακό του χρόνο, παρά να δουλεύει έντεκα μήνες για να κάθεται τον έναν. Κάτι ανάλογο είχα γράψει και σε σχέση με το σχολικό έτος και την κατανομή των διακοπών του (δείτε κάτι ανάλογο εδώ).
Επιπροσθέτως πολλοί, είτε το χειμώνα είτε το καλοκαίρι, ταξιδεύουν και σε χώρες του εξωτερικού, κάτι που γινόταν λιγότερο, όσο πηγαίνουμε χρονικά προς τα πίσω. Γιατί αυτήν την αλλαγή στην συμπεριφορά των διακοπών δεν μάς την λένε τα κανάλια, αλλά προβάλλουν την μιζέρια;

29/8/2007 Συγκέντρωση με Μαύρα

Posted On Πέμπτη, 6, Σεπτεμβρίου, 2007

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , ,

Comments Dropped 2 responses

Διά μέσου των blog, αλλά και μέσω ενός sms πληροφορήθηκα και εγώ για την συγκέντρωση της 29/8 με μαύρα. Προώθησα το sms στον spikon, αλλά εγώ δεν είχα σκοπό να πάω, όπως και δεν πήγα. Τώρα ο spikon δεν γνωρίζω τί εποίησε. Θα ήθελα να γράψω τους λόγους για τους οποίους δεν πήγα. Αισθάνομαι ότι το άρθρο μου θα είναι μπερδεμένο και θα έχει αναφορές στον αυτοβαυκαλισμό που έχω πολλες φορές διακρίνει ότι υπάρχει σε εμάς τους blogger. Ας αρχίσω, όμως, με μια εξομολογητική εντιμότητα:
1) Δεν πήγα στην συγκέντρωση, διότι αισθάνομαι άβολα με πορείες κλπ, με φοβίζει η βιαιότητα, που συνήθως ανακύπτει (μπορεί οι οργανωτές των πορειών και τα μέλη τους να μην ευθύνονται για αυτό, ούτε και να το θέλουν και κάποιοι να τις καπηλεύονται, αλλά νομίζω ότι τις περισσότερες φορές προκύπτουν πράξεις βίας). Ενδεχομένως να είμαι και συστημικός: να πιστεύω στην αστική δημοκρατία. Ξέρω πολλοι θα σκεφτείτε και ενδεχομένως να μού σχολιάσετε, ότι εάν σκέφτονταν όλοι όπως εγώ, δεν θα είχε γίνει η Γαλλική Επανάσταση, ούτε ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας του 1821 κλπ. Αφού έβαλα το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, αυτό που με φοβίζει είναι όταν η Επανάσταση διολισθαίνει σε Terreur.
2) Δεν πήγα στην συγκέντρωση, διότι ήταν- και δεν αποτελεί κάτι το πρωτότυπο-, κατά την γνώμη μου, μία μορφή πρωτόγονης δημόσιας τελετής σε σύγχρονο περιβάλλον. Υποθέτω ότι κάποτε έβρισκαν την παραβατική προσωπικότητα της κοινότητας (ή τον τρελλό), τού φορτώναν όλες τις πράξεις και τις παραλείψεις, τον έδιωχναν (είτε σε άλλο τόπο, είτε από την ίδια την ζωή) και… ουφ ακηλίδωτη η πλάκα της συνείδησής τους. Κάποιοι άλλοι φορτώναν τις αμαρτίες τους σε κάποιο ζωό. Για τις πρόσφατες φωτιές στα δάση φταίνε οι άλλοι και στην συγκεκριμένη περίπτωση οι πολιτικοί. Ποτέ εμείς! Εμείς πάντα άμεμπτοι: δεν επιβαρύνουμε το περιβάλλον, πετάμε το χαρτομάντηλο, που φυσήξαμε την μύτη μας πάντα στο καλαθάκι, και κυκλοφορούμε συνεχώς με μια σκούπα και ένα φαράσι. Διότι η στάση μας προς το δάσος δεν στέκει αποκομμένη από την υπόλοιπη αντίληψη προς το περιβάλλον. Κατηγορούμε τους άλλους: την παγκοσμιοποίηση, τον “ανάλγητο”, τους πολιτικούς ότι ξεζουμίζουν το περιβάλλον για τα κέρδη και δεν βλέπουμε ότι το πιθανότερο είναι πως και εμείς οι ίδιοι συμπεριφερόμαστε έτσι. Κάνουμε σαν τον άτεγκτο γυμνασιάρχη, που μόλις κλείσει την πόρτα ο αποβληθείς μαθητής -επειδή τον συνέλαβαν με τσοντοπεριοδικό- βυθίζεται στο έντυπο και το ρουφάει κάνοντας “τς,τς,τς” με την μέγιστη υποκρισία. Να πάρει! Δεν υπάρχει τρόπος να συνδυάσουμε και σεβασμό στο περιβάλλον και κέρδη και ανάπτυξη και όλα αυτά στις πραγματικές τους διαστάσεις χωρίς υποκριτικούς εξορκισμούς;
3) Δεν πήγα στην συγκέντρωση, διότι με φοβίζει αυτή η αντίληψη περί συλλογικής ευθύνης: “Φταίνε όλοι οι πολιτικοί!”. Αυτή η αντίληψη οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς, όπως μάς διδάσκει η ιστορία. Εάν κάτι “φταίει” είναι η αμέλειά μας, η μη-αγάπη μας για το περιβάλλον. Εάν κάτι φταίει (συγκεκριμένα) είναι ο εμπρηστής (εκ προθέσεως ή εξ αμελείας) που καταδικάσθηκε τελεσίδικα ως τέτοιος. Η κουλτούρα της συλλογικής ευθύνης και ενοχής πέρα από τις επικίνδυνες ατραπούς μπορεί να οδηγήσει και σε συλλογική παραλυσία.
4) Δεν πήγα στην συγκέντρωση (στο μέτρο που οργανώθηκε από μπλόγκερ) επειδή: i) συγκεκριμένος κομματικός σχηματισμός δείχνει να θέλει να πατρονάρει το κίνημα των ιστολογίων. Μα πολιτικά τα ιστολόγια δεν ανήκουν μόνο σε μία πολιτική κατεύθυνση. Υπάρχουν αριστερά, δεξιά, κεντρώα και προφανώς θα υπάρχουν ακόμα και ιστολόγια, τα οποία θα είναι εξτρεμιστικά. ii) έχουμε μία φαντασίωση εμείς οι blogger ότι είμαστε η επιτομή της καλοσύνης, της αγνότητας, της πρωτοτυπίας και του αλτρουισμού σε σχέση με τα παραδοσιακά ΜΜΕ και με τους πολιτικούς, Α, ναι! Είμαστε τόσο προχώ, όπου πολλές φορές ο διάλογος μεταξύ των ιστολογίων ή των ιστολογίων και των σχολιαστών τους έχει το εξής ιδεοτυπικό υψηλό επίπεδο: blogger X “Νομίζω Α” blogger Ψ “Χ είσαι βλάκας!”, blogger X “Τί είπες ρε….;” blogger Ψ: “Το παίρνω πίσω είσαι ***********” ,blogger X “Να σού καεί η μητρική θα σε πάω στα δικαστήρια, πού κρύβεσαι πίσω από την ανωνυμία!” blogger Ψ: “Θα σε πάω και ‘γω” κ.ο.κ. Είναι, λοιπόν, λανθασμένη -κατά την γνώμη μου- η μανιχαϊστική προσέγγιση: ότι όλα τα blog είναι καλά άγια, φορείς του νέου και ότι τα παραδοσιακά μέσα είναι κακά φαύλα και φαυλεπίφαυλα και ότι οι πολιτικοί και η πολιτική είναι κακοί/ή αντιστοίχως. Έκτος του ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε ψυχραιμότερα τα παραδοσιακά μέσα και την πολιτική, καθώς το blogging, υποθέτω, ότι ωριμάζει θα πρέπει αντιστοίχως και να είμαστε αυτοκριτικοί. Ο ψηφιακός απαγορευμένος καρπός έχει δοκιμασθεί καιρό τώρα και είμαστε έξω από τον ψηφιακό Παράδεισο, στον πραγματικό ψηφιακό κόσμο, του οποίου και πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τα “πλην”.
5) Δεν πήγα στην συγκέντρωση, διότι αυτή η συλλογική απαξίωση της πολιτικής εκτός του ότι αδικεί τους άξιους πολιτικούς βάζοντάς τους όλους στο ίδιο καζάνι, παραδίδει την επιλογή των πολιτικών και τον έλεγχό τους στους άλλους. Απαξιώνοντας την πολιτική, αφήνω τους άλλους να αποφασίσουν για εμένα. Και νομίζω ότι είναι προτιμότερο να κάνω λάθος επιλογές πολιτικού προσωπικού, το οποίο θα με εκπροσωπήσει, παρά να απεμπολήσω το δικαίωμά μου. Πέραν τούτων η πολιτική είναι μία δυναμική διαδικασία και είναι υπεραπλουστευτικό να θεωρούμε ότι οι πολιτικοί δεν κάνουν τίποτα, επειδή δεν επιτυγχάνεται το τέλειο. Είναι κατά την γνώμη μου αντίστοιχο του “κάνε με Πρωθυπουργό για μια ημέρα και θα δεις, τί θα κάνω!”. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει κριτική. Αλλά μια πορεία συνήθως δεν έχει σχέση, ούτε με κριτική, ούτε με προτάσεις, αλλά απλώς με συναισθηματικό ξέσπασμα.
Το βράδυ πριν πάμε για ύπνο ας μην ξεχάσουμε τα φώτα αναμμένα. Νομίζω ότι αυτό θα προσφέρει περισσότερο στο περιβάλλον από μία πορεία. Στο κάτω κάτω, τί νόημα έχει να καλούμε τους άλλους να αλλάξουν συμπεριφορά, εάν δεν το κάνουμε εμείς οι ίδιοι;