Ανακοίνωση-Announcement
Έκανα ορισμένες αλλαγές στους τίτλους των ποστ, όπως και το πώς αναγράφονται
στην σελίδα διευθύνσεων. Όσοι έχετε συνδέσμους προς αυτά, εάν θέλετε κάνετε τις
απαραίτητες διορθώσεις ώστε να υπάρχει παραπομπή σε αυτά και όχι παραπομπή σε
σελίδα σφάλματος.
Ευχαριστώ.
I have made some changes regarding post titles and their appearence on the address line. Whoever has any link towards them is invited to make, if he desires to, the necessary updates so as there is a valid link and not a link towards an error page.
Thank you.
Οργανικά προϊόντα
Όποτε μπορούμε στο σπίτι μου, μάς επιτρέπουμε την πολυτέλεια αγοράς και κατανάλωσης “βιολογικών-οργανικών” προϊόντων. Αναφέρομαι σε πολυτέλεια, επειδή τα προϊόντα αυτά συνεχίζουν να είναι ακριβότερα σε σχέση με τα “συμβατικά”. Επίσης βάζω και εισαγωγικά, καθώς δεν γνωρίζω ποίοι είναι οι επακριβείς τεχνικοί όροι. Ίσως ορθότερο να ήταν να έγραφα προϊόντα μη-εντατικής εκτροφής/καλλιέργειας ή προϊόντα εκθρεμμένα και καλλιεργημένα με φυσικές μεθόδους. Δεν ξέρω, ας επιμείνω, λοιπόν, στην ορολογία “βιολογικα-οργανικά”, έστω και εάν κάνω λάθος.
Ενδέχεται, βέβαια, οι περισσότεροι από εμάς να κάνουμε λάθος από την στιγμή, που είμαστε οι καταναλωτές του τελικού προϊόντος και δεν έχουμε καθόλου ιδέα για την διαδικασία της παραγωγής του.
Είναι η άγνοιά μου, λοιπόν, όπως και κάτι, που συγκρούεται με την στοιχειώδη λογική, τα οποία αρχίζουν σιγά σιγά να με κάνουν όχι ενάντιο -διότι θεωρώ ότι με σωστό τρόπο οι νέες μέθοδοι μπορούν να αποδώσουν και στον άνθρωπο και στο περιβάλλον- αλλά κάπως σκεπτικό.
Πρέπει να σημειωθεί ότι θεωρείται λάθος η ταύτιση από ορισμένους των “βιολογικών-φυσικών” προϊόντων με διαδικασίες, όπου δεν έχουν εμπλακεί γεωπόνοι και κτηνίατροι. Κατανάλωση τέτοιων προϊόντων μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνη με την κατανάλωση συμβατικών προϊόντων, όπου οι παραγωγοί έχουν υπερβεί τις οδηγίες των ειδικών και επικινδυνότερη από την κατανάλωση συμβατικών προϊόντων, όπου η παραγωγή τους έχει γίνει με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Μπορεί να σημαίνει την καλλιέργεια προϊόντων σε ακατάλληλα εδάφη ή την εκτροφή ζώων με λάθος τροφές. Πώς θα σάς φαινόταν να καταναλώνατε κάποια λαχανικά, που -ναι δεν παρεμβλήθηκε καθόλου ο γεωπόνος με τα φάρμακά του, αλλά λόγω της απουσίας του- καλλιεργήθηκαν σε έδαφος μολυσμένο; Ή το να τρώγατε κατσικάκι. το οποίο βόσκησε σε χωματερές; Δεν νομίζω ότι θα σας άρεσε. Ούτε και σε εμένα.
Πρώτον, πώς γνωρίζουμε -ιδίως στην περίπτωση των χύδην φρούτων και λαχανικών- ότι είναι όντως “βιολογικά-οργανικά”; Καλή τη πίστει ας το δεχθούμε. Αλλά ακόμα και στα συσκευασμένα “βιολογικά” βάσει καλής πίστης κινούμαστε. Εξάλλου και στα “συμβατικά” προϊόντα βάσει καλής πίστης οφείλουμε ( είμαστε αναγκασμένοι) να κινούμαστε. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο παραγωγός “συμβατικών” σταμάτησε την χορήγηση φαρμάκων και ορμονών, όταν έπρεπε, δεν επιτάχυνε τον ρυθμό της ανάπτυξής τους. Το ίδιο και με τα κρέατα είτε είναι συμβατικά είτε οργανικά είτε είναι “συσκευασμένα” είτε χύμα: ότι έχουν εκτραφεί κλπ βάσει των παραδεδεγμένων πρακτικών. Δεν ξέρω εάν προέρχονται από τους ίδιους τους “οργανικούς” παραγωγούς ή από “καλοθελητές”, οι οποίοι δρουν αυθαιρέτως αντ’ αυτών, αλλά δεν νομίζω ότι τους τιμούν διάφορες φήμες που κυκλοφορούν και που υπαινίσσονται ότι όλη η συμβατική παραγωγή δεν παράγεται όπως πρέπει κλπ και συνεπώς πρέπει να στραφούμε όλοι στην “οργανική” παραγωγή. Υπάρχουν οι Α, Β, Γ, Ω παραγωγοί, βιομηχανίες μεταποίησης κλπ που δεν πράττουν τα δέοντα. Αυτή η κουλτούρα της συνομωσιολογίας και της εκ των προτέρων καταδίκης υπάρχει και αλλού με συνέπειες ακόμα και στην ανάπτυξη και την απασχόληση, καθώς βλέπουμε να έχει υιοθετηθεί ως τρόπος σκέψης, θεμελιώδης μάλιστα, από την εισαγγελεύουσα τηλεόραση.
Δεύτερον και εδώ βρίσκεται η ουσία της απορίας μου. Το βιολογικό προϊόν πρέπει να είναι πιο σπάνιο, λόγω της χρήσης μη εντατικών μεθόδων, λόγω εποχικότητας κλπ, όμως έχω την αίσθηση ότι αυτό δεν συμβαίνει, αλλά υπάρχει και αυτό σε επαρκείς ποσότητες, είναι σχεδόν μαζικό. Πώς το σκέφτομαι αυτό; Από την εικαζόμενη καταναλωτική συμπεριφορά σε σχέση με την εικαζόμενη καταναλωτική συμπεριφορά που υπήρχε σε παλαιότερες εποχές. Για να απλοποιήσουμε τα πράγματα ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μόνο το βόειο κρέας και ότι τα βρώσιμά του τμήματα είναι το φιλέττο και η μπριζόλα (καλά κομμάτα) και το μυαλό και τα “αμελέτητα” (κομμάτια δεύτερης διαλογής). Τα παλιά τα χρόνια, στα χρόνια της ψευδωνύμου αθωότητος ο καταναλωτής σπάνια κατανάλωνε τα τμήματα δεύτερης διαλογής, όχι επειδή ήταν τέτοια, αλλά επειδή ήταν ακόμα και αυτά ακριβά σε σχέση με τα φρούτα, λαχανικά και όσπρια που αποτελούσαν το κύριο μέρος της διατροφής του, και ακόμα σπανιότερα ή και (σχεδόν) ποτέ τα καλά κομμάτια. Η εξέλιξη της επιστήμης, η εκβιομηχάνιση κλπ επέτρεψαν σε ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού να έχει συχνότερη πρόσβαση στο ιδεοτυπικό βόειο κρέας (σε όλα του τα κομμάτια), ενώ η περαιτέρω άνοδος του βιοτικού επιπέδου σε συνδυασμό με τις όποιες υπερβολές στην σχεδόν αποκλειστική ζήτηση των “καλών κομματιών”. Πράγματι, εάν κοιτάξετε γύρω σας, πολλοί λίγοι άνθρωποι και ίσως στα πλαίσια της τόλμης θα φάνε κομμάτια, όπως το μυαλό. Οι περισσότεροι από εμάς θα επιμείνουν στα καλά κομμάτια. Σχηματικά με λίγα λόγια, κάποτε το ιδεοτυπικό μας βόδι έτρεφε τέσσερις: ένας θα έπαιρνε το φιλέττο, ένας την μπριζόλα, ο άλλος το μυαλό και ο άλλος τα αμελέτητα. Από μια εποχή και μετά συμπεριλαμβανομένης της σημερινής χρειάζονται δύο βόδια για να τραφούν τέσσερις, αφού θα χρησιμοποιηθούν οι μπριζόλες και τα φιλέττα, ενώ τα κομμάτια δεύτερης διαλογής θα πεταχθούν. Αντιοικονομική και αντιοικολογική παραγωγή, αφού υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση και επιβάρυνση για διατροφή των ζώων, αχρήστευση τροφής και ό,τι αυτή μπορεί να προσφέρει, έστω και ως δεύτερης διαλογής κλπ. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι και οι οργανικοί παραγωγοί σε αυτήν την ζήτηση ανταποκρίνονται, συνεπώς επιβαρύνουν και αυτοί το περιβάλλον με την εκτροφή δύο ιδεοτυπικών βοδιών αντί για ένα, έστω και εάν γίνεται με οργανικό τρόπο και εκεί έγκειται ο σκεπτικισμός μου. Επιπλέον, πώς ανταποκρίνονται στην “βιομηχανική” ζήτηση με μη-βιομηχανικό” τρόπο; Κάτι ανάλογο και με τα λαχανικά, εάν και εδώ έχει επανέλθει ( ή ποτέ δεν είχε φύγει) η ιδέα του κάθε λαχανικού κλπ στην εποχή του. Ακόμα, όμως, και τότε εμμένουμε περισσότερο σε ένα είδος αντί να μοιράζουμε την ζήτησή μας.
Το δικαιώμα στην (μη) πίστη.
Το συγκεκριμένο θέμα, το είδα από το απόσπασμα της εκπομπής, που κανάλι είχε βάλει στο δελτίο ειδήσεών του ενδεχομένως για να γεμίσει το χρόνο του. Ενδεχομένως, επειδή το κανάλι θεωρείται “αντιπολιτευτικό”, να μην επανέλαβε το θέμα του με το σκεπτικό της προάσπισης της ανεξιθρησκείας του δικαιώματος να (μην) πιστεύεις κλπ, αλλά απλώς για αντιπολιτευτικούς λόγους και για να χτυπήσει την Κυβέρνηση (παρ’ ολ’ αυτά το θέμα είναι σημαντικό). Δεν είδα ούτε την ίδια την εκπομπή, ούτε το τί ενδεχομένως προηγήθηκε.
Αναφέρομαι στην διαμάχη μεταξύ του κυρίου Σούρλα και του επιτίμου Α-ΓΕΝ.
Εάν ο επίτιμος Α-ΓΕΝ αναφέρθηκε σε “παραμύθια” και μάλιστα με απαξιωτικό τρόπο, επειδή πιστεύω, θα δικαιολογούσα κάποια αντίδραση του κ. Σούρλα, αλλά ως εκεί. Να υπενθυμίσει στον συνομιλητή του ότι είναι σεβαστές οι απόψεις του, αλλά ότι δεν μπορεί να προσβάλλει τις πεποιθήσεις όσων πιστεύουν. Και η αναφορά σε “παραμύθια” μού θυμίζει περισσότερο απαξίωση των άλλων, παρά επιχειρηματολογία.
Όμως, ο κ. Σούρλας προχώρησε περισσότερο. Λίγο πολύ, όπως κατάλαβα διαβάζοντας τα σχόλια σε μπλογκς, εφημερίδες κλπ. θεώρησε ότι ο επίτιμος Α-ΓΕΝ κακώς χρημάτισε τέτοιος, και ότι θα πρέπει να παραιτηθεί ( ή να τού αφαιρέσουν τον τίτλο του επιτίμου).
Λυπάμαι, αλλά η αντίδραση του κ. Σούρλα ήταν ακατανόητη και προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση, εάν σκεφτεί κανείς ότι είναι μέλος ενός κόμματος, που τα στελέχη του αναφέρονται σε αυτό ως η “φιλελεύθερη παράταξη” ( για το θέμα της πολιτικής έκφρασης του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα, δύο άρθρα του Πάσχου Μανδραβέλη, διαφωτιστικότατα κατά την γνώμη μου). Αυτό, που πρέπει να ενδιαφέρει τον κ. Σούρλα, αλλά και όλους μας είναι εάν ο τωρινός επίτιμος Αρχηγός, άσκησε τα καθήκοντά του, όπως όφειλε και εάν στην απευκταία περίπτωση ενός πολέμου θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις του. Πέραν τούτων ουδέν. Η (μη) πίστη κάποιου δεν προσδίδει περισσότερες ή λιγότερες ικανότητες στο να γίνει ή όχι Α-ΓΕΝ. Δεν πρόκειται για την περίπτωση ενός Μητροπολίτη ή ενός ιερέα, που δηλώνει “άθεος” ή ότιδήποτε άλλο. Εκεί η κριτική, η στηλίτευση, η αποπομπή (όλα φυσικά με τις νενομισμένες διαδικασίες) είναι αναμενόμενα. Τώρα, που το σκέφτομαι καλύτερα καθώς γράφω, είναι αναμενόμενα σε χώρες όπου υπάρχει η στοιχειώδης λογική- έστω ο λεγόμενος “κοινός νους”- όχι, όμως, εδώ που το είδος έχει εκλείψει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Εδώ θεωρείται λογικότατο να “φρίττουμε” με τον όποιον Α-ΓΕΝ (ή όποιον άλλον), που δηλώνει άθεος, άθρησκος, 12θεϊστής, Μάρτυς του Ιεχωβά κλπ. Παράλληλα θεωρούμε λογικότατο να βλέπουμε ιερείς, που αποπέμφθηκαν, διότι σε ομιλίες τους κλπ αρνήθηκαν βασικές διδαχές της Εκκλησίας να στρέφονται δικαστικά για να ακυρωθεί η αποπομπή τους. Μπορεί κάποιοι να διαφωνουν με τα πιστεύω και τις διδαχές της Εκκλησίας, κάποιοι να μην διαφωνούν, αλλά να (μην) είναι ενεργά μέλη, αλλά τα “στελέχη” από τα χαμηλότερα (πρεσβυτέρους) μέχρι τα υψηλότερα (επίσκοποι-μητροπολίτες, Αρχιεπίσκοπος) οφείλουν να τις ακολουθούν ή έστω να προσπαθούν. Είναι όπως η συμμετοχή σε μία λέσχη. Υπάρχουν κανόνες και όποιος δεν μπορεί ή δεν θέλει να τους ακολουθήσει φεύγει είτε οικειοθελώς είτε με αποπομπή. Εδώ, όμως, όπου η αλληλεμπλοκή Εκκλησίας και Κράτους είναι μεγάλη και που το ιερατικό λειτούργημα ανήκει πλέον στην έννοια του “δημοσίου υπαλλήλου” (δυστυχώς για πολλούς “λειτουργούς” της θρησκείας με όλες τις αρνητικές συνυποδηλώσεις της έννοιας) βλέπουμε τέτοιες συμπεριφορές, όπως αυτήν με τον “άθεο” ιερέα, που στρέφεται κατά της αποπομπής του. Μήπως η Εκκλησία θα έπρεπε να σκεφτεί καλύτερα το ζήτημα των σχέσεων της με το Κράτος και να ξεκινήσει η ίδια αγώνα για να αποχωρισθεί από αυτό;
Τα παραπάνω δείχνουν ότι στην Ελλάδα απουσιάζουν η λογική, ο κοινός νους, η ανεκτικότητα, η ανοχή, ο σεβασμός στο διαφορετικό κλπ. Θλιβερή διαπίστωση και ακόμα θλιβερότερο ότι τέτοιες ιδέες και συμπεριφορές συναντώνται και από άτομα νεώτερης ηλικίας, που υποτίθεται ότι είναι πιο ανοικτά κλπ.
Προσωπικά πρέπει να πω, ότι εάν και πιστεύω -το έχω προαναφέρει, δεν εκτιμώ ή όχι τους ανθρώπους από το εάν πιστεύουν (και πού/ ή σε τί) ή όχι. Έχω συναντήσει ανθρώπους αθεϊστές, οι οποίοι είναι άκρως ενδιαφέροντά άτομα και που, εάν και διαφωνούμε αμοιβαίως, σεβόμαστε ο ένας την γνώμη του άλλου και ενδεχομένως βλέπουμε μέσω της συζήτησης, κάθε φορά με άλλο μάτι, ο καθένας την κοσμοθεωρία του.
Κλέινοντας μία ενδιαφέρουσα παραπομπή στο WIRED για τον νέο αθεϊσμό, ο οποίος πολλές φορές φαίνεται να ομοιάζει με θρησκόληπτη σταυροφορία.
Ερωτήσεις-Πολυτεχνείο
Η κορύφωση των εορτασμών για την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, ενάντια στην δικτατορία των συνταγματαρχών είναι η κατάθεση στεφάνων στον ιστορικό χώρο του Ιδρύματος και η πορεία προς την Αμερικανική Πρεσβεία.
Η τελευταία συνιστώσα της κορύφωσης των εορτασμών μού δημιουργεί ορισμένες απορίες, τις οποίες και διατυπώνω:
1) Έστω ότι αποδεδειγμένα η δικτατορία ήταν αμερικανοκίνητη, έγινε ανεκτή από αυτήν κλπ. Πού βρίσκεται το μέτρο της δικής τους ευθύνης και πού το δικό μας; Της αποτυχίας μας, δηλαδή, να διαφυλάξουμε την τότε δημοκρατία; Μήπως είναι-μεταξύ άλλων- και βολικό να βρίσκουμε παντού υπευθύνους εκτός από τους εαυτούς μας;
2) Η ίδια υπόθεση με την προηγούμενη, δηλ, οι ΗΠΑ φταίνε. Όμως, είναι δυνατόν να καταδικάζεται μία χώρα και ο λαός της στο διηνεκές; Εϊναι δυνατόν να αποδεχόμαστε κληρονομική και συλλογική ευθύνη και ενοχή;
“Πονηρές” λέξεις-”πονηρές” σκέψεις
Τετάρτη, 15, Νοεμβρίου, 2006
Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: (ΠΙΚΡΟ) ΧΙΟΥΜΟΡ, ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ, Τα μικρά
1) Τού πήρε μια πίπα…..
2) Την έβαλε να πέσει στα τέσσερα….
3) Ήταν αδιάθετη…..
4) Την πήρε από πίσω….
5) Πονούσε και τα βογγητά της ακούγονταν μέχρι και το διπλανό διαμέρισμα….
6) Έχυσε……
1)…..σκαλιστή από αγριοτριανταφυλλιά, δώρο, μπας και -όπως λένε- ο μπελάς της προετοιμασίας τον οδηγήσει στο να παρατήσει το κάπνισμα.
2)….και να πιάσει το περιοδικό, που είχε γλυστρίσει κάτω από τον καναπέ, διότι του πονούσε η μέση του και δεν μπορούσε να σκύψει.
3)….είχε ανεβάσει λίγο πυρετό και βήχα.
4)…ζαλίζοντάς την για να τής δώσει το τηλέφωνό του.
5)…αυτή η αφηρημάδα της να πιάσει το καυτό ταψί χωρίς τα ειδικά γάντια.
6)…ποτάμια τον ιδρώτα, προσπαθώντας να μεταφέρει την βαριά βιβλιοθήκη από το ένα δωμάτιο στο άλλο.
Δεν νομίζω να υποθέσατε τίποτα άλλο διαβάζοντας τις πρώτες αριθμημένες προτάσεις. Εξάλλου, εάν δεν υπάρχουν πονηρές λέξεις, γιατί να υπάρχουν πονηρές σκέψεις;
Έχετε παρατηρήσει με πόση ουδετερότητα άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας χρησιμοποιούν ρήματα, όπως “χύνω”, φράσεις όπως “ήταν αδιάθετος”, ουσιαστικά, όπως “πίπα” με απόλυτη ουδετερότητα, όταν εμείς οι νεώτεροι είτε θα υπομειδιάσουμε είτε θα χρησιμοποιήσουμε άλλα ρήματα, φράσεις και συντάξεις για να πούμε το ίδιο πράγμα (πχ: ήταν ψιλοάρρωστη, αντί ήταν αδιάθετη). Οι λέξεις, όμως, και οι φράσεις δεν λειτουργούν μόνες τους, αλλά στο ευρύτερό τους περιβάλλον. Όταν υπομειδιούμε σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας που λένε κάτι το “σοκαριστικό” (έτσι το θεωρούμε εμείς διότι ο “πουριτανισμός” μας δεν έχει την υπομονή να τούς επιτρέψει να ολοκληρώσουν αυτό, που θέλουν να πουν) αυτοί προφανώς θα σκέφτονται “έλα παππούλη μου να σου δείξω το γλωσσοκίνκυ αμπελοχώραφά σου!”
Σκέφτομαι το συγκεκριμένο ρήμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εργαστικό;
Η έμπνευση για αυτό το πόστ προέρχεται από σχόλιο, που έκανα εδώ. Ξέρετε τώρα λογική του τύπου: το βίντεο θεωρείται παρωχημένο-η λέξη προέρχεται από κάποιον λατινικό γλωσσικό τύπο- τα κλασσικά Λατινικά είναι αυτά, που έγραψε ο Κικέρων, δηλ από τα βίντεο στον Κικέρωνα, άσχετα πράγματα δηλαδή.
Θέλω χρόνο!!!
Αισθάνομαι ότι μου λείπει χρόνος. Ότι μου λείπει πολύς χρόνος. Αισθάνομαι επίσης ότι είμαι ατάλαντος, αλλά “ευτυχώς” αρκετά φιλομαθής και περίεργος. Μάλιστα, δεν καταλαβαίνω όλους αυτούς, οι οποίοι θεωρούν την μάθηση και την περιέργεια ως κάτι το “παιδικό”, τα οποία πρέπει να παύουν με την είσοδο στην ενήλικη (άντε στην επαγγελματική) ζωή.
Σκεφτόμουν τα παραπάνω διαβάζοντας αυτό το πόστ. Ο κ. Δήμου, φιλοξενούμενος στο blog του γάτου Don, μάς προτείνει τρία βιβλία. Δεν έχει σημασία, εάν είναι καλά ή άσχημα, εάν θα τα επιλέξουμε να τα διαβάσουμε ή όχι (προσωπικά, αυτό που από καιρό μου κινούσε την περιέργεια, πριν να διαβάσω την συγκεκριμένη καταχώρηση, ήταν το Αμερικανική Φούγκα. Το δε Μονοπάτι στην Θάλασσα μου θύμισε ότι κάπου αφημένο στην βιβλιοθήκη μου, δώρο που ακόμα να διαβαστεί, βρίσκεται το Ο Χορός των Ρόδων.)
Το πρωί, που κατέβηκα στην αγορά για να αγοράσω ένα δώρο στην ανηψιά μου, που γίνεται ενός (της πήρα ένα μικρό βιβλιαράκι. Κατάλληλο για τα χεράκια της, εάν όχι τώρα τουλάχιστον σε λίγους μήνες. Να μπορεί να το πιάσει, να το επεξεργασθεί και να διδαχθεί να αγαπά και να εκτιμά το βιβλίο. Για αυτό και δεν της πήρα κάποιο παραμύθι για μεγαλύτερες ηλικίες. Όχι ότι δεν θα καταλάβαινε το παραμύθι ( ή ότι οι λέξεις του παραμυθιού δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να συνεχίσει να μαθαίνει λέξεις, προτάσεις, την γλώσσα και τον ρυθμό της), αλλά δεν ήθελα το βιβλίο να είναι απομακρυσμένο από αυτήν, για να μην το χαλάσει, μετατρεπόμενο έτσι σε απόμακρο, “φετιχιστικό” αντικείμενο). Πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο, λοιπόν, και μέσα σε ένα πεντάλεπτο βρήκα τουλάχιστον δυο-τρία βιβλία, που θα ήθελα να τα διαβάσω. Κρατήθηκα να μην αγοράσω, αφού ήδη έχω ξεκινήσει και διαβάζω:
Τον 1ο τόμο από το Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο (από την μεριά του Σουάν) του Μαρσέλ Προύστ. Είναι αλήθεια ότι το είχα αφήσει για λίγο καιρό, αλλά το ξαναέπιασα και τώρα μου μένουν “μόνο” οι τελευταίες εκατό, περίπου, σελίδες. Και οι υπόλοιποι τόμοι…
Το Υψηλό Αντικείμενο της Ιδεολογίας του Σλάβοϊ Ζίζεκ. Εδώ δεν καταλαβαίνω τίποτα. Οπότε είτε ο τύπος δεν λέει τίποτα, αλλά κρύβει την κενότητα του λόγου του στην στρυφνή διατύπωση, είτε εγώ έχω IQ ραδικιού ή φυστικιού. Πάντως, σε κάθε περίπτωση έχω σοβαρές αμφιβολίες, εάν ο συγκεκριμένος διανοούμενος είναι όντως φιλόσοφος ή είναι κάτι άλλο.
Το Μόμπιους Ντικ του Άντριου Κρούμιι. Η αναφορά που κάνει στον Λακάν, ο οποίος λέει ότι είπε πως η τετραγωνική ρίζα του μείον ένα ισούται με το ανδρικό “μόριο” (τί ευφημισμός και αυτός) σε στύση, μού ενσπείρει ακόμα μεγαλύτερες αμφιβολίες για την χρησιμότητα καψίματος των εγκεφαλικών μου κυττάρων διαβάζοντας Ζίζεκ (ο τελευταίος υποτίθεται ότι αναπτύσσει το σκεπτικό του σχολιάζοντας κλπ την σκέψη του Λακάν). Μόλις δε τελείωσα τα Πυθαγόρεια Εγκλήματα του Τεύκρου Μιχαηλίδη. Ενώ λίγες ημέρες πιο πισω το ο Γάλλος μαθηματικός του Τομ Πετσινίς.
Το Η Θεραπεία του Ντέηβιντ Λότζ
Το Villa Incognito του Τομ Ρόμπινς.
Επίσης, με αραιότερους ρυθμούς, το Ο Αιώνας μου του Γκύντερ Γκρας, το Συναρπαστικά Χρόνια του Χόμπσμπάουμ, το Στοχασμοί ενός Απολιτικού του Τόμας Μάνν (και εδώ, επίσης, χάνω πολλά αμφιβάλλοντας για την διανοητική μου ικανότητα). μου μένουν μερικές σελίδες από το Harry Potter und der Stein der Weisen, το Ο Μαγικός Κύκλος μάλλον το έχω ψιλοεγκαταλείψει προς το παρόν. Σε όλα αυτά τα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε άρθρα περιοδικών, εφημερίδες, διάφορα άλλα δοκίμια κλπ.
Και είναι τόσα άλλα που θέλω να διαβάσω είτε από την νεώτερη βιβλιοπαραγωγή είτε από την παλαιότερη και κλασσικότερη. Όχι μόνο σε λογοτεχνία, αλλά και σε φιλοσοφία, σε ιστορία, σε επιστήμη σε, σε, σε,σε…
Πέρα από τα αναγνώσματα είναι και πλήθος μουσικής, που θέλω να ακούσω, blogs που επιθυμώ να διαβάσω, θεατρικά που θέλω να δώ, συναυλίες, εκθέσεις κλπ κλπ.
Αισθάνομαι μειονεκτικά και ότι είμαι χαζός (όχι επειδή δεν καταλαβαίνω τον Ζϊζεκ, αυτό το αναφέραμε πιο πάνω), αλλά με την άνεση, που λένε οι άλλοι ότι έχουν διαβάσει Κάντ (έχουν διαβάσει ΟΛΟ το έργο του;), Σπινόζα (αντίστοιχη ερώτηση), το Πόλεμος και Ειρήνη (όλο;) γνωρίζουν τα πάντα για το θέατρο κλασσική και νέα παραγωγή, την τέχνη, την επιστήμη κλπ κλπ, ενώ παράλληλα είναι και επιτυχημένοι επαγγελματίες, φοιτητές, μαθητές δοσμένοι στην κύριά τους απασχόληση, αλλά ταυτόχρονα άριστοι φίλοι, σύντροφοί με κατανόηση του κόσμου κλπ.
Όσοι ανήκετε σε αυτούς τους τυχερούς, πώς τα καταφέρνετε;
Οδηγητική-νομική απορία
Υποθέτουμε ότι κάποιος οδηγεί σ’ έναν δρόμο (Α) και φτάνει σε μιά διασταύρωση με έναν άλλο δρόμο (Β). Προσπαθεί να τον διασχίσει (ή προσπαθεί να εισέλθει σε αυτόν) και μή έχοντας επαρκή ορατότητα συγκρούεται με κάποιο όχημα, το οποίο βρίσκεται, ήδη, στον δρόμο Β. Καθώς η κίνηση στον δρόμο Β είναι προτεραιότητας, ο (εγεγγραμένος) οδηγός, που βρισκόταν στον Α, έχει την ευθύνη για την αποκατάσταση των ζημιών.
Η απορία μου είναι η ακόλουθη:
Ο οδηγός του οχήματος στον δρόμο Α πληρώνει για την αποκατάσταση των ζημιών του οχήματος κλπ, που βρισκόταν στον δρόμο Β.
Όμως, το ατύχημα συνέβη επειδή ένα δέντρο, που είχαν ξεχάσει να κλαδέψουν, κάλυπτε ένα στοπ, ένα όχημα ήταν παρκαρισμένο (παρανόμως) στην γωνία εμποδίζοντας την ορατότητα, ή παρκαρισμένο πάνω στο πεζοδρόμιο (παρανόμως) εμποδίζοντας την ορατότητα κλπ.
Θα μπορούσε ο τυπικά υπαίτιος του ατυχήματος να εγείρει απαιτήσεις έναντι αυτών; Δηλ. της παρακείμενης οικοδομής, που δεν φρόντισε να κλαδευθούν τα δέντρα ή που δεν φρόντισε για την απομάκρυνση του παρανόμως σταθμεύσαντος οχήματος; Ή κατά του οχήματος, που παρανόμως είχε σταθμεύσει στην γωνία εμποδίζοντας την ορατότητα κλπ;
Στο κάτω κάτω, εάν δεν υπήρχαν αυτές οι παρατυπίες/παρανομίες η πιθανότητα να δημιουργήσει το ατύχημα θα ήταν πολλαπλά χαμηλότερες.
Καντάδες
Ο ξάδελφός μου ενέγραψε στον πατέρα μου έναν σύμπακτο δίσκο με καντάδες και κανταδο-ειδή τραγούδια. Ευγενική η κίνησή του. Ο πατέρας μου χάρηκε πάρα πολύ, καθώς δεν έχει ευκαιρία να ακούει τέτοιου είδους μουσική.
Βλέπω τον πατέρα μου να προσπαθεί να ακούσει και να στενοχωριέται, που η μητέρα μου δεν μπορεί να μοιρασθεί την χαρά του, η μητέρα μου να στενοχωριέται και αυτή, που δεν μπορεί να βιώσει την χαρά του πατέρα μου και αμφότεροι λίγο πολύ να περιμένουν από εμένα να δικαιώσω τις κρίσεις τους, καθώς υποτίθεται με ενδιαφέρει η μουσική ως τέχνη. Ο πατέρας μου, ότι πρόκειται περί πραγματικής μουσικής, η μητέρα μου ότι πρόκειται για κάτι το παρωχημένο.
Υπάρχει ένα πρόβλημα με το συγκεκριμένο genre. Για την ακρίβεια δεν υπάρχει πρόβλημα με αυτό καθ’ εαυτό, αλλά με το πώς παρουσιάζεται και προσλαμβάνεται πλεόν στην Ελλάδα. Το ότι το συγκεκριμένο CD είχε ενορχήστρωση του τύπου ορχήστρα ξενοδοχείου με τέσσερις χωρωδούς, που τραγουδάνε εις την ετήσια χοροεσπερίδα υπεραιωνοβίων γερόντων, που νοσταλγούν τις εποχές όπου η Σταδίου και η Πανεπιστημίου ήταν λουσμένες το βράδυ από το φώς του φωταερίου, το οποίο φιλτραριζόταν στις νερατζιές, ενώ πηγαίναν δια picque nicque τόσο μακριά όσο τα Πατήσια είναι το λιγότερο.
Εάν δεν κάνω λάθος, οι καντάδες αποτελούν λαϊκό μουσικό είδος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν αξία. Είναι τραγούδια, που εξυμνούν τον έρωτα, την απογοήτευση από αυτόν, την χαρά της ζώης, ενδεχομένως και το εφήμερο. Πρέπει να σημειωθεί ότι σπάνια έχω ακούσει καντάδες που να ασχολούνται με θέματα, όπως η φτώχεια, η κακούργα η κοινωνία κλπ. Όχι ότι δεν υπάρχουν και λυπητερά θέματα: ανεκπλήρωτοι έρωτες, το φευγαλέο της ζωής, ένα άνθος, που μαραίνεται κλπ. Παρουσιάζονται, όμως, με μελαγχολική αξιοπρέπεια και όχι με θρηνωδίες και ουρλιαχτά.
Ως λαϊκό είδος, λοιπόν, είναι απλό, αλλά όχι απλοϊκό, μουσικά και στιχουργικά. Επίσης, παρακολουθεί τους προβληματισμούς της εποχής και τον τρόπο μεταλλαγής τους (διότι ο έρωτας πχ μπορεί να είναι διαχρονικός, αλλά ο τρόπος της έκφρασής του εξελίσσεται). Ως λαϊκό είδος δίνει έναν γενικό τόνο, στον οποίο προσαρμόζονται οι συνθέτες, αλλά μόνο τα καλύτερα επιβιώνουν πραγματικά. Και εδώ πέρα βρίσκεται η ουσία του προβλήματος, ιδίως, εάν το συγκρίνουμε το συγκεκριμένο είδος με το ρεμπέτικο ή με το ρεμπετογενές.
1) “Ξέρουμε, Ντροπαλέ ποιές καντάδες έχουν μείνει ως διαχρονικές”, θα πείτε. “Είναι οι Απόψε την κιθάρα μου, η Ξανθούλα, Στης Εκκλησιάς τα σκαλοπάτια, Κελαηδήστε ωραία μου πουλάκια, Σ’ ένα παπόρο κλπ. Εντάξει συμπαθητικά είναι αλλά είναι και αρχαιολογίες”. Οι “κλπ”, που θα βάλετε δεν είναι και τόσες πολλές και μην νομίζετε ότι και εγώ γνωρίζω περισσότερες από εσάς. Σκεφτείτε, όμως, από την άλλη πόσα τραγούδια ξέρετε από το είδος του ρεμπέτικου και του ρεμπετογενούς, της “χρυσής εποχής” των ελληνικών ταινιών, για να μην πάμε και πιο πίσω. Σκεφτείτε μόνο τους λεγόμενους “μεγάλους” συνθέτες του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού. Πόσα τραγούδια τους θυμάστε. Σίγουρα θα θυμάστε και τραγούδια, που δεν ανήκουν σε αυτούς, αλλά έχουν μείνει και αυτά και έχουν χαρακτηρισθεί ως κλασσικά. Ωραία ως εδώ. Συλλογιστείτε, όμως, τα ακόλουθα: Εάν και χαρακτηρίσατε τις καντάδες και τα κανταδοειδή τραγούδια ως αρχαιολογίες, δεν το κάνατε αυτό για τα ρεμπέτικα και τα συναφή άσματα. Ενδεχομένως, μάλιστα, να τα χαρακτηρίζετε και μουσικούς θησαυρούς. Αχ, αυτή η νοσταλγία του παρελθόντος, τότε που όλα ήταν αγνά και ωραία, σε αντίθεση με σήμερα, όπου δεν υπάρχει τέχνη, όπου τα τραγούδια και οι τραγουδιστές βγαίνουν για ένα 15μηνο. Τότε έβγαιναν “αθάνατα” τραγούδια. Μήπως, όμως, τότε έβγαιναν τραγούδια όχι για ένα 15μηνο, αλλά για ένα 30μηνο, επειδή ο ημερήσιος ραδιοτηλεοπτικός χρόνος κλπ ήταν μικρότερος αντί για 24ωρος; Μήπως και τότε τα περισσότερα τραγούδια διέγραφαν τον “βιοιστορικό τους κύκλο” και έμπαιναν στην λήθη, ως απλά τραγούδια χωρίς υψηλές συνθετικές και στιχουργικές αξιώσεις; Μήπως ταυτίζετε το σύνολο της τότε παραγωγής με τα 100, 200, άντε 1000 τραγούδια, που θυμάστε εκείνης της εποχής; Μήπως, με λίγα λόγια οι καντάδες σας ξενίζουν και σας φαίνονται αρχαιολογίες, επειδή δεν έχετε ακούσει και τόσες πολλές; Μήπως παίζει τον ρόλο της και η συνήθεια;
2) Μπορώ να διακρίνω δύο λόγους, για τους οποίους αυτό το είδος πλέον δεν ακούγεται. Ο πρώτος είναι οι δημογραφικές αλλαγές και η εγκατάσταση του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Το μέγεθός τους ήταν ανάλογο του μεγέθους όσων ήδη ζούσαν στην Ελλάδα. Ήταν λογικό, λοιπόν, όχι μόνο να φέρουν τα μουσικά τους ακούσματα, (ποιός δεν θέλει αυτά, που έχει συνηθίσει, αυτά που τού φέρνουν αναμνήσεις, ή τέλος πάντων τα γνωστά, που τού δημιουργούν μία αίσθηση ασφάλειας; ) αλλά και να επιρρεάσουν όλη την μετέπειτα παραγωγή. Η ζήτηση, λοιπόν, αυξήθηκε για το ρεμπέτικο και το ρεμπετογενές τραγούδι, ενώ μειώθηκε για τις καντάδες. Απλή “καλλιτεχνοπολιτική οικονομία” δηλαδή. Ο άλλος λόγος, τον οποίον, όμως, δεν μπορώ να δικαιολογήσω είναι ο εξής: οι καντάδες είναι ένα είδος συγγενές προς τα δυτικά μουσικά είδη. Για διάφορες ελίτ στην Ελλάδα, η Δύση δεν είναι παρά η μήτρα του κακού, η οποία το λιγότερο, που έχει κάνει είναι ότι μας έχει κλέψει τις δικές μας ιδέες και που συνομωτεί εναντίον μας αντί να ολημερίς και ολονυκτίς να μας δοξολογεί και να μας πληρώνει (καλό το λιβάνισμα, αλλά η ζωή χρειάζεται και υλικές προϋποθέσεις). Οι ίδιες αυτές ελίτ αγκάλιασαν το ρεμπέτικο και το ρεμπετογενές, όχι για την πραγματική του αξία, αλλά για να προωθήσουν και να προβάλουν τους εαυτούς τους. Δεν γοητεύθηκαν από αυτό, απλώς το χρησιμοποιούν ως εργαλείο.
3) Για την τυποποιημένη αντίληψη της Ελλάδας, αυτή που πωλείται δηλαδή στους τουριστικούς οδηγούς, η Ελλάδα είναι το γαλάζιο του Αιγαίου με τα ασβεστωμένα σπιτάκια. Πού χώρος, λοιπόν, για το Ιόνιο με τις δικές του ιδιαιτερότητες; Το αναφέρω αυτό, διότι οι καντάδες ως μουσικό είδος αναπτύχθηκαν κατά κύριο λόγο εκεί.
4) Δεν υπάρχει, λοιπόν, επαρκής ζήτηση και η ελάχιστη, που υπάρχει δεν μπορεί να εκφρασθεί από την στιγμή που εμπλέκονται ιδεολογικά και άκρως εξωκαλλιτεχνικά κριτήρια. Κάποιος καλλιτέχνης (συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής), λοιπόν, δεν έχει συμφέρον να ασχοληθεί με το είδος και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Και ενασχόληση δεν σημαίνει μόνο η δημιουργία, αλλά και ο σχετικός διάλογος. Υπάρχει διάλογος και παρακολούθηση της εξέλιξης του είδους της αντίστοιχης φόρμας στις άλλες χώρες; Φυσικά, όταν μιλώ για διάλογο, δεν αναφέρομαι σε δουλική αντιγραφή και εισαγωγές ( μπορεί να συμβούν και αυτές), αλλά σε ανταλλαγή στοιχείων κλπ. Όχι μόνο να πάρουμε, αλλά και να δώσουμε. Να είμαστε και μαθητές και αυθεντικοί δημιουργοί. Πώς έχει εξελιχθεί η Ναπολιτάνικη καντσονέττα σήμερα, πχ; Η “γκρίνια” της μητέρας μου, δεν ήταν και τόσο παράλογη, καθώς άκουγε ένα είδος, το οποίο στην Ελλάδα για τους προαναφερθέντες λόγους σκάλωσε. Δείτε τώρα από την άλλη πλευρά, τί διάλογος υπάρχει με το Ινδικό, το Μεσανατολικό το Βορειοαφρικανικό, το Αρμενικό τραγούδι/τρόπο μουσικής με το ρεμπέτικο και το ρεμπετογενές. Από δουλικές μεταφράσεις και ορχηστρικές μεταφφραφές (πχ μπουζούκι αντί για σιτάρ) μέχρι πραγματική και πρότυπη δημιουργία.
Μαθηματικά
Δευτέρα, 6, Νοεμβρίου, 2006
Κατηγορία Uncategorized
Ετικέτες: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, Uncategorized
Τα μαθηματικά με δυσκολεύουν. Όπως, υποθέτω ότι, δυσκολεύουν τους περισσότερους. Δεν γνωρίζω, πότε έχασα το τραίνο. Υποθέτω γύρω στο τέλος
του Γυμνασίου με τις αρχές του Λυκείου. Η δυσκολία μετατράπηκε σε απέχθεια, όπως και σε λανθασμένες αξιολογικές κρίσεις, τόσο για αυτούς που τους άρεσαν τα μαθηματικά, όσο και για αυτούς, που δεν τους άρεσαν. Με λίγα λόγια οι απεχθάνοντες τα μαθηματικά ήταν ευαίσθητοι, ενώ οι άλλοι αναίσθητοι. Η εμπειρία, με το πέρασμα των χρόνων, μού έδειξε ότι υπάρχουν και στις δύο πλευρές αμφότερα τα είδη και πως η απόλυτη κατηγοριοποίηση ότι είναι λανθασμένη. Ακόμα και στην καλλιτεχνική “ευαισθησία”, για να σταθούμε μόνο σε αυτή, νομίζετε ότι οι μη-μαθηματικοί είναι καλύτεροι; Ποιός ξέρει πόσα “σκουπίδια” έχουμε διαβάσει, δει και ακούσει;
Τα τελευταία χρόνια έχω πάθει μία “κρίση”, μία μεταστροφή. Δεν ξέρω, εάν οφείλεται σε ωρίμαση, σε απόκτηση καλύτερων προσλαμβανουσών ή…..στις νέες ισορροπίες του ζωδίου μου, του ωροσκόπου μου κλπ. Αρχίζουν και με ενδιαφέρουν τα μαθηματικά. Η απόλυτη μεταστροφή, βέβαια, είναι κατοπτρικά λανθασμένη. Αυτό, που επιζητώ μάλλον είναι κάποια ισορροπία. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι τον τελευταίο καιρό περνώ μία έντονα αντιλογοτεχνική φάση. Αυτό, όμως, οφείλεται σε άλλους λόγους. Οι τελευταίοι πολλές φορές απεικονίζονται σε αυτό εδώ το μπλογκ.
Υποθέτω ότι ένας από τους ισχυρότερους καταλύτες σε αυτήν την αναθεώρηση της κοσμοθεωρίας μου είναι το κίνημα των μυθοματικών. Βιογραφίες μαθηματικών, εκλαϊκευμένες παρουσιάσεις των εργασιών τους ή της πορείας τους προς αυτές, ενταγμένες σε ένα ευρύτερο αφηγηματικό πλαίσιο μού κίνησαν το ενδιαφέρον. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η ανάπτυξη αυτού του κινήματος, εάν έχω καταλάβει καλά, έχει ελληνικές αφετηρίες. Το έργο Ο Θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ, του Αποστόλου Δοξιάδη έθεσε τον τόνο, ενώ έχει ιδρυθεί και μία εταιρία, που προσπαθεί να φέρει κοντά την λογοτεχνία με τα μαθηματικά: Η “Θαλής και Φίλοι”. Βέβαια, ακόμα και εάν η πληροφορία μου είναι λανθασμένη και η κίνηση αυτή δεν έχει αφετηρία στην Ελλάδα (όχι η συγκεκριμένη εταιρία), αυτό δεν μειώνει καθόλου την σημασία της.
Έτσι, θα ήθελα σε κάποια στιγμή της ζωής μου να ασχοληθώ σοβαρότερα με τα μαθηματικά (άλλο όνειρο η φιλοσοφία). Μπορεί να μην τα καταφέρω και ποτέ. Μού αρέσει, όμως, να το ονειρεύομαι. Έτσι, ενοχλήθηκα σφόδρα, όταν κάποια συμμαθήτριά μου στο Λύκειο και τωρινή μαθηματικός, κάποτε σε που κάποια παρέα συζητούσαμε και έλεγε ο καθένας τις επιθυμίες του, που σχολίασε :”Μα εσύ μισούσες τα μαθηματικά”. Ναι τα μισούσα, μπορεί και να τα ξαναμισήσω. Στο κάτω κάτω κάποτε απεχθανόμουν ακόμα και τις τηγανιτές πατάτες. Έχω, υποθέτω, κάθε δικαιώμα να αλλάζω γνώμη, προτιμήσεις κλπ, χωρίς να είμαι υποχρεωμένος να δικαιολογηθώ στον οποιονδήποτε.
Ενδεχομένως, βέβαια, να κάνω και λάθος, που έγραψα στους πρώτους στίχους “υποθέτω ότι δυσκολεύουν τους περισσότερους”. Ο συλλογισμός του τύπου ο Α είναι Χ, ο Β είναι Χ ο Κ είναι Χ συνεπώς όλοι είναι Χ είναι μάλλον λανθασμένος. Ας μην ξεχνάμε ότι, παρ’ όλους τους άσπρους κύκνους, χρειάστηκε ένας μαύρος για να μας γκρεμίσει την πεποίθηση πως όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί. Τουλάχιστον, βέβαια, κάπως το έσωσα γράφοντας την λέξη “υποθέτω”. Πού στηρίζω την υπόθεσή μου; Κατά κύριο λόγο στο ότι χρησιμοποιούμε τον λόγο, τις λέξεις και την γλώσσα για να περιγράψουμε και να ερμηνεύσουμε τον κόσμο. Βέβαια, και τα μαθηματικά είναι ένα είδος γλώσσας, αλλά θέλουν κάτι παραπάνω για να μπορέσει κανείς να τα χειρίζεται και να ερμηνεύει και να περιγράφει τον κόσμο. Από την άλλη, βέβαια, η φυσική μας τάση για τον γλωσσικό, παρά για τον αριθμητικό λόγο μπορεί να μας οδηγήσει σε παγίδες ψευδαίσθησης καλύτερης κατανόησης: “Η Ιστορία είναι εύκολή” (ή η λογοτεχνία, ή η κοινωνιολογία κλπ), λένε πολλοί. Να την παπαγαλίσεις ενδεχομένως, εάν και όταν έχει κανείς να κάνει με πληθώρα σελίδων, βιβλίων και πηγών το πράγμα δυσκολέυει. Το να κατανοήσεις, συνθέσεις, αναλύσεις δεν είναι. Εκτός, εάν θεωρεί κανείς ότι αρκεί μόνο η παπαγαλία. Αυτό, όμως, δείχνει επίπεδο κατανόησης ανάλογο με το να γνωρίζεις χημεία λέγοντας Να-οχ, Κα-Κο3, Να-κλ Φε-ο2 κλπ.
Το αστείον της υποθέσεως είναι, βλέποντας τα πράγματα από βαθύτερη σκοπιά, ότι εάν και έχω τάση προς τον θεωρητικό λογισμό, παρά προς τον πρακτικό έχασα την επαφή με έναν par excellence κλάδο της θεωρητικής δημιουργίας: τα μαθηματικά (το εάν έχουν ΚΑΙ πρακτικές εφαρμογές, αυτό είναι άλλο θέμα). Βέβαια, σε αυτό φταίει και κατά πολύ η γενικότερη αντίληψη, που ισχύει και στις ομαδοποιήσεις των σχολών, όπου υπεραπλουστευτικά λέει ότι: γράμματα=θεωρητική επιστήμη, αριθμοί=πρακτική επιστήμη. Νομίζω ότι το λάθος αυτού του συλλογισμού φαίνεται, όταν πχ συναντά κανείς δικηγόρους, που σου λένε με παράπονο “αχ, εγώ ονειρευόμουν να γίνω ιστορικός της τέχνης” ή θεωρητικούς φυσικούς να λένε αντιστοίχως ότι το όνειρο τους ήταν να γίνουν μηχανολόγοι. Με λίγα λόγια, παρά το κοινώς θεωρούμενο ότι ένας φιλόλογος θα μπορούσε να γίνει και δικηγόρος (ως θεωρητικοί) ενώ ένας μαθηματικός, ένας φυσικός κλπ μηχανικοί (ως πρακτικοί), εγώ νομίζω ότι ένας δικηγόρος θα μπορούσε να γίνει ένας πολύ καλός μηχανικός και αντιστοίχως κάποιος φιλόλογος ένας πολύ καλός θεωρητικός φυσικός κλπ. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο δικηγόρος, που έγινε φιλόλογος, πως δεν είναι καλός στην δουλειά του ή ο μαθηματικός, που τελικά έγινε μηχανικός. Ισχυρίζομαι ότι δεν είναι τόσο ευτυχισμένοι όσο θα ήταν, εάν είχαν ως second best choice (ή και παρακάτω) ο δικηγόρος την μηχανολογία κλπ (ή το αντίστροφο) και ο μαθηματικός την φιλολογία, την ιστορία κλπ (ή το αντίστροφο). Εξυπακούεται, φυσικά, ότι η απόλυτη επαγγελματική ευτυχία θα υπήρχε εάν σπούδαζαν και εξασκούσαν επαγγελματικά την πρώτη τους επιλογή.
Φυσικά χρειάζεται μεγάλη αναμόρφωση ένα εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο θα επέτρεπε σε κάποιο που ονειρεύεται να γίνει δικηγόρος να έχει ως εναλλακτική την μηχανολογία και αντιστοίχως σε κάποιον με όνειρο την φιλολογία, την θεωρητική φυσική. Χρειάζεται στιβαρή γενική παιδεία, έμφαση και εμβάθυνση στα τρία R, που λένε και οι Άγγλοσάξωνες.
Ας γυρίσουμε, όμως, στην δική μου εμπειρία, στο πώς “έχασα” εγώ “το τραίνο”. Νομίζω, καθώς το συλλογίζομαι βαθύτερα, επειδή, όταν έκανα τις ασκήσεις κλπ, είχα εμμονή με το τυπικό και ορθό του αποτελέσματος και όχι με το ορθό της διαδικασίας και του συλλογισμού. Έκανα την άσκηση, έλεγχα στις απαντήσεις ή στο “λυσάρι” και τα αποτελέσματα έβγαιναν άσχετα. Αποτέλεσμα ήταν να απογοητεύομαι, να παρατάω την άσκηση, να μουτζουρώνω, να με πιάνει άρνηση και φυσικά να βασίζομαι ολοένα και περισσότερο στο λυσάρι, παρά στην σκέψη μου. Κανείς, όμως, δεν μου είπε ποτέ ότι μπορεί μεν το αποτέλεσμα να είναι λάθος, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται σε κάποια αβλεψία κατά την διάρκεια της επίλυσης (πχ 5*6=11, αντί 5*6=30), αλλά ότι ο τρόπος επίλυσης είναι σωστός ή ότι το αποτέλεσμα είναι λάθος, διότι μετά από κάποιο σημείο όντως επιλύω λάθος, αλλά οι πρώτοι τρεις (δεκατρείς, τριάντα τρεις-βάλτε ό,τι θέλετε) στίχοι της επίλυσης είναι σωστοί και πως πρέπει να τους κρατήσω και να συνεχίσω από αυτούς. Δεν θυμάμαι ποτέ κανέναν να μου το έχει επισημάνει αυτό και να με βοηθάει με αυτόν τον τρόπο. Το μέλημα ήταν “να βγει η άσκηση”.
Τετάρτη, 29, Νοεμβρίου, 2006






