Το καρπούζι ως σύμβολο νεοπλουτισμού

Posted On Τρίτη, 31, Οκτωβρίου, 2006

Κατηγορία Uncategorized
Ετικέτες:

Comments Dropped 2 responses

Υποθέτω ότι οι περισσότεροι που πήγαμε στο Ηνωμένο Βασίλειο για σπουδές θα παραξενευθήκαμε, βλέποντας να πωλούνται τα φρούτα με το τεμάχιο και
το καρπούζι με την φέτα (by the slice, όχι with feta cheese). Ενδεχομένως ανάλογες εικόνες να είχαν και άλλοι, που σπούδασαν, τόσο εκτός Ελλάδος, όσο και εκτός ΗΒ, αλλά προσωπικά δεν έχω άλλη σπουδαστική εμπειρία από αυτήν του ΗΒ.
Παραξενευτήκαμε με τους περίεργους Άγγλους, που δεν ξέρουν να ζουν, που είναι καρμίρηδες και τσιγκουνεύονται τα λεφτά για το φαγητό τους. Άκους εκεί να πας στο super market και να αγοράσεις ένα λεμόνι! Εδώ ακόμα και ένα κιλό να αγοράσεις θα σε κοιτάξει ο πωλητής με μισό μάτι. Κάποτε, έχω την εντύπωση, ότι πωλούνταν και εδώ τα φρούτα κλπ με το τεμάχιο. Συνεπώς η εντύπωση, που έχουμε ότι πάντα πωλούνταν με το κιλό, την οκά ή ό,τι άλλο είναι μάλλον λανθασμένη.
Η πώληση με το τεμάχιο εμπεριέχει πολλά στοιχεία αυθαιρεσίας. Σκεφτείτε το εξής: Ένα μήλο Χ γραμμαρίων, όπως και ένα άλλο Χ+Ψ γραμμαρίων
κοστίζουν το ίδιο. Συνεπώς αυτός, που αγόρασε το ελαφρύτερο μήλο έχει αδικηθεί σε σχέση με τον άλλο. Εάν και υπάρχουν διακριτές κατηγορίες, πχ μεγάλο-μεσαίο-μικρό, αυτές συνεχίζουν να είναι υποκειμενικές, οπότε η αυθαιρεσία απλώς αμβλύνεται. Αναμφισβήτητα, λοιπόν, η πώληση με βάση την μάζα/βάρος (δεν ξέρω, ποιό είναι το σωστό) είναι δικαιότερη.
“Τότε”, θα με ρωτήσετε, “γιατί έκανες αναφορά στην πώληση φρούτων κλπ με το τεμάχιο, δείχνοντας να το υποστηρίζεις κιόλας, από την στιγμή, που λίγες γραμμές παρακάτω εσύ ο ίδιος λες ότι είναι αρκετά άδικο και αυθαίρετο σύστημα;” Η πώληση με το τεμάχιο είναι αυθαίρετη, αλλά, εάν δεν είναι αυθαίρετος είναι ψυχολογικά καταπιεστικός ο τρόπος με τον οποίον πωλούνται τα φρούτα, τα λαχανικά κλπ στην Ελλάδα. Το λιγότερο, που μπορείς να πάρεις είναι τουλάχιστον τέταρο του κιλού. Εάν πάρεις λιγότερο θα σε κοιτάξουν με μισό μάτι. Φυσικά δεν μπορείς να διανοηθείς να αγοράσεις πχ ένα ή δύο μήλα και να πληρώσεις το ποσό, που τους αναλογεί. Ο καταστηματάρχης το πιθανότερο να σε διώξει. Μπορεί κιόλας να πει “σου τα χαρίζω!” ή “είναι πράγματα αυτά, μα ένα μήλο” κάνοντας σε να αισθανθείς ενοχές.
Συνεπώς, μεταξύ των δύο συστημάτων (αγορά με το τεμάχιο ή αγορά με την ποσότητα, χωρίς πιθανότητα αναγωγής σε τεμάχιο) προτιμώ το πρώτο, διότι
είναι “έντιμο μέσα στην ‘αδικία’ του”: γνωρίζει κανείς ότι όλα τα “ελαφρά” τεμάχια δεν είναι ισοβαρή ούτε όλα τα “μεγάλα” ισομεγέθη κλπ. Αντιθέτως, το δεύτερο σύστημα είναι με κρυφό τρόπο άδικο και επιπλεόν πρέπει να προσθέσουμε το στοιχείο του ψυχολογικού καταναγκασμού (πχ: “δεν χρειάζομαι πάνω από δύο λεμόνια, αλλά θα με βρίσει εάν δεν αγοράσω τουλάχιστον μισό κιλό”). Είναι άδικο στο εξής: αναγκάζει τον καταναλωτή να σπαταλά χρήματα έχοντας μπουχτίσει τις ποσότητες, που έχει αγοράσει και αφήνοντας τες να φθαρουν, σαπίσουν κλπ και οδηγώντας τον να ξαναδαπανήσει μέρος του εισοδήματός του. Διότι, δεν μπορεί κανείς παρά να μπουχτίζει βλέποντας στα συρτάρια του τρία κιλά τομάτες, τέσσερα κιλά κολοκύθια, δύο κιλά μήλα, τρία κιλά μανταρίνια κλπ. Στο τέλος πετιούνται αφάγωτα, αμαγείρευτα κλπ. Αντιθέτως, θα ήταν καλύτερο να μπορούσαμε να αγοράζαμε πέντε
κολοκύθια, τρία πορτοκάλια, δύο μήλα κλπ συμπληρώνοντας, στην συγκεκριμένη περίπτωση, την συνολική μάζα φρούτων και λαχανικών, που μπορούμε/ θέλουμε/ πρέπει/είναι ενδεδειγμένο να καταναλώσουμε μέσα σε μια εβδομάδα.
Ενδεχομένως, κάποτε να ήταν “κατάκτηση” η δυνατότητα να αγοράζουμε με βάση μεγάλες, ποσότητες, να δείχνουμε ‘”αβερτοσύνη” κλπ. Ήταν δείγμα ότι είχαμε ξεφύγει από την μιζέρια της φτώχειας, ότι η αναζήτηση της διατροφής δεν ήταν αγώνας. Όμως, βλέπουμε ότι η συμπεριφορά αυτή έχει ένα κόστος: πχ το έδαφος επιβαρύνεται, δεν μπορεί να ανταποκριθεί κλπ. Επιπλεόν, καθώς η ζωή γίνεται ολοένα και πολυπλοκότερη (αυτό δεν είναι αρνητικό) είναι απαραίτητο να εξοικονομούμε πόρους, ώστε να τους διαθέτουμε ποικιλλοτρόπως. Η αγορά μεγάλης ποσότητας φρούτων, η οποία θα πεταχτεί στο τέλος είναι σπατάλη. Τα λεφτά θα μπορούσαν να είχαν διατεθεί σε ένα θεατρικό, σε ένα βιβλίο, σε ημέρες διακοπών κλπ.
Σκεφτείτε κιόλας ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ζουν μόνοι τους και όπου αναγκάζονται μεν να αγοράζουν ποσότητες φρούτων και λαχανικών για ποικιλλία (τα τρία κιλά τομάτες, τέσσερα κιλά κολοκύθια, δύο κιλά μήλα, που γράφαμε παραπάνω κλπ), πετούν δε αναλογικότερα περισσότερα σε σχέση με αυτούς που ζουν σε πολυμελή, έστω διμελή νοικοκυριά.
Η δε απόλαυση ενός καρπουζιού είναι για αυτούς απαγορευμένη, ιδίως εάν πρόκειται για ανθρώπους, οι οποίοι όχι μόνο μένουν μόνοι τους, αλλά δεν έχουν και παρέες έτσι ώστε να μπορέσουν να το μοιρασθούν. Το να αγοράσει κάποιος δέκα κιλά καρπούζι και να πετάξει στο τέλος πάνω από το μισό είναι υπερσπατάλη και μοιάζει με δείγμα νεοπλουτισμού (αγοράζω το καρπούζι και το πετω, διότι έτσι μου αρέσει και καθώς τρώω μια ζουμερή φέτα τα ζουμιά στάζουν στο πανάκριβο ένδυμά μου, κάτι σαν παρακμιακός Ρωμαίος συγκλητικός Gnaeus Porcius Vitellius-σκεφτείτε το δοκίμιο “Πώς να τρώτε στο αεροπλάνο”, στο βιβλίο του Έκο Δεύτερο Ελάχιστο Ημερολόγιο.
Συνεπώς είναι δικαιότερο κατά την γνώμη μου η πώληση με το τεμάχιο και το καρπούζι με την φέτα, και φυσικά το βέλτιστο είναι η πώληση με βάση την μάζα όγκο κλπ, αλλά να μπορεί να αναχθεί σε οποιαδήποτε ποσότητα: πχ εάν ένα μήλο ζυγίσει Χ γραμμάρια να πληρωθούν αυτά.
Το πόστ αυτό ξεκίνησε από αυτήν και αυτήν την περιήγηση. Μέσα στα άλλα συνάντησα και αναφορά στο βιβλίο της κ. Σμυρλή Φοιτητής και στην Κουζίνα, κάποιες συνταγές από το οποίο είχα δοκιμάσει να κάνω εν όσω ήμουν φοιτητής στο Λονδίνο. Δεν έκανα πολλές, καθώς δεν διέθετα φούρνο.
Ξαναθυμήθηκα αυτό το βιβλίο χάρη στα προαναφερθέντα πόστ, και έτσι δοκίμασα να πειραματισθώ τώρα που απουσιάζουν οι γονείς μου. Πειραματίσθηκα με το κοτόπουλο με σάλτσα μουστάρδας κέρασα μάλιστα και την φίλη μου. Μου είπε ότι το βρήκε νόστιμο, εάν και ενδέχεται να το είπε από ευγένεια. Σε κάθε περίπτωση αισθάνθηκα όμορφα, που μπορεσα να (ψευτο)μαγειρέψω κάτι. Φυσικά δεν λέω ότι δεν δυσκολεύθηκα, πώς δεν έκανα λάθη και συμβιβασμούς αφού:
1) Αδυνατώ να κάνω δύο φαγητά ταυτόχρονα. Συνεπώς μαγείρεψα μόνο κοτόπουλο, καθώς μου φαινόταν εξαιρετικά περίπλοκο να μαγειρέψω και κάτι συνοδευτικό πχ ρύζι.
2) Ελλείψει λευκού κρασιού άνοιξα την κάβα και το αντικατέστησα με κονιάκ. Ξέχασα να σβήσω το τσιγάρισμα με αυτό και το προσέθεσα στην βράση.
3) Στην διαδικασία του τσιγαρίσματος το λάδι μάλλον παραζεστάθηκε με αποτέλεσμα να ψιλοκολλήσει το κοτόπουλο στην αρχή.
4) Ελλείψη κρέμας γάλακτος ή συμπυκνωμένου χρησιμοποίησα φρέσκο γάλα, στο οποίο προσέθεσα λίγο baking powder.
5) Δεν γνωρίζω, εάν έπρεπε να πλύνω το κρεμμύδι πριν το τρίψω. Μου βγήκε κάτι, που έμοιαζε με χυλό κρεμμυδιού παρά με κρεμμύδι τριμμένο.
6) Ίσως θα έπρεπε να είχα τρίψει λίγο παραπάνω και να ήμουν λίγο πιο χαλαρός με την χρήση της ρίγανης.

Η απόστροφος

Posted On Παρασκευή, 20, Οκτωβρίου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , ,

Comments Dropped leave a response

Η έμπνευση για αυτό το ποστ προήλθε από αυτό το ποστ του ευλόγ της Mirandolina, όπου παραπέμφθηκα από αυτό το πόστ του dontkissthefrog. Έχω σχολιάσει εκεί ότι το “επικεφαλής”, δεν κάνει του “επικεφαλούς”. Στην πραγματικότητα δεν κλίνεται, αφού δεν αποτελεί επίθετο, αλλά φράση. Έτσι, προτείνεται να γράφεται χωριστά: πχ ο επί κεφαλής της ομάδας, το επί κεφαλής γραφείο η επί κεφαλής καθηγήτρια κλπ.
Η συκεκριμένη φράση δεν είναι η μόνη, που συμπτύσσεται. Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ μία τάση να συμπτύσσονται φράσεις/εκφράσεις/λέξεις, ή όπως μπορεί να λέγονται, σε μία αντί να χρησιμοποιείται το σημάδι της αποστρόφου, το οποίο συναντώ ολοένα και σπανιότερα. Την πρώτη φορά, που παρατήρησα αυτό το φαινόμενο ήταν σε ένα τραγούδι, του οποίου το ρεφραίν έλεγε:

Νάχα(x4) την αγάπη σου μονάχα,
την αγάπη σου μονάχα νάχα (x2) τώρα νάχα.

Τις πρώτες φορές, που είδα αυτό το “Νάχα” και άκουγα το τραγούδι απορούσα. Τί να σήμαινε άραγε; Μήπως ήταν ένα πρώιμο δείγμα των κοινωνικών αλλαγών ότι η κοινωνία μας γινόταν από μονοπολιτισμική σε πολυπολιτισμική; Αναγνωριζόταν, έστω και στα κλασσικότερα μη-πολυπολιτισμικά πλαίσια, ότι πέρα από το περίφημο 97%, υπάρχει και το υπόλοιπο 3%, το οποίο είτε αγνοείται, είτε πολλές φορές, δυστυχώς, αμφισβητείται η ελληνικότητά του στα πλαίσια της εξίσωσης Έλληνας=Χριστιανός ορθόδοξος; Διαβάζοντας το “Νάχα”, νόμιζα ότι ο ποιητής αναφερόταν σε κάποια στιλπνομελανόκομο, μπιρμπιλομάτα και γαϊτανοφρύδα όμορφη και καλλίπυγο Εβραιοπούλα, την οποία είχε ερωτευθεί και πως το προαναφερθέν ποίημα ήταν ρηματικά, αλλά όχι νοηματικά, ελλειπτικό. Το ερμήνευα, λοιπόν, ως εξής (αφαιρώ τα σημάδια των επαναλήψεων) :

Ναχα, την αγάπη σου μονάχα (θέλω-και όχι κάτι άλλο ή σαν συμπλήρωμα για κάτι άλλο),
την αγάπη σου μονάχα (θέλω) Νάχα τώρα (και όχι αύριο ή σε κάποιο μέλλον) Νάχα.

Σύντομα κατάλαβα ότι το “Νάχα” δεν ήταν όνομα, αλλά ήταν σύμπτυξη της ευχετικής/υποτακτικής φράσης: Να είχα-> Να ‘χα-> Νάχα. Η απόστροφος (δεν γνωρίζω αντικειμενικά, εάν πρόκειται για απόστροφο, έκθλιψη, αποκοπή, ή όπως αλλιώς μπορεί να λέγεται αλλά έχει μικρή σημασία καθώς -εάν θεωρήσουμε ότι ολοένα και περισσότερο ο γραπτός λόγος διαμεσολαβείται από τον υπολογιστή- το σημαδάκι δεν φαίνεται εάν είναι αριστερόστροφο ή δεξιόστροφο), λοιπόν, είχε εξαφανισθεί και η φράση είχε μετατραπεί σε λέξη.
Έκτοτε άρχισα να παρατηρώ το συγκεκριμένο φαινόμενο και να ανακαλύπτω ότι είναι λιγότερο σπάνιο απ’ όσο νόμιζα: προστακτικές (γράψτο, λύστο), ευχετικές/υποτακτικές (νάχα, νάμουν, νάτρωγα), τυποποιημένες φράσεις (μολαταύτα, παρόλαυτα, φερειπείν, αφενός, αφετέρου) και υποθέτω και άλλοι συνδυασμοί λέξεων να συμπτύσσονται αντί να γράφονται χωριστά και με απόστροφο.
Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με την συγκεκριμένη επιλογή; Υποκειμενικά υπάρχει: έχω συνηθίσει να γράφω και να βλέπω: “φερ’ ειπείν”, “απ’ το…”, “να ‘τρωγα” κλπ. Υποκειμενικά δεν υπάρχει και επιπλέον είναι και συμφέρουσα. Η χρήση της αποστρόφου σε μία αποστολή μηνύματος από κινητό τηλέφωνο μπορεί να “οδηγήσει” σε αποστολή επιπλεόν μηνύματος, άρα και χρέωσης, κάτι που μπορεί να αποφευχθεί με αυτήν την απλοποίηση. Στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, μπορεί να τον επιβαρύνει με το ελαχιστοτατοτατοτατοτατότατο bit. Όπως έχω αναφέρει σε άλλο πόστ, η τεχνολογία και οι περιορισμοί της δεν πρέπει να παραβλέπονται. Πολλοί αντιδρούν λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπαγορεύει η τεχνολογία την γραφή μας ή να οικτιρούν την σημερινή απρόσωπη τεχνολογική εποχή και να αναπολούν τον συγγραφέα με το μολύβι, όπου η διανοητική του ενέργεια με την φυσική διαμεσολάβηση του μολυβιού/πένας κλπ αποτυπωνόταν στο χαρτί. Όμως, όσο και να μην το θέλουν να το παραδεχθούν, τόσο το μολύβι και η πένα κλπ, όσο και ο πάπυρος, η διφθέρα, το χαρτί κλπ ήταν και αυτά για την εποχή τους τεχνολογικά μέσα. Ο Α. – Ι. Δ. Μεταξάς στο βιβλίο του Προεισαγωγικά για τον Πολιτικό Λόγο, δεκατέσσερα μαθήματα για το στυλ, γράφει στις σελίδες 20-22 με ποιητικό τρόπο, το πώς το εργαλείο γραφής και η επιφάνεια με την ευκολία τους, την δυσκολία τους, την αντίστασή τους κλπ επιτρέπουν στο χέρι και κατ’ επέκταση στην σκέψη να τρέξουν ή να πάνε με αργότερους ρυθμούς να πισωγυρίσουν κλπ. Πολλοί θα ισχυρισθούν ότι αυτό δεν γίνεται με τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα. Κατά πόσο είμαστε βέβαιοι για αυτό; Άραγε δεν μας “φρενάρει” κάποιος υπολογιστής με αργό επεξεργαστή; Ή κάποιος με χαμηλή ανάλυση, που μας κάνει να αποστρέφουμε το βλέμμα μας για να ξεκουραστούμε. Από την άλλη δεν μας κάνει να τρέχουμε ένας γρήγορος υπολογιστής;
Πέρα, φυσικά, από την απρόσωπη “τεχνολογική” εποχή μας, οι “ρομαντικοί” θα την κατηγορήσουν ότι είναι και αποκλειστικά προσανατολισμένη στην οικονομία και ότι δεν δίνει αξία στον “άνθρωπο και στον πολιτισμό”. Δεν ξέρω, εάν θα είχε νόημα να μας ορίσουν τον “άνθρωπο και τον πολιτισμό”. Τις περισσότερες φορές οι ορισμοί καταλήγουν να μην λένε τίποτα πέρα από το να αλληλοκυκλωνονται με την ερμηνεία τους: “Τί είναι κύκνος;”, “Κύκνος είναι ένα λευκό όμορφο πουλί που κολυμπά και πετά, το οποίο είναι κύκνος”. Φυσικά δεν πιάνω το θέμα της θέασης μάυρου κύκνου, διότι και ξεφέυγω και δεν είμαι ειδικός στην λογική επιστήμη. Δεν μας λένε, όμως, πώς η φράση αυτή λειτουργεί και πώς μπορεί να επιρρεάσει την ζωή μας. Πολύ φοβάμαι, ότι απλώς αναφερόμαστε σε μία ιδανική κατάσταση αγνοώντας την εμπειρική πραγματικότητα. Αναφερόμαστε σε ένα ονειρικό μέλλον και χάνουμε το πραγματικό παρόν.
Η αρετή της εξοικονόμησης, βέβαια, δεν είναι μόνο υποκειμενική για τον Ντροπαλό. Υποθέτω ότι είναι και γενική. Υπάρχει, όμως, γενικότερα κάποιο πρόβλημα με την “κατάργηση” της αποστρόφου; Νομίζω ότι το “επί κεφαλής->επικεφαλής”, το δείχνει καθαρά. Τείνουμε να κάνουμε τις φράσεις λέξεις και να τις κλίνουμε κιόλας (και είναι αστείο να βλέπεις τους γλωσσικότερα τυπικούς, όταν κάποιος λέει “του επικεφαλή”, να τον διορθώνουν λέγοντας ότι είναι του “επικεφαλούς, ως τριγενές και δικατάληκτο!”). Μια άλλη περίπτωση είναι η παρανόηση του νοήματος: πώς θα διαχωρισθεί το απτό (by) τηλέφωνο από το απτό (tangible) τηλέφωνο; “Μα με τα συμφραζόμενα” θα απαντήσουν πολλοί. Σωστά, αλλά θα θέλει την καταβολή κάποιου διανοητικού “κόστους” μέχρι να γίνει η αποσαφήνιση. Ενδεχομένως, το θέμα να είναι αυτό: να αποφασίσουμε ποιό κόστος είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε.
Τέλος, έτσι σαν “φλασιά” σκέφτομαι ότι τέτοιες παρανοήσεις, όπως αυτή με το “απτό”, μπορεί να βοηθήσουν στην δημιουργία αμφίσημων και σουρρεαλιστικών έργων.
ΥΓ: Ενδεχομένως κάποιος/α να ρωτήσει: “Μα καλά το “εντάξει”, πώς το γράφεις “εν τάξει”; ” Όχι, το γράφω και εγώ με μία λέξη, όπως θυμάμαι να έχω διδαχθεί (εάν και εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με θέμα αποστρόφου). Πάντως για την “ενταξει-ολογία” θα ακολουθήσει ποστ.

Πανεπιστήμια και ανώνυμες οντότητες

Posted On Δευτέρα, 16, Οκτωβρίου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες:

Comments Dropped 5 responses

Την 13η και 14ηΟκτωβρίου του 2006 στους χώρους της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης έγινε το 1ο Διεθνές Συνέδριο Μετάφρασης και Διερμηνείας. Οργανωτές του η Ελληνοαμερικανική Ένωση, το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Hellenic American University.
Δεν θέλω να ασχοληθώ με το θέμα του συνεδρίου. Εξάλλου η μετάφραση δεν είναι κάτι που με ελκύει. Την θεωρώ απίστευτα κουραστική και βαρετή εργασία και θαυμάζω αυτούς, που την κάνουν. Εκνευρίζομαι δε, (κυρίως με τους εκδοτικούς οίκους κλπ) όταν διαβάζω κείμενα, τα οποία είναι πασίδηλα ότι δεν έχουν μεταφρασθεί από επαγγελματίες μεταφραστές, δεν έχουν γίνει διευκρινιστικές ερωτήσεις κλπ.
Θέλω, όμως, να σχολιάσω το εξής: Το Πανεπιστήμιο Αθηνών φαίνεται να μην έχει πρόβλημα να συνυπάρξει με κάποιο “Κολλέγιο”, όπως απαξιωτικά καλούνται όλα αυτά τα ιδρύματα, από όλους αυτούς, που πιστεύουν ότι η Ανώτατη παιδεία πρέπει να είναι δημόσια Κρατική. Πώς γίνεται; Πώς δέχονται και συνυπάρχουν μαζί τους; Αφού οι δηλώσεις τους δείχνουν ότι δεν θεωρούν το διδακτικό προσωπικό, τους “φοιτητές” αυτών των ιδρυμάτων κλπ ως ακαδημαϊκό προσωπικό. Οι δηλώσεις τους και οι πράξεις τους αντιφάσκουν μεταξύ τους. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι ανάλογη συμπεριφορά φαίνεται να έχουν υιοθετήσει και άλλα ιδρύματα.
Φυσικά δεν πρόκειται σαν εκπρόσωπος της εκάστοτε αντιπολίτευσης-όπου γνωρίζει ότι η Κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει τους “λαγούς με πετραχήλια”, που έχει τάξει, την πιέζει, όμως, και την κατηγορεί για ασυνέπεια- να πω ότι το Πανεπιστήμιο Αθηνών θα έπρεπε να αποσύρει την συμμετοχή του και ενδεχομένως δικαιολογώντας το εν μέρει να έλεγα ότι αγνοούσε ποίοι ήταν οι συνομιλητές του και συνδιοργανωτές του. Καλά έκανε και συμμετείχε. Πολλές φορές οι γνώσεις, οι πληροφορίες, οι νέες ιδέες δεν βρίσκονται μόνο στους επίσημους χώρους και δεν χρειάζεται η τυπική σφραγίδα του κράτους για αυτό. Εξάλλου, όπως λέγεται ο Einstein δεν σκέφτηκε την θεωρία της σχετικότητας σε κάποιο ακαδημαϊκό ίδρυμα.
Ενδεχομένως, όσο περνά ο καιρός, η διακρίση μεταξύ των χώρων, που μπορούν να προσφέρουν γνώση, να διεξάγεται έρευνα κλπ να γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη. Πολύ πιθανόν, καθώς η τεχνολογία, οι αμφίδρομες επικοινωνίες κλπ αναπτύσσονται και διεισδύουν, ελπίζω, σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού, η έννοια του “Πανεπιστημίου” και των φοιτητών αυτού να είναι κάτι το σχετικό και να υπάρχει ένα “Υπερπανεπιστήμιο”. Δεν εννοώ ότι θα έχει πρυτανεία, φοιτητές, έδρες κλπ. Είναι περισσότερο μία αφηρημένη ιδέα. Εννοώ την δυνατότητα να σπουδάζει κάποιος φοιτώντας για 5 μαθήματα στο Αθηνών, 7 στο Harvard, την μία πρακτική στην τάδε εταιρεία την άλλη στην δείνα κλπ.
Όλα αυτά, βέβαια, μπορεί να συμβούν ή όχι στο κοντινό ή στο μακρινό μέλλον. Στα τωρινά και ζέοντα, όπως λέγονται προβλήματα, νομίζω θα πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις το να βλέπουμε αποφοίτους των απαξιωτικά καλουμένων “κολλεγίων” να γίνονται δεκτοί για μεταπτυχιακά, διδακτορικά από τα καλύτερα Πανεπιστήμια του εξωτερικού ή, εάν οι απόφοιτοί τους δεν έχουν φιλοδοξίες να συνεχίσουν ακαδημαϊκά, να προσλαμβάνονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Φυσικά κανένας δεν λέει να αναγνωρισθούν όλα αυτά τα ιδρύματα χωρίς προϋποθέσεις. Αυτόματη αναγνώριση μπορεί να σημαίνει την αναγνώριση ιδρυμάτων χαμηλοτάτου επιπέδου. Προϋπόθεση για την αναγνώριση ή μη, πρέπει να είναι το έργο τους, το εάν προσφέρουν πραγματικά γνώσεις κλπ και όχι στο εάν θα “ανοίξουν” το πανεπιστημιακό λειτούργημα. Πολλές φορές οι Πανεπιστημιακοί δείχνουν να αντιδρούν, όχι γιατί ανησυχούν για την ποιότητα των σπουδών, που μπορεί να προσφέρουν αυτά τα ιδρύματα, αλλά επειδή φαίνονται να απειλούν το κοινωνικό τους status.
Προφανώς για αυτόν τον λόγο δεν έχουν ακουσθεί να λένε “να αξιολογηθούν αυτά τα ιδρύματα, το έργο τους και το προσωπικό τους και να συζητήσουμε”. Βέβαια, πώς να το πουν όταν οι ίδιοι αρνούνται κάθε συζήτηση για την αξιολόγηση;
Οι εξελίξεις τρέχουν και πολύ φοβάμαι ότι μένουμε ολοένα και πιο πίσω κολλημένοι σε τυπικότητες και μικροεγωισμούς.

Η λανθασμένη προφορά σε κάνει άξεστο

Posted On Τετάρτη, 4, Οκτωβρίου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: ,

Comments Dropped 3 responses

Παλι-ά ονομάζαμε το υλικό αυτό βανίλ(λ)ια. Τα τελευταία χρόν-ια την ακούω ολοένα και συχνότερα είτε ως βανί-λι-α, είτε ως βανίλα, είτε ως βανί-τζιζ δεν τολμώ να προφέρω το εν εκ των δύο εχθίστων φωνημάτων-α. Ακούγεται, λοιπόν, κάπως σαν βανί@#α, όπου @#=απροσδιόριστο φώνημα.
Ιθαγενές φυτό του Μεξικού, η βανίλλια έφτασε στην Ευρώπη μέσω των Ισπανών, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν και αποίκησαν την Λατινική Αμερική. Οι Ισπανοί καλούν το φυτό αυτό va(i)nilla. Οι Ιταλοί vaniglia, οι Πορτογάλοι Baunilha. Τέλος οι Γάλλοι vanille. Εάν και η ισπανική προφορά του δίγραφου λέγεται ότι αλλάζει, αυτό συμβαίνει την σύγχρονη εποχή, όχι όταν έγινε η ανακάλυψη του φυτού. Ενδεχομένως να πάει να πέσει προς το γαλλικό αντίστοιχο δίγραφο. Πάντως η Ιταλική και Πορτογαλική προφορά δείχνουν την μάλλον ορθή προφορά του φυτού από την ελληνική. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε ελληνικά βιβλία περασμένων εποχών, το αντίστοιχο φώνημα σημειωνόταν (όπως και το σχετικό του “ν”, όπως ακούγεται στην λέξη πχ “πηρούνια”). Το μετά του “λ” ή του “ν” “ι”, γραφόταν ανάποδα με την καμπύλη πάνω αριστερά και με μια περισπωμένη στο κάτω μέρος. Θα αντιτείνει, βέβαια, κάποιος ότι οι Άγγλοι προφέρουν “vanilla” και όχι “vanilja” με το “lj” να ακούγεται όπως στην λέξη “γυαλιά”. Δεν έχουν άδικο. Έτσι προφέρεται στην αγγλική. Το ζήτημα, όμως, είναι ότι μου φαίνεται λογικότερο και πιθανότερο το υλικό να ήρθε από την Ισπανία, την Ιταλία ή την Γαλλία, συνεπώς και η προφορά του, παρά από την Αγγλία.
Πολλοί θεωρούν ότι προφέροντας την ως βανί-λι-α διατηρουν την bourgeoise qualité τους, η οποία απειλείται εάν προφέρουν το “λλ” στο βανίλλια “μαλακό”. Αντιθέτως, ο Ντροπαλός βλέπει το θέμα αλλιώς: το “βανίλλια” μπορεί να ακούγεται κακοπρόφερτο, το “βανί-λι-α” είναι κακοπρόφερτο.