Ντροπαλές σκέψεις για τα Πανεπιστήμια

Posted On Δευτέρα, 29, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: ,

Comments Dropped 3 responses

Ένα τέταρτο του αιώνα περίπου μετά τον “Νόμο-Πλαίσιο” για τα ΑΕΙ, αυτός ευρίσκεται σε πορεία αλλαγής και αντικατάστασης απ’ ό,τι φαίνεται. Επιπλεόν, η μεταρρύθμιση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν θα περιορισθεί μόνο στον συγκεκριμένο νόμο, αλλά θα λάβει και ευρύτερες καταλυτικότερες μορφές.
Σημαντικότερη αυτών η μεταβολή του άρθρου 16 του Συντάγματος, η οποία όριζε ότι η Τριτοβάθμια εκπαίδευση παρέχεται μόνο από δημόσια πανεπιστήμια. Τα δύο μεγάλα κόμματα, τουλάχιστον οι ηγεσίες τους, είναι υπέρ της άρσης της αποκλειστικότητας και της παροχής άδειας ίδρυσης Σχολών Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης “μη κερδοσκοπικού” χαρακτήρα. Η μεταβολή αυτή προβλέπεται να είναι στην Βουλή σχετικώς εύκολη (μένει να δει κανείς και τις αντιδράσεις των άμεσα ενδιαφερόμενων), αφού τα δύο κόμματα πρέπει να συγκεντρώνουν πάνω από 180 έδρες και ψήφους. Εάν η διάταξη κριθεί αναθεωρητέα στην παρούσα Βουλή με 180+ ψήφους στην επόμενη, την Αναθεωρητική θα χρειασθεί μόνο 151, εάν θυμάμαι καλά.
Η κίνηση αυτή των πολιτικών αρχηγών των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων ενδεχομένως να πηγάζει από την πίστη τους ότι και τα μη-κρατικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορούν να προσφέρουν στην παραγωγή γνώσης, τεχνογνωσίας, έρευνας, και επαγγελματικής κατάρτισης. Ενδεχομένως από το μπέρδεμα που έχει δημιουργηθεί με τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών την υπαγωγή τους στο Υπουργείο Εμπορίου, ταυτόχρονα το δικαίωμα εγκατάστασης που δίνει η Κοινοτική νομοθεσία σε συνδυασμό με την υπαγωγή της παιδείας σε εθνικό και όχι σε κοινοτικό πλαίσιο. (Φυσικά εδώ δεν αντέχει ο Ντροπαλός να μην κάνει το σχόλιό του: Είναι απορίας άξιον, πώς όλοι δεν εύρισκαν τόσα χρόνια αντικειμενικό πρόβλημα με το θέμα της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και με την όποια ευθεία ή εμμεση σύγκρουση μεταξύ του Συντάγματος και της Κοινοτικής Νομοθεσίας και βρήκαν με τους όποιους νόμους περί “βασικού μετόχου”, τα όποια προβλήματα και συγκρούσεις στο πίτς-φυτίλι)
Βέβαια, πέρα από την Βουλή, η αναθεωρητέα διάταξη πρέπει να έχει και την αποδοχή της κοινωνίας ή τουλάχιστον αυτών που έχουν διακυβεύματα. Εδώ η συναίνεση δεν θεωρείται δεδομένη και ήδη υπάρχουν αντιδράσεις, που εκτείνονται από γνήσια ανησυχία μέχρι και ανησυχία, η οποία απλώς χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα. Σε κάθε περίπτωση, η ανησυχία αυτή είναι δηλωτική ενός συντηρητισμού και ενός φόβου προς το καινούργιο. Η ανησυχία αυτή κατανοείται, αλλά δεν δικαιολογείται στην ολότητά της. Δικαιολογείται στην ανησυχία όσων αναζητούν εργασία, διότι κακά τα ψέμματα, οι περισσότεροι για αποκτηση επαγγελματικών εφοδίων πάνε στα Πανεπιστήμια κλπ, και στην ανησυχία αυτών, που φοβούνται μήπως και βρεθούν περιθοριοποιημένοι. Δεν δικαιολογείται, όμως, στην ανησυχία αυτών, που φοβούνται ότι θα χάσουν κεκτημένα, που θα ξεβολευτούν, που θα πρέπει να κάνουν κάποια βήματα- είτε μπροστά είτε πίσω- ώστε να αρθεί ο αποκλεισμός για τους μη-προνομιούχους.
Οι αντιτιθέμενοι στην ίδρυση άλλων Ιδρυμάτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης πέρα από τα Κρατικά. λένε “όχι στα ιδιωτικά πανεπιστήμια!”. Η φρασεολογία τους αυτή δεν είναι χωρίς σημασία. Σε ένα θεμελιακό επίπεδο είναι ψευδής, διότι ο λόγος είναι όχι περί ιδιωτικών αλλά περί μη-κρατικών και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Σε ένα “αθωότερο” επίπεδο, υποτίθεται ότι η αλλαγή της φρασεολογίας απλουστεύει την κατανόηση από το κοινωνικό
σύνολο. Πού να λέει κανείς “όχι (ή ναι) σε μη-κρατικά, μη-κερδοσκοπικά πανεπιστήμια”. Πρόκειται περί σιδηρόδρομου. Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για απλοποίηση που συσκοτίζει παρά διαφωτίζει και χρησιμοποιείται για να κατηγορηθούν οι υποστηρικτές της πρότασης. Το ανάλογο που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς είναι η απλοποίηση στον Δαρβίνο, που από το “πίθηκος και άνθρωπος μοιράζονται κοινό πρόγονο”
διαστρεβλώθηκε απλοποιούμενο στο “ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο”.
Ενδεχομένως, το πραγματικό ερώτημα να μην αφορά μόνο το εάν τα Πανεπιστήμια θα είναι αποκλειστικά κρατικά, ή θα υπάρχουν και μη κερδοσκοπικά , μη-κρατικά κλπ. Ίσως, να πρέπει να γίνει μία ευρύτερη συζήτηση για τα Πανεπιστήμια και τον ρόλο τους, η οποία και να αγγίζει το ευρύτερο θέμα της ανάπτυξης.
1) Οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούν “δίκαιο” να υπάρχει (πανεπιστημιακή) μόρφωση για όλους. Στην πραγματικότητα νομίζω ότι το αίτημα αυτό δηλώνει την επιθυμία να έχουν όλοι οι Έλληνες κάποιο πιστοποιητικό, που να τους δίνει επαγγελματικά δικαιώματα. Πολλές φορές μέσα στο αίτημα αυτό υποννοείται και το αίτημα να προσφερθεί και η θέση εργασίας, ει δυνατόν στον δημόσιο τομέα. Η ανησυχίες αυτές είναι βάσιμες, όπως και η επιθυμία για
εξασφάλιση, αλλά στην πραγματικότητα δεν δείχνουν άδολη αγάπη προς την μόρφωση.

2) Συνήθεια; Ψευδαίσθηση; Ενδεχομένως αποτέλεσμα μη ύπαρξης τάξεως ευγενών στην Ελλάδα, λόγω ιστορικών συγκυριών αλλά και συνταγματικής επιταγής, σε αντίθεση με άλλες χώρες; Κακά τα ψέμματα στην Ελλάδα το κύρος το δίνει η μόρφωση και το χρήμα. Η πρώτη ακόμη και στην Τριτοβάθμια μορφή της έχει τις διαβαθμίσεις της. Στην κορυφή ευρίσκονται οι γιατροί. Ας υπεραπλουστεύσω: Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν μόνο δύο επαγγέλματα, οι γιατροί και οι εργάτες. Στην Ελλάδα όλοι θέλουν να γίνουν γιατροί (πηγαίνοντας ακόμα και σε αμφίβολης αξιοπιστίας ιδρύματα). Τϊ είναι προτιμότερο; Πολλοί γιατροί με μεγάλο ποσοστό εξ αυτών με ελλιπή εκπαίδευση, ανεπαρκή κλπ ή λίγοι και καλοί, οι οποίοι να συνεισφέρουν στην βελτίωση της υγείας του πληθυσμού, την αύξηση του βιοτικού του επιπέδου κλπ; Τί κοινωνία προτιμούμε; Μία, όπου όλοι είναι γιατροί και βασιλεύουν οι κουτσομπολίστικες εκπομπες (πολλοί θα πουν ότι αυτές μας σερβίρουν. Σύμφωνοι, αλλά και εμείς δεν γυρίζουμε την πλάτη μας με δυναμικό τρόπο) ή μία όπου ακόμα και οι εργάτες είναι μορφωμένοι (όχι με την έννοια του πτυχίου, αλλά με την έννοια της καλλιέργειας: να διαβάσουν ένα βιβλίο, ένα καλό άρθρο εφημερίδας, να δουν μία καλή ταινία κλπ);

3) Το Πανεπιστήμιο είναι πυρήνας ανάπτυξης, αλλά στην Ελλάδα είναι με τον πλεόν στρεβλό τρόπο. Αντί η ανάπτυξη να προέρχεται από την παραγωγή γνώσης, την εφαρμογή της και την διάχυσή της στην κοινωνία, έχουμε την ανάπτυξη της ενοικίασης δωματίων και λειτουργίας τοπικών αγορών. Λέγεται ότι κάθε δήμαρχος, πολιτευτής κλπ θεωρεί λίγο πολύ ως χρέος του να υποβάλλει διαρκώς αιτήματα για ίδρυση, εάν όχι Πανεπιστημίων ή ΑΤΕΙ,
τουλάχιστον για κάποιο τμήμα. Πώς να κάνει αλλιώς αφού δέχεται διαρκώς πιέσεις από την τοπική κοινωνία. Όμως, τέτοιου είδους πολιτικές δεν ευνοούν ούτε το Πανεπιστήμιο και την γνώση αλλά ούτε και την ανάπτυξη. Σχετικά με την τελευταία: Αυτό που, κυρίως, συμβαίνει δεν είναι η παραγωγή γνώσης και πλούτου-έστω και σε κάποιον βαθμό-, αλλά η μεταβίβαση πόρων από μία άλλη περιφέρεια, με τις ενοικιάσεις οικιών κλπ.

4) Εξάλλου, πώς να παραχθεί γνώση, όταν το κάθε τμήμα είναι αποκομμένο από το άλλο; Σκεφτείτε το εξής : Στην πόλη Α, έχουμε ένα τμήμα Χημείας, στην πόλη Β ένα τμήμα Φυσικής. Αμφότερα τα τμήματα μοιράζονται κάποιες κοινές βιβλιογραφικές πηγές, και άλλα υλικά. Ας σταθούμε στο Χ επιστημονικό περιοδικό. Αντί, λοιπόν, να υπάρχει το επιστημονικό περιοδικό στην ενιαία βιβλιοθήκη, υπάρχει εις διπλούν στην βιβλιοθήκη του κάθε τμήματος, κάτι που αποτελεί περιττή, αλλά αναγκαία με τον τρόπο που είναι διαμορφωμένο το σύστημα δαπάνη. Με ποιόν τρόπο περιττη; Σκεφτείτε, μόνο, ότι εάν υπήρχε ορθότερη οργάνωση με ενιαίο campus, και κεντρική βιβλιοθήκη, θα αγοραζόταν το περιοδικό μία φορά και τα αντίστοιχα χρήματα της διπλής αγοράς, θα μπορούσαν να επενδυθούν σε παρελθούσες σειρές του περιοδικού, σε άλλα περιοδικά, σε εργαστήρια, υπολογιστές κλπ.

5) Εάν και το επιστημονικό προσωπικό του Πανεπιστημίου χαρακτηρίζεται από (υπερ)εξειδίκευση, ο χώρος όπου ασκούν τα καθήκοντά τους είναι το Πανεπιστήμιο και όχι το Επιστήμιο. Πανεπιστήμιο είναι ο και ιδεατός χώρος, όπου θα συγχρωτισθούν και θα ανταλλάξουν ιδέες ο Αρχαιολόγος με τον Ψυχολόγο, ο Μαθηματικός με τον Γαστρεντερολόγο, ο Θεολόγος με τον Χημικό κλπ. Αυτός ο συγχρωτισμός παίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή γνώσης. Τέτοιες ανταλλαγές ιδεών είναι δύσκολο να γίνουν, όταν το κάθε τμήμα είναι αποκομμένο και σε διαφορετικές πόλεις. Αποτέλεσμα αυτών θα είναι στο τέλος να μην υπάρχει επικοινωνία ούτε ανάμεσα στους επιστήμονες του ιδίου επιστημονικού κλάδου (πχ συνταγματολόγοι με αστικολόγους), η δε γνώση να τελματώνεται.

6) Η Τριτοβάθμια εκπαίδευση παρέχεται “δωρεάν” με τρομερό, όμως, κόστος. Κόστος στην γνώση, αφού η οικονομιά επιβάλλει το μοναδικό σύγγραμα. Το “δωρεάν” σημαίνει πλεόν ούτε basic service από την στιγμή που δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες εργαστήρια,κλπ. Πρέπει ο φοιτητής να αγοράσει μόνος του βιβλία, να ταξιδεύσει σε άλλες πόλεις για να συγκεντρώσει βιβλιογραφία, να στριμωχθεί σε ακατάλληλες αίθουσες.

7) Εάν η “έδρα” εμπόδιζε την ελεύθερη ανάπτυξη της σκέψης, όπως και το “μοναδικό σύγγραμα”, άλλο τόσο την εμποδίζει η κομματική εμπλοκή στα των Πανεπιστημίων.

8 ) Ο φόβος για την αξιολόγηση είναι ακατανόητος. Το Πανεπιστήμιο θα πρέπει να λογοδοτεί στον βασικό του χρηματοδότη, ο οποίος είναι ο φορολογούμενος πολίτης. Πολλοί εκφράζουν τον φόβο ότι με την αξιολόγηση θα ευνοούνται μόνο τα Πανεπιστήμια με “πρακτικό” προσανατολισμό αγνοώντας ότι ακόμα και αυτός βασίζεται κατά πολύ στην “αχρηστη” θεωρία. Το επιχείρημα δεν είναι αβάσιμο, όμως, αυτό που είναι απαραίτητο είναι ένας δυναμισμός για να πεισθεί η κοινωνία ότι το πανεπιστήμιο είναι φορέας παραγωγής γνώσης και όχι η φοβική οχύρωση.

9) Το θέμα του ασύλου έχει παρανοηθεί ή μάλλον ο περίπλοκος τρόπος της άρσης του έχει οδηγήσει σε επιπλοκές. Δεν είναι λογικό άσυλο να λογίζεται το ταμπούρωμα κάποιων, οι οποίοι καταστρέφουν κλπ. Πολλοί ομιλούν για πλήρη κατάργηση του ασύλου, αλλά ίσως και αυτή να μην είναι η πλεόν κατάλληλη κίνηση. Μάλλον το άσυλο θα πρέπει να αφορά πρωτίστως την ελευθερία της έκφρασης και την διάδοση των ιδεών (που τα ταμπουρώματα και οι καταστροφές δεν τις προασπίζουν). Άσυλο είναι να μπορεί να λέει ο φοιτητής στον διδάσκοντα ” Μας είπατε κάτι, που αναφέρεται σε μία έρευνα που έγινε πριν 25 χρόνια. Η πρόσφατη βιβλιογραφία και έρευνα δείχνουν ότι αυτό δεν ευσταθεί κλπ” χωρίς να φοβάται ότι δεν θα πάρει πτυχίο και να δέχεται τέτοιου είδους απειλές.

Τί θα μπορούσε να γίνει; Υπάρχουν άλλοι ειδικότεροι από εμένα: Σκέφτομαι τα εξής:
1) Πραγματική εκτίμηση της μόρφωσης και αγώνας να πεισθεί η κοινωνία και η οικονομιά ότι όλα τα πτυχία έχουν την χρησιμότητα και την αξία τους. Φυσικά κάποια είναι δυσκολότερα να αποκτηθούν ή δίνουν συγκεκριμένες δεξιότητες, όπως αυτά των γιατρών. Έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος πιστεύει ότι τα μόνα πτυχία που έχουν αξία-εάν και σιγά σιγά έρχεται και εκεί η διάψευση- είναι τα (οικο)νομικά, των γιατρών και των μηχανικών και ότι ένα πτυχίο φιλολόγου, φιλοσόφου, φυσικού, κοινωνιολόγου κλπ δεν έχει καμμία αξία εκτός του ότι επιτρέπει στον κατοχό του, όταν βρει δουλειά να γίνει “γραφιάς” και όχι “μουτζούρης”. Λάθος, το πανεπιστημιακό πτυχίο δίνει εργαλεία και αυτά είναι που πρέπει να εκτιμηθούν. Φαντάζεστε έναν εκδοτικό οίκο να έχει στο διοικητικό του συμβούλιο μόνο οικονομολόγους, αφού αυτό θεωρείται “χρήσιμο” πτυχίο, ενώ των φιλολόγων “άχρηστο”; Τί βιβλία θα έβγαιναν άραγε; Και κανείς δεν εγγυάται ότι σε μία επιχείρηση η ιδέα ενός οικονομολόγου θα είναι καλύτερη καινοτομικότερη από αυτήν ενός θεολόγου. Σύμφωνοι, ο οικονομολόγος θα είναι αυτός που θα μετρήσει το κόστος της επένδυσης, την απόσβεση, το κέρδος, τις ζημίες κλπ. Αυτή είναι η εργασία του. Δεν έχει.όμως, απαραίτητα και τις καλύτερες ιδέες ή δεν τις έχει πάντα.

2) Το Πανεπιστήμιο πρέπει να συγκεντρωθεί σε ενιαίο campus. Αναλύθηκε πιο πανω ο λόγος, που ο διασκορπισμός των σχολών και των τμημάτων οδηγούν σε χαμηλή παραγωγή γνώσης με μεγάλη σπατάλη. Το Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αφορμή για να ενοικιάζονται σπίτια και να λειτουργούν τοπικές αγορές. Είναι η παραγωγή γνώσης, η οποία αποτελεί την συνεισφορά του Πανεπιστημίου στην τοπική και στην εθνική ανάπτυξη.

3) Αποβολή κάθε κομματικής εμπλοκής από το Πανεπιστήμιο. Κριτήριο για ακαδημαϊκή, διοικητική και άλλες θέσεις πρέπει να είναι το έργο, οι ιδέες και όχι η κομματική αφοσίωση.

4) Ναι στην αξιολόγηση. Το Πανεπιστήμιο δεν πρέπει να αισθάνεται αμηχανία. Πολλοί λένε ότι η ελάχιστη χρηματοδότηση θα το αδικήσει. Ενδεχομένως να έχουν δίκιο και προφανώς καλό είναι να αυξηθεί. Πρέπει, όμως, έστω και με την ελάχιστη χρηματοδότηση το έργο να προβληθεί και να αξιολογηθεί. Έχουμε σκεφτεί την προοπτική της μικρής, αλλά καλής παραγωγής;

5) Ο πυρήνας της χρηματοδότησης του δημόσιου Πανεπιστημίου θα πρέπει να είναι από το Κράτος., όμως, θα μπορούσαν και οι φοιτητές να πληρώνουν συμβολικά δίδακτρα. Είναι ο μόνος τρόπος ώστε να προσληφθεί ανετότερα προσωπικό, να εμπλουτισθούν περαιτέρω οι βιβλιοθήκες κλπ κλπ. Θα μπορούσε να υπάρχει ένα κλιμακωτό σύστημα, όπου ο πλούσιος φοιτητής θα πλήρωνε περισσότερα από τον φτωχό, αλλά επειδή εδώ είναι πολύ πιθανόν ο
γιός του εργοστασιάρχη να βρεθεί φτωχότερος από τον γιο του εργάτη του εργοστασίου, τέτοιο σύστημα (κλιμακωτό) δεν φαίνεται πρόσφορο. Δημόσιος απολογισμός οικονομικής χρήσης για να γνωρίζουν οι φορολογούμενοι πολίτες και οι φοιτητές τί πληρώνουν. Χρηματοδότηση από τρίτες πηγές; Γιατί όχι; Γιατί να μην χρηματοδοτήσουν οι “Χυμοί Τρεχαγυρευόπουλος” ένα εργαστήριο διατροφολογίας; Φυσικά θα πρέπει να υπάρχει ένα πλάνο, και πρόβλεψη για το μέλλον, ώστε να μην βρίσκονται προσωπικό και φοιτητές κρεμασμένοι, όταν λήγει η δωρεά.

6) Κατάργηση του μοναδικού συγγράματος, που εγκλωβίζει την γνώση, και της διανομής του. Το ανάλογο κονδύλι θα μπορούσε να δωθεί στην Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη για τον εμπλουτισμό της. Μία άλλη ιδέα είναι οι εξής: Επιμερισμός του κονδυλίου, αφ’ ενός στην βιβλιοθήκη, αφ΄ετέρου στον φοιτητή, ώστε να επιδοτείται η αγορά των βιβλίων του και να τα πληρώνει σε χαμηλότερη τιμή από αυτήν της αγοράς.

7) Εξορθολογισμός του ασύλου. Οι καταστροφές, οι βανδαλισμοί, ο κακοποιός που μπαίνει στο Πανεπιστήμιο δεν μπορούν να προστατεύονται από το άσυλο. Ο φοιτητής, που έχει καινοτόμες ιδέες, που αμφισβητεί τον καθηγητή ή και το μέλος ΔΕΠ χαμηλότερης βαθμίδας, που αμφισβητεί αυτόν της ανώτερης πρέπει να προστατεύονται από το άσυλο και να μην φοβούνται ότι δεν θα εξελιχθούν, δεν θα πάρουν πτυχίο κλπ και να αμύνονται ταμπουρωμένοι πίσω από κόμματα και παρατάξεις.

Η ίδρυση, λοιπόν, των μη κρατικών μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων δεν θα δημιουργήσει προβλήματα στα ήδη υπάρχοντα κρατικά για τον απλούστατο λόγο ότι πολλά προβλήματα ήδη υπάρχουν. Φυσικά κανείς δεν λέει ότι θα επιλύσει και τα υπάρχοντα προβλήματα. Στην ουσία η συζήτηση έχει δύο σκέλη και νομίζω ότι λάθος συγχωνεύεται: το ένα σκέλος είναι η μεταρρύθμιση του δημοσίου πανεπιστημίου, το άλλο είναι η ίδρυση των μη κρατικών μη κερδοσκοπικών.
Επιπλεόν είναι λάθος το σκεπτικό στην αντίθεση στην ίδρυση μη-κρατικών μη-κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων να στηρίζεται στην εξής λογική: Εάν γίνουν θα έχουν περισσότερα χρήματα (δεν νομίζω ότι θα έχουν από το Κράτος, όπως ισχυρίζονται και σωστό θα είναι να μην έχουν) και με την σύγκριση το δημόσιο Πανεπιστήμιο θα υποβαθμισθεί. Ωραία λογική! Σκεφτείτε την αναλογία: Σε μία πόλη υπάρχουν 5 εστιατόρια, τα οποία τα ίδια αναγνωρίζουν ότι έχουν αρκετά δομικά προβλήματα. Αντί να κάτσουν να δουν πώς θα τα λύσουν ώστε να ελαχιστοποιηθούν, αρνούνται να δεχθούν να ανοίξει ένα νέο εστιατόριο, για το οποίο δεν ξέρουν στο κάτω κάτω, εάν όντως θα έχει καλύτερη εξυπηρέτηση, μενού κλπ.

Πάλι για τον Κώδικα Da Vinci

Posted On Παρασκευή, 19, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: ,

Comments Dropped one response

Ας δεχθούμε ότι ο Κώδικας Da Vinci, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα εύπεπτο βιβλίο, χωρίς λογοτεχνικές αξιώσεις, άρμα του εξαμερικανισμού και της παγκοσμιοποίησης και άλλα τέτοια ωραία. Δεν θα επανέλθω στην προηγούμενη μου κριτική, στο γιατί δηλαδή θεωρώ κάποιες από αυτές τις δηλώσεις ή μάλλον αυτούς που τις εκφράζουν υπερβολικές.
Σκέφτομαι, όμως, το εξής: Υπάρχουν βιβλία, τα οποία είτε υπάρχει μεγάλη δαπάνη για την παραγωγή τους είτε το αναγνωστικό τους κοινό είναι εξαιρετικά περιορισμένο είτε τέλος και τα δύο. Τέτοια βιβλία είναι κατά κύριο λόγο τα επιστημονικά ή και τα φιλοσοφικά. Για την συγγραφή μίας επιστημονικής μονογραφίας χρειάζεται να δαπανηθεί αρκετός χρόνος και χρήμα σε έρευνα. Έρευνα βιβλιογραφική, έρευνα πεδίου, κλινική και εργαστηριακή έρευνα,
χρήση εξοπλισμού κλπ. Συνεπώς, το κόστος συγγραφής και εκτύπωσης τέτοιων βιβλίων είναι αυξημένο.
Από την άλλη οι αναγνώστες τέτοιων βιβλίων δεν πρέπει να αποτελούν σημαντικό ποσοστό του γενικού αναγνωστικού κοινού, στην δε Ελλάδα πρέπει να είναι απειροελάχιστο.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τα εξής:
1) Τα βιβλία αυτά δεν εκδίδονται, οπότε δεν ικανοποιείται η ανάγκη του αναγνωστικού τους κοινού.
2) Τα βιβλία αυτά εκδίδονται μεν, σε απαγορευτικές τιμές δε (για να καλυφθεί το κόστος παραγωγής τους και λόγω του ότι το αναγνωστικό τους κοινό είναι μικρό) για το αναγνωστικό τους κοινό. Το τελευταίο δεν μπορεί να τα αγοράσει. Συνεπώς, στο τέλος δεν υπάρχει ζήτηση για τέτοια βιβλία δεν γράφονται κλπ.
Το υποθετικό σενάριο τώρα: Θα μπορούσε μήπως, βιβλία εύπεπτης λογοτεχνίας κτο να αποτελούν μέσο επιδότησης των επιστημονικών βιβλίων, ώστε το κόστος παραγωγής τους και η τιμή πώλησής τους να είναι προσιτές; Να στοιχίζουν, δηλ, όσο και τα άλλα βιβλία ίδιου μεγέθους ( ή έστω λίγο παραπάνω)
Φυσικά, επειδή υπάρχουν και άνθρωποι που παρεξηγούνται, όταν κανείς γράφει ότι τα έργα της (επιστημονικής και άλλης) διανόησης χρειάζονται και υλικές βάσεις, και ότι δεν παράγονται εκ του μηδενός δεν υποννοεί ότι η επιστήμη κλπ πρέπει να υποταχθεί στην όποια βιομηχανία, στους χορηγούς κλπ.
Είναι απλώς ενα βοηθητικό και φυσικά όχι το μοναδικό μέσο.
Εξάλλου σε άλλα Κράτη δεν ισχύει το καθεστώς της διανομής συγγραμάτων, ώστε να υπάρξει έκδοση και tirage βιβλίων πληρωμένο από τον κρατικό προϋπολογσμό, αλλά οι διαδικασίες γίνονται μέσα από την αγορά.

Η σεξουαλική λεπίδα του Όκκαμ

Posted On Πέμπτη, 18, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: ,

Comments Dropped 4 responses

Σχεδόν όλα τα περιοδικά ποικίλης ύλης έχουν κάποιες σελίδες αφιερωμένες στον έρωτα, στις σχέσεις και στο σεξ. Εάν και οι στήλες αυτές ξεκίνησαν από τα γυναικεία περιοδικά, όπως και το είδος αυτών των εντύπων, τώρα έχουν επεκταθεί και στα αντρικά. Πολλές φορές υπάρχουν και γράμματα αναγνωστών, τα οποία τις περισσότερες φορές είναι τόσο τραβηγμένα από τα μαλλιά και αστεία, που πολλοί πιστεύουν ότι τα γράφουν οι ίδιοι οι
συντάκτες των περιοδικών, παρά οι αναγνώστες. Φυσικά, δεν υπάρχουν μόνο στήλες, αλλά πολλές φορές υπάρχει και σχετική αρθρογραφία.
Σύμφωνα με τα γυναικεία περιοδικά, η συμπεριφορά των ανδρών στο σεξ μπορεί να εξηγηθεί στην βάση του ακόλουθου σχήματος: Όλοι οι άνδρες είναι κατακτητές, αλλά ο πλανήτης μας είναι πεπερασμένος για να επιτύχουν όλοι τα κατακτητικά τους οράματα. Συνεπώς πρέπει να (αυτο)συγκρατηθούν. Εάν δεν υπήρχε αυτή η αυτοσυγκράτηση, θα υπήρχαν διαρκώς πόλεμοι, όλοι θα έσφαζαν ο ένας τον άλλο κλπ κλπ.
Η κατακτητική τους φύση, όμως, είναι “βιολογικά καταγεγγραμένη”, πράγμα που σημαίνει ότι ήδη από έμβρυα, από τον σχηματισμό του φύλου στην μήτρα, ενυπάρχει σε αυτούς. Γεννιούνται, λοιπον, οι Μικροί Μεγαλέξανδροι, Ιούλιοι Καίσαρες, Ταμερλάνοι, Τζέκιγκς Χαν, Καρλομάγνοι και Ναπολέοντες, αλλά η κατακτητική τους φύση, έρχεται σε αντίφαση με την φυσική τους αδυναμία και την εξάρτηση, που έχουν στην βρεφική τους και στην παιδική τους ηλικία. Ξέρετε τί είναι να θέλεις να κατακτήσεις τον κόσμο, ξεκινώντας με την ιδιοποίηση όλων των γλυκισμάτων που υπάρχουν στο σπίτι και όχι μόνο να παρεμποδίζεσαι από τους γονείς σου (αυτοί που θα έπρεπε να είναι και οι βασικοί σου σύμμαχοι, σύμφωνα με την παιδική σου λογική και την κατακτητική σου φύση), αλλά να υπάρχουν και ποινές! Τι διανοητικό και ψυχολογικό μπλέξιμο που προκύπτει και πόσα άλυτα απωθημένα….
Από την άλλη, η έννοια της κατάκτησης, είναι πάντα μία ανολοκλήρωτη διαδικασία. Κατακτητής και κατακτημένος δεν μπορούν να γίνουν ένα, καθώς καταλύονται όλα τα αντιθετικά δίπολα που δίνουν στην κατάκτηση την ουσία της πχ:
Εξουσία-Υποταγή
Ελευθερία- Εξάρτηση
Δημιουργία γεγονότων- Αποδοχή γεγονότων
Ενεργητικότητα- Παθητικότητα
κλπ κλπ
Μην μπορώντας, λοιπον, οι άνδρες να κατακτήσουν ο κάθε ένας τον πεπερασμένο πλανήτη μας και έχοντας συσσωρευμένη κατακτητική ενέργεια από την εμβρυακή τους κατάσταση, εκστρατεύουν με στόχο τις ερωτικές τους συντρόφους. “Τί απλούστερο παράδειγμα”, λένε όσοι ακολουθούν αυτήν την γραμμή σκέψης, “υπάρχει από την γλώσσα, που να αποδεικνύει το αληθές των θεωριών; Διότι στις μη-ευγενείς της εκφράσεις η σεξουαλική πράξη έχει ρήματα, όπου η γυναίκα *.*-ιέται, σε παθητική φωνή που δείχνουν την παθητικότητά της και ο άντρας σε *.*-α, σε ενεργητική φωνή, που δείχνουν την ενεργητικότητά του.”
Η σεξουαλική πράξη, λοιπόν, δεν είναι ακριβώς “πόλεμος”. Είναι περισσότερο ένα τελετουργικό που υπενθυμίζει το “ποιος εξουσιάζει και το ποιος υπακούει”. Η γυναίκα είναι αναγκασμένη εκ φύσεως (διότι όπως ο άνδρας είναι εκ φύσεως “κατακτητής”, έτσι και η γυναίκα είναι εκ φύσεως “υποτασσόμενη” λένε αυτές οι θεωρίες) να βιώνει την ερωτική πράξη ως “οδυνηρή ηδονή”
Έτσι μία γυναίκα διαβάζει ότι εάν με τον σύντροφό της ευρίσκονται στην κλασσική τυπική στάση, το επονομαζόμενο και “ιεραποστολικό”, βρίσκονται και στην δυναμική της σχέσης τους από κάτω, επειδή λόγω στάσης, έχουν αυτήν την θέση. Φυσικά, εάν κάνουν την στάση “ιππαστί” (η γυναίκα από πάνω δηλαδή), δεν σημαίνει καθόλου ότι ανατράπηκαν οι συσχετισμοί των δυνάμεων. Είναι ο άντρας που επέτρεψε (μέσα στην μεγαλοθυμία του; μέσα στην βεβαιότητά του ότι δεν θα απωλέσει την θέση του; μέσα στην αντίληψη της ίδιας της γυναίκας ότι βρίσκεται σε λάθος “συμβολική” και ουσιαστική θέση) στην γυναίκα να λάβει αυτήν την θέση. Φυσικά, διαβάζει κανείς και άλλα ωραία του τύπου: “Σας ζητάει ή αυτοβούλως πέφτετε στα τέσσερα; Η εξουσία του είναι δεδομένη, καθώς διατηρώντας την έλλογη συμπεριφορά του, εσείς έχετε (αυτο)ωθηθεί σε μία απο-ανθρώπισή σας, όπου έχετε εκχωρήσει τον κάθε έλεγχο”
“(Σας ζητά (να γονατίζετε και) να ) τον γλείφετε; Δεν χρειάζεται να σας πούμε ότι ανέκαθεν συμβολικά η γονυκλισία συνδεόταν με έννοιες δουλικότητας και παραίτησης. Επιπλεόν, η πράξη στην ουσία σας “φιμώνει”, εμποδίζοντας σας να μιλήσετε, οδηγώντας σας σε άναρθρες κραυγές, γεγονός που σας στερεί τον όποιου είδους λόγο και έλεγχο. Η αδιαόρατη “απειλή” μεταξύ του μέγεθούς του και του βάθους του στόματός σας, είναι ακόμα ένα στοιχείο για
να υποταχθείτε”.
“(Γονατίζει) παραμερίζει τους μηρούς σας και σας γλείφει; Μπορεί ο κάθε του γλωττισμός να σας φέρνει κύματα ηδονής και απόλαυσης, όμως, στην περίπτωση αυτή ετεροπροσδιορίζεστε και άρα εξουσιάζεστε από τον σύντροφό σας, ο οποίος ελέγχει την ηδονή σας”
Φυσικά, περιττό να λεχθεί ότι η ίδια η διείσδυση είναι παραίτηση, είναι έλεγχος του σώματος από ένα ξένο σώμα κλπ κλπ.
Οι γυναίκες, λοιπον, πάλι ευρίσκονται υπολογες(δεν ξέρω πώς να το εκφράσω) σε μία αντίφαση. Θέλουν να απολαύσουν το σεξ, αλλά τους το συνδέουν με κάποιου είδους οδύνη. Σημειωτέον ότι η έννοια της οδυνηρής ηδονής παίζει πολύ στο ακατάλληλο genre. Πρέπει να αποτινάξουν την παθητικότητα στον έρωτα, αλλά ταυτόχρονα τους λένε ότι έχουν φύση υποτασσόμενη. Ακόμα και στις περιπτώσεις, όπου φαίνεται αυτές να ελέγχουν την κατάσταση (πχ αυτές είναι από πάνω, ή είναι οι άνδρες που βρίσκονται γονυπετείς και οι γυναίκες απολαμβάνουν) πάλι τους λένε ότι κατά βάθος δεν την ελέγχουν, αλλά η ψευδαίσθηση του ελέγχου είναι ακόμα πιο επικίνδυνη για την αυτονομία τους κλπ κλπ
Από την άλλη τα αντρικά περιοδικά δεν προχωράνε σε τόσο βαθειές και σχοινοτενείς αναλύσεις. Είναι, ας το πούμε πιο “πρακτικά”. (Οι 278 ζώνες της που θα την πείσουν να γδυθεί. Οι 978 που θα την πείσουν να παραμερίσει τους μηρούς της. Τα 1297 μυστικά που πρέπει να ξέρει κάθε άντρας για να την φέρει σε οργασμό που δεν θα τον ξεχάσει ποτέ κλπ κλπ). Ούτε φυσικά αισθάνονται ότι ετεροπροσδιορίζονται αγγίζοντας, χαϊδεύοντας φιλώντας κλπ την σύντροφό τους σε όλο το σώμα. Θα έχετε βρεθεί σε παρέες, όπου κάποιος έχει αφηγηθεί μία φήμη, ένα ανέκδοτο, μία “τολμηρή” ταινία που είδε και ανάμεσα στα άλλα θα πει “Και που λέτε εκεί που ήταν ξαπλωμένος πάει η τύπισσα γυμνή (όχι φυσικά καμιά απειρόκιλη που θα του σπάσει τον αυχένα) και κάθεται πάνω του” “Πω πω δικέ μου!” θα πουν όλοι “ή από καρδιακό θα πάει κάποιος ή από ασφυξία”, “τον γλύκανε με το μέλι της” κλπ κλπ. Το παράδειγμα είναι λίγο χοντρό θέλοντας να δείξω ότι κανένας δεν θα πει: “Πώπω τον κατανάγκασε, τον άμοιρο!” (εκτός εάν η αφήγηση αναφέρεται σε σαδομαζοχιστικό ζευγάρι, ανέκδοτο ή τολμηρή ταινία)
Φυσικά, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, πολλές από αυτές τις αντιδράσεις και πεποιθήσεις είναι και αποτέλεσμα κοινωνικού κονφορμισμου. Αναμφίβολα θα υπάρχουν πολλοί άντρες που μια τέτοια αφήγηση τους φέρνει αηδία αλλά δεν την εκφράζουν. Κανένας, όμως, δεν θα πει :”Μπλιαχ, μόνο και που βλέπω το αιδοίο μίας γυναίκας αηδιάζω! Πόσο μάλλον να έρθει κοντά στο πρόσωπό μου κλπ” Αντιστοίχως, οι γυναίκες λόγω κοινωνικού
κονφορμισμού δρουν ανάποδα. Το σεξ παρουσιάζεται από αυτές υπερβατικώς, όπου δεν εμπλέκονται σεξουαλικά όργανα.
Το πρόβλημα είναι ότι πέρα από τις κοινωνικές νόρμες, οι πεποιθήσεις αυτές απέκτησαν και ένα κύρος μάλλον (ψευδο)επιστημονικό.” Έχει “αποδειχθεί”, λένε “οτι όταν ένα ζευγάρι κάνει έρωτα, βρίσκεται μαζί τους μία παρέα: οι εξιδανικευμένοι τους εαυτοί, οι ηθικές τους αναστολές, οι παρορμήσεις τους, η κοινωνία κλπ” ή “η έρευνα έχει δείξει ότι ο μαζοχισμός ενυπάρχει στην γυναίκα”, “ο άντρας έχει κατακτητική φύση” κλπ κλπ
Σε κάθε περίπτωση, τα περιοδικά των γυναικών και οι ίδιες οι γυναίκες φαίνεται να ψάχνουν κρυφά νοήματα πίσω από τον έρωτα ενώ αντιστοίχως οι άνδρες δρουν μάλλον με την αρχή της μεγιστοποίησης της απόλαυσης. Τόσο αυτών, όσο και των συντρόφων τους.
Μπορεί να είναι και λόγω φύλου, αλλά αυτή η φιλοσοφία του Όκκαμ ( η απλούστερη εξήγηση, συνήθως είναι η καλύτερη) μου φαίνεται καλύτερη από την αναζήτηση “νοημάτων” και θεωριών.
Στο τέλος τέλος, ο έρωτας δεν είναι ούτε θέμα εξουσίας, ούτε κατάκτησής, ούτε παραίτησης ούτε αναγωγής στον χώρο των υπερβατικών ιδεών. Είναι απλώς μία ισότιμη, και προφανώς διαφορετικά βιώμενη από τον άνδρα και γυναίκα σχέση προσφοράς και λήψης ηδονής και απόλαυσης.

Λέτε να διαβάζει τις “Σκέψεις ενός ντροπαλού”;

Posted On Τρίτη, 16, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , ,

Comments Dropped leave a response

Το είχα ακούσει, όταν έπαιζε στην τηλεόραση, αλλά δεν το βρήκα στην ιστοσελίδα του κ. Κακλαμάνη, όταν πήγα σε αυτήν και έψαξα. Αναφορά κάνει σήμερα, πάντως, ο κ. Μανδραβέλης στις Απογραφές που δημοσιεύονται στην Καθημερινη. Αναφέρομαι στη πρόταση που διατύπωσε ώστε χορηγοί να χρηματοδοτήσουν την αγορά και την κατεδάφιση πολυκατοικιών ώστε να δημιουργηθούν πάρκα.
Σε προηγούμενό μου ποστ, τις 24ης Μαρτίου (η πόλη μας) είχα κάνει αναφορά σε δυνατότητα δημιουργίας δημοσίων πάρκων μεν, ιδιωτικής ιδιοκτησίας δε, ώστε να υπάρχει κίνητρο αξιοποίησης των οικοπέδων, περα από την ανέγερση κτισμάτων. Η πρόταση, βέβαια, αυτή δεν ταυτίζεται με του κυρίου Κακλαμάνη, αλλά έχει κάποια ομοιότητα: ότι κέρδος (και υλικό τέτοιο) δεν προέρχεται μόνο από τα κτήρια, αλλά και από το πράσινο (είτε είναι οι χορηγίες και η διαφήμιση που δημιουργεί το όνομα, είτε το εισιτήριο εισόδου) και πώς με ένα κατάλληλο πλαίσιο μπορούμε να δημιουργήσουμε χώρους πρασίνου, που τόσο τους έχουμε ανάγκη στην πόλη μας.
Αυτό με κάνει να σκέφτομαι, μήπως ο κ. Κακλαμάνης διαβάζει αυτό το μπλογκ; Εάν συμβαίνει αυτό -και δεν είναι σύμπτωση- αφ’ ενός με κάνει να αισθάνομαι υπερήφανος αλλά αφ’ ετέρου και λίγο περίεργα, διότι εάν και το μπλογκ είναι στην δημόσια σφαίρα είναι κάπως άϋλο, δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι μπορεί να συνδεθεί με προτάσεις πολιτικής.
Από την άλλη, ίσως να είναι ένα δείγμα -και προφανώς θα υπάρχουν και ισχυρότερα προερχόμενα από ταλαντούχους μπλόγκερς- ότι το μπλογκάρισμα αποτελεί μέσο πολιτικής έκφρασης, πολιτικού διαλόγου πολιτών-κοινωνίας-πολιτικών και ισχυροποίησης της κοινωνίας των πολιτών.

Σχετικά με το θέμα της υποψηφίας υπερνομάρχου

Posted On Τρίτη, 16, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , ,

Comments Dropped leave a response

Αναμφισβήτητα, η απόφαση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ να προτείνει την κυρία Γκιουλ-Μπεγιάζ Καραχασάν, ελληνίδα πολίτη, μουσουλμανικού θρησκεύματος για την υπερνομαρχία Δράμας- Καβάλας-Ξάνθης ταράζει τα ύδατα για τους εξής λόγους
Η υποψήφια είναι νέα.
Η υποψήφια είναι γυναίκα
Η υποψήφια είναι μουσουλμάνα στο θρήσκευμα.
Αντιστρέφει, λοιπόν, το “κλασσικό” πρότυπο του ώριμου, άνδρα και Χριστιανού Ορθοδόξου.
Ας αναλύσω, λοιπόν, όσο μου επιτρέπει ο ντροπαλός μου και αδαής νους τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης υποψηφιότητας.

Η υποψήφια είναι νέα
Η υποψήφια είναι νεαρής ηλικίας. Δεν είναι καν τριάντα χρονών. Εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι ο κάθε άνθρωπος διαμορφώνεται τόσο από τις εμπειρίες του και την διαπαιδαγώγηση, όσο και από τις εμπειρίες και την διαπαιδαγώγηση των μεγαλυτέρων (οι οποίοι με την σειρά τους είχαν διαμορφώσει τις εμπειρίες τους αντιστοίχως κλπ κλπ), η ηλικία φέρει συνέπειες. Εάν καθίσουμε και το αναλογισθούμε, μόλις τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να αποσύρονται άνθρωποι, που διαμορφωθήκαν την περίοδο του Μεσοπολέμου (φυσικά υπάρχουν και μερικοί επίμονοι, αλλά και κάποιο με υπερβατικό μυαλό ακόμα και είναι αυτό το τελευταίο που έχει σημασία) και τώρα αντικαθιστώνται από ανθρώπους της “Γενιάς του Πολυτεχνείου”, “του Μάη του 68″, της “Αμφισβήτησης του Πολέμου του Βιετνάμ” κλπ. Τα σημερινά δεδομένα, όμως, δεν έχουν σχέση με τις παραστάσεις, που αυτοί οι άνθρωποι έχουν διαμορφώσει. Αντιστοίχως, η σημερινή νέα γενιά που διαμορφώνεται την περίοδο της “παγκοσμιοποίησης”, να μην μπορεί να αντιληφθεί τα δεδομένα, όταν θα βρεθεί σε υπεύθυνες και ηγετικές θέσεις και όταν η οικονομικοκοινωνικοπολιτική πραγματικότητα θα διαφέρει από την σημερινή. Ίσως, αυτό να είναι στην μοίρα της πολιτικής: να έχει στις ηγετικές της θέσεις ανθρώπους, οι οποίοι ποτέ δεν συμβαδίζουν αντικειμενικά με την εποχή τους, αλλά βρίσκονται κατά κάποιον τρόπο αλυσοδεμένοι με και από το παρελθόν. Αυτό συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους και λίγοι είναι αυτοί που κάπως κατορθώνουν και τεντώνουν τις αλυσίδες τους, ώστε να αντιληφθούν, τόσο την σύγχρονή τους, όσο και την μελλοντική κατάσταση. Και αυτοί οι τελευταίοι δεν είναι απαραίτητο να είναι και ηλικιακά νέοι, μπορεί να ανήκουν και σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Η νεότητα, λοιπόν, φέρνει φρέσκες ιδέες, έχει δεσμέυσεις με το παρελθόν, αλλά αναμφίβολά ξεκινά να τις φυλλομετρά σε υστερότερη σελίδα σε σχέση με τις παλαιότερες γενιές, και μέσα στον “επαναστατικό της οίστρο” (και μέχρι να αντιληφθεί με την σειρά της, ότι δεν είναι και τόσο ελεύθερη όσο νομίζει) απορρίπτει παραδόσεις, έθιμα, ιστορία, δεδομένα κλπ κλπ. Από την άλλη, βέβαια, υπάρχει και ο αντίλογος: ο ριζοσπαστισμός της νεότητας, η διεκδίκηση του αδυνάτου, η ουτοπική σκέψη, πολλές φορές είναι ικανές να οδηγήσουν σε δυστυχία, εάν εφαρμοστεί με απόλυτο τρόπο το ριζοσπαστικό πρόγραμμά τους. Επίσης, πολλές φορές η νεότητα στην σκέψη δεν βαδίζει με την νεότητα στην ηλικία: Όλοι μας θα έχουμε συναντήσει 20ρηδες με νου και συμπεριφορά υπερηλίκων και υπερήλικες με νου και σκέψεις προοδευτικών νέων.

Η υποψήφια είναι γυναίκα
Εάν και το γένος του ουσιαστικού είναι θηλυκό, αυτή (η πολιτική) θεραπεύεται κατά κύριο λόγο από άνδρες. Πολλοί και διάφοροι λόγοι έχουν οδηγήσει σε αυτό μέσα στους αιώνες. Μπορούμε να υποθέσουμε τους κυριότερους λόγους: Η κύηση, ο τοκετός και οι συμπαρομαρτούσες δεσμεύσεις εμπόδιζαν μέσα στους αιώνες την γυναίκα από το να εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο και τώρα, βέβαια, έχουν καθιερωθεί πρακτικές και νοοτροπίες, οι οποίες αλλάζουν με αργό ρυθμό. Η πολιτική σε μεγάλο βαθμό είναι συνυφασμένη με την βία (το μονοπώλιο της φυσικής χρήσεως της βίας είναι το χαρακτηριστικό του Κράτους) και η βία ως ιδιότητα, ίσως ως αποτέλεσμα ορμονικών διεργασιών, είναι συνυφασμένη κυρίως με τους άνδρες παρά με τις γυναίκες. Βέβαια, η πολιτική μπορεί να έχει σχέση με την βία, αλλά δεν παρουσιάζει σχέση μόνο με την τελευταία. Σημαντικότερο όλων (και στην ουσία μέσα σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται η παραίτηση της βίας υπέρ ενός αποκλειστικού φορέα) είναι η κοινωνική συμβίωση και η παρασκευή και διανομή της “πίττας”. Αναφέραμε, λοιπόν, ότι κάτι η σύνδεση της βίας με το πολιτικό κάτι η φυσιολογία των ανδρών, κάτι οι πρακτικότητες κλπ και οι παραδόσεις εμπόδισαν τις γυναίκες (και τις εμποδίζουν ακόμα) από την ενεργό τους συμμετοχή στην πολιτική. Από την άλλη, βέβαια, δεν σημαίνει καθόλου ότι όλοι οι άνδρες είναι φυσικώς βίαιοι και όλες οι γυναίκες ειρηνόφιλες. Αυτό, σημαίνει ότι εάν αντιστρεφόταν η κατάσταση (σχηματικά οι άνδρες κατά κύριο λόγο εκτός και οι γυναίκες κατά κύριο λόγο εντός πολιτικής) δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα είχαμε έναν κόσμο, όπου θα βασίλευε η ειρήνη και η αρμονία (φυσικά, το να ίσχυε το αντίστροφο σε απόλυτο βαθμό θα σήμαινε την ύπαρξη του αυτού προβλήματος από την ανάποδη: δηλαδή του αποκλεισμού (του) ενός φύλου από την πολιτική). Είναι το εναλλακτικό σενάριο, που κάνει μία τέτοια υπόθεση ελκυστική και κάτι τέτοιο νομίζω ότι ισχύει γενικότερα και όσοι διαβάζουν αυτά τα ποστ, θα έχουν καταλάβει ότι γενικώς αναφέρομαι σε αυτήν την γραμμή σκέψης. Ένας κόσμος που θα κυριαρχούσαν οι γυναίκες στην πολιτική σίγουρα θα ήταν διαφορετικός από αυτόν, που έχουμε συνηθίσει: ούτε καλύτερος, αλλά ούτε και χειρότερος. Θα είχε τα δικά του καλά και κακά: τις δικές του αδυναμίες και αρετές.
Αυτά ως γενικές φιλοσοφίες: Ειδικότερα τώρα: η συγκεκριμένη υποψηφιότητα είναι ανατρεπτική και για την συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού, που ανήκει η κ. Καραχασάν (την μουσουλμανική μειονότητα). Αναμφίβολα, η ψηφοφορία απευθύνεται σε όλους, αλλά υποθέτω ότι αποσκοπεί και στο να τραβήξει μαζικά την μουσουλμανική ψήφο. Η ανατρεπτικότητά της έγκειται στο ότι δεν προτείνεται κάποιος άντρας υποψήφιος για υπέρνομάρχης, αλλά μία γυναίκα σε μία θρησκευτική κοινότητα, η οποία θεωρείται μάλλον κλειστή και ανδροκρατική και ενδεχομένως να είναι κατά κύριο λόγο. Λέω “ενδεχομένως”, διότι αφ’ ενός δεν έχω στοιχεία, αφ’ ετέρου τίποτα δεν είναι απόλυτο. Λέω “είναι” και όχι “ήταν και θα είναι”, “είναι και πάντα ήταν” κλπ, διότι ορισμένοι έχουν την εντύπωση ότι η ευρύτητα πνεύματος, η φιλομάθεια, η ανατρεπτικότητα ήταν πάντα συνυφασμένα με την Δύση. Αυτό δεν ισχύει. Την περίοδο του πρώιμου Μεσαίωνα ο μουσουλμανικός κόσμος κρατούσε τα ηνία της σκέψης, της επιστήμης κλπ και είναι σε αυτόν που κατά μεγάλο μέρος οφείλουμε την διάσωση της Κλασσικής κληρονομίας της Δύσεως. Κατά κάποιον τρόπο, ήταν οι κατεπιστευματοδόχοι της δυτικής κληρονομίας την περίοδο που η Ευρώπη αγωνιζόταν να μεταβεί προς τους νεωτέρους χρόνους.

Η υποψήφια είναι Μουσουλμάνα
Η υποψήφια είναι Μουσουλμάνα. Δεν ανήκει, λοιπόν, στην μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού που είναι ακόλουθοι του Ορθοδόξου Χριστιανικού δόγματος. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι στην Ελλάδα η μουσουλμανική θρησκεία (για λόγους ιστορικούς, αλλά και λόγους ιστορικής μυθολογίας) ταυτίζεται με τους Τούρκους, την Τουρκοκρατία και όλες τις συμπαρομαρτούσες καταστάσεις και ταυτόχρονα η Ελληνικότητα ταυτίζεται με την Ορθοδοξία, αυτό φέρνει σε αδυναμία την υποψηφιότητα της κ. Καραχασάν και για αυτόν τον λόγο την κάνει ανατρεπτική. Φυσικά, η ταύτιση της Ισλαμικής θρησκείας με τους Τούρκους και της Ορθοδοξίας με τους Έλληνες είναι λανθασμένη, παρ’ ολ’ αυτά οι πεποιθήσεις οδηγούν και σε συμπεριφορές και συνεπώς λανθασμένες ή όχι έχουν την σημασία τους. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η θρησκεία της που διαφέρει από της πλειοψηφίας θα της αφαιρέσει μάλλον ψήφους. Η ταύτιση της θρησκείας της με ένα έθνος που θεωρείται στην καλυτέρα των περιπτώσεων “άσπονδος φίλος” για το Ελληνικό θα της αφαιρέσει έτι περισσότερους. Φυσικά, θα πρέπει να αποφασίσουμε, όχι μόνο με την κυρία Καραχασάν, αλλά γενικότερα με την μειονότητα πώς την προσλαμβάνουμε και πώς συμπεριφερόμαστε προς αυτήν, πέρα από τα “χαρτιά”. Δεν μπορούμε να τους λέμε την Δευτέρα Πομάκους, την Τρίτη Τούρκους, την Τετάρτη όχι-Τούρκους, την Πέμπτη εξισλαμισμένους (εθνοτικά) Έλληνες κλπ.

Φυσικά, θα ήθελα και να σχολιάσω την πρόταση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Όπως έγραψα ταράζει τα ύδατα, και είναι αξιέπαινος για αυτό, αλλά υπάρχει ένα αλλά, μάλλον διάφορα αλλά:
Εάν θυμάμαι καλά η δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση καθιερώθηκε νομοθετικά επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ήταν αυτή η πλειοψηφία, η οποία είχε ορίσει τις στρεβλώσεις των “υπερνομαρχιών”, διότι είναι στρέβλωση όλοι οι νομοί να είναι αυτόνομες μονάδες και κάποιοι να είναι σε ομάδες. Ίσως, θα ήταν ουσιαστικότερο, πέρα από την υποψηφιότητα της κ. Καραχασάν, ο κ. Παπανδρέου να καλούσε σε έναν διάλογο για αναίρεση αυτών των στρεβλώσεων ή και για μία ριζική μεταρρύθμιση της μορφής της αυτοδιοίκησης με μετάβαση στην αιρετή περιφερειακή αυτοδιοίκηση με αρμοδιότητες και πόρους και-γιατί όχι;-για μία ριζική μεταρρύθμιση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα, όπου οι αποφάσεις θα λαμβάνονται εγγύτερα στον τόπο των προβλημάτων και στους πολίτες. Η επικείμενη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος είναι μία άριστη ευκαιρία για τα κόμματα, είτε για το κυβερνητικό, είτε για αυτά της αντιπολίτευσης.
Πολύ φοβάμαι, πάντως, ότι η υποψηφιότητα αυτή δεν θα έχει ως αφετηρία τον συμβολισμό, αλλά θα καταλήξει και θα κολλήσει σε αυτόν, όπως και τόσες άλλες υποψηφιότητες που απευθύνονται σε ειδικές και συνήθως μειονοτικές ομάδες του πληθυσμου. Φυσικά δεν θα ήταν σωστό ολόκληρη η δομή της κοινωνίας, οι λειτουργίες της κλπ να ανατραπούν ώστε να λειτουργεί βάσει των κωδίκων, των επιθυμιών κλπ της κάθε μειονοτικής ομάδας, αλλά από την άλλη, αυτές οι συμβολικές κινήσεις συνήθως δεν επιτυγχάνουν και πολλά στην πλήρη ενσωμάτωση των μειονοτικών ομάδων στην κοινωνία και την άρση του αποκλεισμού. Ένα χονδροειδέστατο παράδειγμα: Θα ήταν άδικο για την βλέπουσα πλειοψηφία να καταργηθεί το αλφάβητο υπέρ του Μπραίιγ, λόγω της ύπαρξης των τυφλών. Από την άλλη, μπορεί μεν να υπάρχουν τυφλοί πολιτικοί, αλλά δυστυχώς δεν έχει αρθεί ο αποκλεισμός προς την κοινότητά τους (πχ εμπόδια στους δρόμους, ανυπαρξία Μπραίιγ σε διάφορες οδηγίες κλπ κλπ). Φυσικά θα είμαστε άδικοι να κατηγορούμε μόνο τους πολιτικούς, όταν και οι πολίτες οι ίδιοι φέρουν ευθύνη για αυτήν την κατάσταση.
Τέλος, πολύ φοβάμαι ότι η υποψηφιότητα αυτή, εάν επιμείνει κανείς να την προβάλει στην παραταξιακή της αφετηρία-είτε για να την υποστηρίξει είτε για να την απορρίψει- ενδεχομένως να διαχωρίσει τοπικά τις δύο τοπικές κοινότητες (Χριστιανική και Μουσουλμανική) κατά μήκος των κομματικών γραμμών. Να ταυτισθεί η μία κοινότητα με την μία παράταξη και η άλλη κοινότητα με την άλλη, μόνο εξαιτίας των επί κεφαλής των ψηφοδελτίων.

Για την ημέρα της Ευρώπης

Posted On Πέμπτη, 11, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , , ,

Comments Dropped leave a response

Πριν από λίγες ημέρες, στις 9 Μαΐου, καθώς δεν πρόλαβα να ανεβάσω το ποστ ανήμερα, ήταν η ημέρα της Ευρώπης. Λίγοι, όμως, φαντάζομαι το γνωρίζουν αυτό στην Ελλάδα (δεν μπορώ να κάνω εικασίες για άλλα Κράτη). Δεν νομίζω, ότι οφείλεται στο ότι, σε αντίθεση με άλλες επετείους- πχ 28η Οκτωβρίου, η συγκεκριμένη ημέρα δεν είναι επίσημη αργία. Νομίζω ότι οφείλεται στο ότι η Ευρώπη φαίνεται συστηματικά να αγνοείται, τόσο από τον πολιτικό κόσμο, όσο και από τα ΜΜΕ, εάν δεν κακοποιείται κιόλας.
Για τους περισσότερους Ευρώπη είναι οι επιδοτήσεις (αγροτικές κυρίως), αλλά και χρηματοδοτήσεις άλλου είδους. Για τους δε πολιτικούς, είναι πεδίον δόξης λαμπρό, αφού παρουσιάζονται από τα ΜΜΕ να προωθούν “εθνικές επιτυχίες”, να “δηλώνουν σε όλους τους τόνους, στους εταίρους και στην Επιτροπή ότι (δεν) θα δεχθούν, η Ελλάδα να…” κλπ. Να παρουσιάζουν τα αγαθά της Ευρώπης, έστω και τα πλεόν υλικά και απτά στον πολίτη, όπως οι επιδοτήσεις, λίγο πολύ ως δικά τους εθνικά δημιουργήματα και όλα τα προβλήματα, ακόμα και εάν το εθνικό Κέντρο έχει μεγαλύτερη ευθύνη από την Ένωση, ως προβλήματα από τις κακές Βρυξέλλες. Η Ένωση, δηλαδή είναι για την Ελλάδα μία μηχανή χρηματοδότησης και δόξας των πολιτικών στην καλυτέρα των περιπτώσεων και ο αποδιοπομπαίος τράγος στην χειρότερη. Σήμερα, όπου τα κοινωνικοοικονομικά πρότυπα φαίνεται να αναδιοργανώνονται δημιουργώντας νέους νικητές και -φευ- ηττημένους και με τις όποιες δυσκολίες προσαρμογής αυτή η αναδιοργάνωση φέρει, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί έναν εύκολο στόχο, διότι πολύ απλά δεν έχει δύναμη να αντιδράσει στις επιθέσεις αυτές. Ακόμα και το να προβάλει τον εαυτό της είναι δύσκολο, καθώς φαίνεται να μποϋκοτάρεται από τα ΜΜΕ (ενδεχομένως διότι φαίνεται να μην πουλά ως θέμα) Από τα ΜΜΕ μάλιστα εμφανίζεται και να παίρνει θέση στην ενδοπολιτική αντίθεση συντασσόμενη ή αντιτιθέμενη με την Κυβέρνηση και την Αντιπολίτευση. Για τις τελευταίες η ΕΕ είναι ένα χρήσιμο πολιτικό όπλο, όταν στρέφονται η μία εναντίον της άλλης.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι πολιτικοί μας, ούτε κατατροπώνουν την Ευρώπη, ούτε αυτή κατατροπώνει αυτούς (και εμάς τους Έλληνες πολίτες σε επέκταση). Πρόκειται για συμμετοχή σε ένα δυναμικό σύστημα με αμοιβαία κέρδη και απώλειες, όχι πάντα ισομερώς κατανεμημένα, μεταξύ των Κρατών Μελών, μεταξύ των Κρατών μελών και της Ένωσης κλπ. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα δυναμικό παίγνιο.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει γραφεί και σε άλλο πόστ (και φυσικά δεν είμαι ο πρώτος που το λέω) είναι ότι εξασφάλισε την ειρήνη στην πολύπαθη ήπειρο, ή τουλάχιστον στο μεγαλύτερό της μέρος. Αυτό σήμερα φαίνεται τόσο δεδομένο με αποτέλεσμα πολλοί και μάλιστα νέοι να θεωρούν ότι η Ευρώπη είναι λίγο πολύ κάτι το περιττό. Αντιθέτως, άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας που βίωσαν τον Πόλεμο φαίνονται περισσότερο φιλοευρωπαίοι.
Ένας άλλος λόγος για την οποία η Ευρώπη θεωρείται περιττή και άχρηστη από πολλούς (πέρα από τον μύθο της σπάταλης και υπερεκτεταμένης γραφειοκρατίας) είναι διότι πολύ απλά δεν φαίνεται. Δεν φαίνεται να γίνεται αντιληπτή ως κάποιου είδους (συνομοσπονδιακό) Κράτος (εν τη γενέσει, εν εξελίξει-αναμφίβολα, πάντως διαφορετικό από το Έθνος-Κράτος). Βέβαια, η συζήτηση αυτή, δηλ. στο εάν συνιστά ή θα συνιστήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση κάποιου είδους Κράτος, είναι αρκετά οντολογική και δεν φαίνεται να έχει τέλος. Όμως, ένα απλό παράδειγμα νομίζω θα βοηθήσει να καταλάβουμε, γιατί ο πολίτης δεν αισθάνεται την ύπαρξη της Ευρώπης. Φανταστείτε ότι κάνετε μία τροχαία παράβαση. Δεν υπάρχει Ευρωπαίος τροχονόμος για να σας “γράψει”. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει κατασταλτικούς κλπ μηχανισμούς, δεν διαθέτει το μονοπώλιο της φυσικής βίας σε έναν δεδομένο εδαφικό χώρο, την ιδιότητα δηλ. που σύμφωνα με τον Weber διαχωρίζει το Κράτος από άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Επίσης, οι πιο πολλοί δεν γνωρίζουμε, τί πληρώνουμε προς την Ευρώπη και πώς αναδιανέμεται. Αυτο αφ’ ενός είτε την κάνει αόρατη (δεν μας έρχεται κάποια “φορολογική δήλωση” με το “Ευρωπαιόσημο” (κατά το Εθνόσημο)-φυσικά, εάν ερχόταν ποτέ μία τέτοια δήλωση θα ήταν καλό να συνδυαζόταν και στις οφειλές μας με την εθνική δήλωση, για να μην πληρώνει ο πολίτης διπλούς φόρους-) αφ’ ετέρου μας κάνει δεκτικούς σε φήμες περί υπερσπάταλης και άχρηστης Ευρώπης. Από την άλλη, εάν και η Ευρώπη, δεν διαθέτει “αστυνόμους” κλπ, διαθέτει, αλλά σύμβολα “κρατικότητας”. Έχει σημαία, ύμνο και φυσικά και νόμισμα. Και εάν αυτά θεωρούνται παραδοσιακά, τώρα τελευταία έχει και πιο σύγχρονα, όπως είναι το καταληκτικό του Διαδικτύου. Γυρίζοντας στα παραδοσιακότερα, τί είναι η Επιτροπή, εάν δεν είναι κάποιου είδους Κυβέρνηση; Τί είναι το Συμβούλιο; Γιατί θυμίζει σε πολλά σημεία την Bundesrat; Μήπως ντρεπόμαστε να το πούμε και μήπως αυτή η ντροπή έχει “μπλοκάρει” την Ευρώπη;
Εάν με κάτι συγκρίνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση στην πορεία της είναι με τις ΗΠΑ. Η Ιστορία της δημιουργίας του Κράτους στις ΗΠΑ δεν είναι τόσο απλή, όσο φαίνεται. Η δημιουργία των ΗΠΑ δεν έχει να κάνει μόνο με τις 13 πρώτες αποικίες, οι οποίες έγιναν ανεξάρτητες, ακολούθως έγινε επέκταση προς τα Δυτικά, μεσολάβησε ένας εμφύλιος Πόλεμος, έχασαν οι Νότιοι και έπειτα όλα βαίνουν αρμονικά. Η μορφή του Κράτους εξελίχθηκε από Συνομοσπονδιακό σε Ομοσπονδιακό μέσα σε βάθος χρόνου, χρειάστηκαν, βέβαια και κάποια καταλυτικά βήματα. Από την άλλη, βέβαια, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στις ΗΠΑ, εάν και πολυπολιτισμικές κλπ, υπήρξε μία βασική εθνότητα που έδωσε τον τόνο ή τουλάχιστόν μία γλώσσα. Συνεπώς, οι συγκρίσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ δεν μπορούν να γίνονται παρά με προσοχή από όποια οπτική και εάν ευρίσκεται κανείς. Θα χρειασθεί, όπως χρειάσθηκε και σε όλα τα Κράτη, μία ισορροπία μεταξύ ρομαντισμου και διαφωτισμού ή μία υπέρβαση αυτών, η οποία, όμως δεν φαίνεται να είναι ακόμα στον ορίζοντα.
Η Ευρώπη, είναι και οι πολλαπλοί πολιτισμοί της. Από τους μουσικούς, τους συγγραφείς, τους ποιητές κλπ, μέχρι τα φαγητά της, τα γλυκά της κλπ.
Διαβάζοντας αυτό το ποστ αντιλαμβάνεται κανείς ότι συγχέω την Ήπειρο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είμαι ο μόνος που κάνει αυτήν την σύγχυση. Αναμφίβολα η Ευρώπη δεν ταυτίζεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επίσης αναμφισβήτητα είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση ο βασικός πυρήνας διατήρησης της ειρήνης στην Ήπειρο για την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με ηθελημένο αυτοπεριορισμό και όχι με την υπαγόρευση κάποιας υπερδύναμης. Επίσης, οι προσπάθειες για Ένωση δεν γίνονται στην βάση επεκτατικών “οραμάτων” και κατακτητικών πολέμων (που σκοπό είχαν δυναστικές ή κρατικές δόξες και όχι την ισότιμη Ένωση). Είναι κάτι το ηθελημένο. Βέβαια, θα αντιτείνουν πολλοί ότι οι λαοί δεν ερωτήθηκαν, αλλά ήταν κίνηση των ελίτ. Εδώ θα μπορούσε να ανοίξει μία τεράστια συζήτηση. Οι όποιες ελιτ, όμως, είχαν αυτήν την πρωτοποριακή ιδέα σύμπηξαν ένα σύστημα αμοιβαιότητας, ισότητας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κλπ. Δεν υπήρξε δέσμευση και υποταγή, μέσω της ελίτ ενός Έθνους σε ένα άλλο κλπ.
Εάν είναι ο πολιτισμός της είναι και ο άσχημος πολιτισμός της, αυτός που φροντίζουμε να κρύβουμε κάτω από το χαλί: οι όποιοι αντι-*.*σμοι, οι όποιοι δογματικοι *.*-σμοι, τα γκέττο, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης κλπ. Σκέφτομαι το να ζεις στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου πιστέυοντας στην ελευθερία και την δημοκρατία θα πρέπει να ήταν μαρτύριο, αφού υπήρχε απειλή τόσο από την Άκρα Αριστερά, όσο από την Άκρα Δεξιά. Είναι σίγουρα οι Δύο παγκόσμιοι Πόλεμοι, που οι περισσότεροι φιλοευρωπαίοι τους θεωρούν Εμφυλίους Πολέμους. Να στρουθοκαμηλίζουμε λέγοντας, όποτε (επαν)εμφανίζονται ψήγματα βαρβαρότητας και απανθρωπιάς ότι αυτά δεν είναι ευρωπαϊκά κλπ δεν βοηθά. Αντιθέτως, είναι επικίνδυνο και για την προσπάθεια ενοποίησης, αλλά και για την αδιατάρακτη συνέχιση της ειρήνης. Χρειάζεται μία ισορροπία και αυτή επιτυγχάνεται ως εξής: Τις μελανές σελίδες δεν τις κρύβουμε, αλλά τις αποκαλύπτουμε στον κόσμο, όχι για να τις αναπαράγει ή να νιώσει εχθρότητα (το ίδιο και με τις εθνικές επετείους), αλλά για να νοιώσει περισυλλογή και να κάνει οτιδήποτε ώστε να μην ξανακυλήσει η Ήπειρός μας στο χαός και στην δυναμική αντιπαλότητα: Με απλά λόγια: Το
“ΟΧΙ” ή οι σχετικές επέτιοι λήξης του Β’ΠΠ, δεν εορτάζονται για να την μπουν οι άλλοι στους Γερμανούς και στους Ιταλούς. Εορτάζονται, ως η νική της δημοκρατίας έναντι του ολοκληρωτισμού, ως υπενθύμιση για τα κακά του Πολέμου, ως διαμαρτυρία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κλπ. Γενικότερα, λοιπόν, αντιλαμβάνεται κανείς ότι χρειάζεται για την οικοδόμηση μίας Ευρωπαϊκής ταυτότητας, η οποία θα μας κάνει ενεργότερους παίκτες: σεβασμός στην πολυπλοκότητα (και περισσότερο να την λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν: πχ θα είναι μάλλον αδύνατον όλοι οι Ευρωπαίοι να μιλήσουν στην καθημερινότητά τους μία γλώσσα. Για διοικητική γλώσσα είναι άλλο θέμα), γνώση όσο είναι δυνατόν του πολιτισμού καλού και κακού, και κάποιου είδους καλής εννούμενης αμνησίας (να μην λέμε δηλ: ” Οι Άγγλοι/Γάλλοι/Ιταλοί/Ισπανοί/’Ελληνες (βάζετε ό,τι θέλετε, οι οποίοι πριν 100/500/1000 κλπ χρόνια μας έκαναν/έραναν τους ράναμε/κάναμε κλπ)
Αυτό το ειρηνικό και συμβιωτικό σύστημα, το τόσο δεδομένο σήμερα, οδηγεί σε εξιδανίκευση του παρελθόντος ή ακόμα και σε έξυπνο (ή και εξυπνακίστικο) χιούμορ. Εάν ο Μεσάιωνας αρέσει σε πολλά κορίτσια και πρώιμες έφηβες με τις δεσποσύνες που τις έσωζαν όμορφοι πρίγκηπες από μοχθηρούς δράκους κλπ, σήμερα γοητεύει πολλούς φιλοευρωπαίους εξιδανικεύοντας την Καρολίγγεια Αυτοκρατορία, την “παγκοσμιότητα” της Καθολικής Εκκλησίας κλπ. Ευρύτερα εξιδανικεύεται η έννοια της “Αυτοκρατορίας”. Όχι, με την έννοια της Αυτοκρατορίας ως καταπιεστικής δύναμης για τους υπηκόους και ανυπόφορης για τους γείτονες, αλλά ως ένας χώρος ειρήνης, ελεύθερου εμπορίου, κυκλοφορίας των πολιτιστικών αγαθών και των πολιτισμών με μία χρηστή διοίκηση κλπ. Και εδώ στην Ελλάδα, τελικά είχε νόημα το 1821 ή θα μπορούσαμε να “τουμπάρουμε” την κατάσταση με άλλον τρόπο. αναρωτιούνται πολλοί; Και όπως είχα διαβάσει κάπου, ένας σχολιαστής σε ποδοσφαιρικό αγώνα είχε πει: “Α, ρε Μεταξά. Εάν δεν έλεγες το ΟΧΙ θα παίζαμε στο Καμπιονάτο!” Η διαφορά είναι ότι θα παίζαμε στο Καμπιονάτο αναγκαστικά, ή χωρίς να έχουμε ερωτηθεί ήμαστε υπήκοοι των Αψβούργων, των Οθωμανών των οποιωνδήποτε. Αντιθέτως, η ΕΕ δεν σημαίνει την αναγαστική μας συμμετοχή στο Καμπιονάτο (στο όποιο Καμπιονάτο, Σαμπιονά κλπ). Ούτε καν την εθελοντική. Σημαίνει την συνδιαμόρφωση και την συναπόφαση του πρωταθλήματος, του όποιου πρωταθλήματος και όχι μόνο των αθλητικών
Ενδιαφέρον κείμενο είναι το βιβλίο του Γκι Βέρχοφσταντ, Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης-Μανιφέστο για μία νέα Ευρώπη, Αθήνα, Παπαζήσης, 2006 (102σ), από το οποίο άντλησα πολλά στοιχεία.

Ντοκυμανταίρ

Posted On Δευτέρα, 8, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , ,

Comments Dropped leave a response

Κάθομαι και συλλογίζομαι, τί είναι αυτό που με κάνει και βλέπω τα περισσότερα ντοκυμανταίρ που μοιράζουν οι (Κυριακάτικες συνήθως) εφημερίδες, τα μηνιαία περιοδικά που αγοράζω και η συνδρομητική τηλεόραση. Ελπίζω, δε να βρω και τον χρόνο να δω, όσα έχω αφήσει. Έχω δει ντοκυμανταιρ για τα ζώα, για ιστορικές προσωπικότητες και περιόδους και για κοινωνίες που βρίσκονται μακριά τόσο στον χώρο και στον χρόνο, αλλά και για άλλες εγγύτερες, τις οποίες, όμως, μόνο το έμπειρο βλέμμα ενός ερευνητή και ενός σκηνοθέτη μπορούν να αναδείξουν. Έχω δει και ντοκυμανταίρ για τις (φυσικές) επιστήμες, αλλά και ντοκυμανταίρ που μοιάζουν με αστυνομικές ιστορίες.
Δεν είμαι, όμως, ο μόνος. Έχω ακούσει και άλλους, οι οποίοι λένε ότι τους αρέσουν τα ντοκυμανταίρ, τα οποία είτε τα παίρνουν από τις εφημερίδες είτε τα παρακολουθούν στην τηλεόραση. Αυτό, βέβαια, κάνει εντύπωση, αφού μέχρι πριν από λίγα χρόνια ένα από τα επιχειρήματα για την απελευθέρωση της τηλεόρασης ήταν ότι ο κόσμος έχει βαρεθεί να βλέπει ντοκυμανταιρ με θέμα την σεξουαλική ζωή του μεταξοσκώληκα. Τί να οδήγησε, άραγε σε αυτήν την μεταστροφή;
Ενδεχομένως για εμένα, όπως και για άλλους συγγενείς (αρσενικού γένους) και φίλους να είναι και θέμα φύλου. Γενικότερα, είναι συνήθως οι άντρες στους οποίους αρέσει αυτό το τηλεοπτικό/κινηματογραφικό αφηγηματικό είδος, επειδή προτιμούν γενικότερα να ασχολούνται με τις δομές. Τουλάχιστον, έτσι λέγεται, όπως αντιστοίχως λέγεται ότι οι γυναίκες προτιμούν άλλα είδη, τα οποία επικεντρώνονται στις σχέσεις, όποιουδήποτε είδους, και στις συμπαρομαρτούσες συναισθηματικές τους επιδράσεις. Αναλόγως και για τα βιβλία: οι γυναίκες διαβάζουν, λέγεται, ασυγκρίτως περισσότερα μυθιστορήματα από τους άνδρες. Φυσικά, πολλά βιβλία τιτλοφορούνται ως μυθιστορήματα, αλλά το θέμα είναι ποιά μυθιστορήματα μπορούν να φέρουν επάξια αυτόν τον όρο. Με λίγα λόγια δεν ξέρω, πόσα από αυτά τα μυθιστορήματα θα έδιναν σε μία γυναίκα την απόλαυση της ανάγνωσης ενός αυθεντικού μυθιστορήματος και εάν θα τα χαρακτήριζε ως τέτοια, εάν είχε και τις εξειδικευμένες φιλολογικές γνώσεις. Πχ, ένα ιστορικό “μυθιστόρημα”, το οποίο δεν ασχολείται τόσο με τις σχέσεις των ηρώων στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, αλλά με το τί έγινε, μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα ή όχι; Τα παραπάνω, ισχυρίζονται ότι οφείλονται σε βιολογικές διαφορές που έχει ο εγκέφαλος. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει, ούτε ότι δεν υπάρχουν άνδρες που δεν ενδιαφέρονται για τις σχέσεις μεταξύ υποκειμένων, ούτε και γυναίκες που δεν ενδιαφέρονται για τις δομές. Μάλλον, αμφότερα τα φύλα ενδιαφέρονται και για τα δύο, απλώς υπάρχει συνήθως κάποια προτίμηση. Εννοείται, δε ότι δεν σημαίνει ότι κάποια από τις προτιμήσεις δείχνει κάποιο ανώτερο είδος εγκεφάλου. Στο κάτω κάτω έχει υποστηριχθεί ότι η υπερβολική προσήλωση στις δομές και η παραγνώριση των σχέσεων και των συναισθημάτων είναι ίδιον του αυτισμού και συναφών συνδρόμων και από αυτά πάσχουν κυρίως άνδρες παρά γυναίκες. Βέβαια, αυτά είναι δύσκολα “χωράφια”, οπότε δεν μπορώ να κάνω περαιτέρω σχόλια.
Ένας άλλος λόγος είναι ότι το δωρεάν πολλές φορές το αγνοούμε, ενώ αυτό για το οποίο έχουμε καταβάλει τίμημα αποκτά κάποια πρόσθετη αξία. Ενδεχομένως, αυτή η τάση να είναι ψυχολογική αλλά συμβαίνει. Φυσικά και τα ντοκυμανταιρ, που έδειχνε και δείχνει η δημόσια τηλεόραση τα πληρώνει ο φορολογούμενος πωλήτης, αλλά καθώς δεν καταβάλλει άμεσο τέλος δεν μπορεί να το εννοήσει με αποτέλεσμα να τα υποτιμά.
Επίσης δεν πρέπει να ξεχνά κανείς την (κατα)πίεση που ασκούσε η ύπαρξη μόνο ενός τηλεοπτικού φορέα του κρατικού, έστω και εάν υπήρχαν τρία διαφορετικά κανάλια. Τότε ήμαστε υποχρεωμένοι να βλέπουμε τα ντοκυμανταίρ, ή οτιδήποτε άλλο παρείχε η μονοπωλιακή προσφορά. Δεν αντιλέγω σε αυτό που λένε πολλοί ότι, τόσο η απελευθέρωση ήταν στρεβλή, όσο και ότι το περιεχόμενο, εάν και πολλαπλασιάσθηκε σε ποσότητα μάλλον
υποβαθμίσθηκε σε ποιότητα. Αυτό, βέβαια, δεν είναι απόλυτο. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει τώρα ποιοτικό περιεχόμενο. Τώρα, όμως, έχουμε την δυνατότητα, όσο είναι δυνατόν, να επιλέξουμε μόνοι μας το περιεχόμενο αυτό και δεν είναι κάτι, το οποίο επιβάλλεται από τους άλλους.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς και την ανάγκη για ισορροπία. Ο άνθρωπος είναι πολυδιάστατος και με ποικίλλα ενδιαφέροντα. Εάν, η κρατική τηλεόραση έκανε το λάθος να μας δείχνει συνεχώς εκπομπές ποιότητας, η ιδιωτική έχει εμμονή στο “ψυχαγωγικό” περιεχόμενο, πολλές φορές χαμηλότατου επιπέδου για να συμπιεστεί το κόστος. Αυτό στρέφει τον θεατή, αφού πάρει την απαραίτητη δόση ανοησίας να στραφεί σε ντοκυμανταιρ κλπ.
Ίσως κάποτε να έρθει η ισορροπία και εντός του ίδιου του μέσου.

Κώδικας Da Vinci

Posted On Παρασκευή, 5, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , ,

Comments Dropped one response

Ας γράψω και εγώ κάτι για τον Κώδικα Ντα Βίντσι. Πρώτα πρώτα η ειλικρίνεια. Το διάβασα και μου άρεσε. Είχε γρήγορη πλοκή, δημιουργούσε αγωνία, δεν ήθελες να το αφήσεις κλπ. Με λίγα λόγια ήταν το κατάλληλο ανάγνωσμα μετά τα “ακαδημαϊκά αναγνώσματα”, που όσο και εάν αρέσουν η ένταξή τους στην φοιτητική εργασία τα κάνουν ενίοτε κουραστικά και θα τολμούσα να πω και απωθητικά. Φυσικά, δεν αισθάνθηκα ότι έμαθα ιστορικά, πολιτισμικά
κλπ στοιχεία από αυτό, εάν και δεν μπόρεσα να σημειώσω τα διάφορα μαργαριτάρια που είχε, ούτε και αισθάνθηκα να κλονίζεται η πίστη μου. Το βιβλίο είναι μυθιστόρημα, άλλοι θα έλεγαν ότι στην ουσία είναι ένα σενάριο, και δεν αποτελεί ούτε θεολογικό δοκίμιο υπέρ ή κατά κάποιας μορφής έκφρασης της Χριστιανικής πίστης, ούτε φυσικά βέλος στην φαρέτρα των επιχειρημάτων των αθεϊστών. Παρουσιάζεται, βέβαια, ότι ο συγγραφέας έκανε έρευνα και στην αρχή του βιβλίου, πριν την έναρξη της πλοκής, υπάρχει μία σελίδα που αναγράφεται “Γεγονότα” (εκ των οποίων, βέβαια κάποια αποδεικνύονται πλαστά παρά την όποια έρευνα, όπως πχ το περιβόητο Κοινό της Σιώνος). Όμως, κάθε συγγραφέας κάνει έρευνα, έστω και εάν δεν εντάσσει στο βιβλίο του εισαγωγική σελίδα που να την τιτλοφορεί “γεγονότα”, “πληροφορίες” ή όπως αλλιώς. Εάν δεν γίνει έστω και στοιχειώδης έρευνα τότε κάθε συγγραφικό πόνημα θα βρίθει από μαργαριτάρια (εκτός, βέβαια,. εάν αυτά τα μαργαριτάρια είναι επίτηδες βαλμένα για να δώσουν μία άλλη οπτική είτε υποθετική, είτε σουρρεαλιστική). Η έρευνα αυτή πολλές φορές είναι δύσκολή, γιατί αναφέρεται σε πράγματα της καθημερινότητας και όχι σε μεγάλα γεγονότα. Εννοώ το εξής: είναι αρκετά εύκολο να βρει κανείς, πώς ονομαζόταν ο τάδε πολιτικός την δείνα εποχή, η σειρά των φαγητών, όμως; Πώς θα παρουσιάσει ένας συγγραφέας ένα δείπνο του 17ου αιώνα; Δεν μπορεί να το παρουσιάσει, όπως του 20ου ή του 21ου. Συνεπώς πρέπει να κάνει κάποια έρευνα για να γράψει. Όμως, αυτή η έρευνα δεν κάνει το πόνημά του “επιστημονικό” ή “αποκαλυπτικό” σύγγραμα.
Εκνευρίζομαι, βέβαια, με κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι- ενώ δεν πρέπει να έχουν διαβάσει ούτε εφημερίδα στην ζωή τους- εμφανίζονταν με ύφος “σαράντα καρδιναλίων” να λένε ότι το βιβλίο δεν έχει λογοτεχνική αξία, ότι είναι πολιτισμικό όπλο της παγκοσμιοποίησης κλπ κλπ. Φυσικά δεν εκφέρουν την δική τους γνώμη, αλλά αναπαράγουν αυτήν που εκφέρουν διάφοροι μέσω των ΜΜΕ. Οι τελευταίοι μπορεί να το κάνουν για διάφορους λόγους. Μπορεί για ιδεολογική αντίθεση στην “κονσερβαρισμένη ευκολία”, μπορεί γιατί αποδεικνύεται ότι τέτοιου είδους βιβλία, εάν και ελκυστικά, δεν σε σπρώχνουν στην αμιγή λογοτεχνία. Μπορεί ακόμα και από συμφέρον: διότι αγοράζοντας τον όποιον Κώδικα ντα Βίντσι, η αγορά ενός άλλου βιβλίου θα μετατεθεί. Σε κάθε περίπτωση, όμως, έχουν τα επιχειρήματά τους. Αντιθέτως, αυτοί που με εκνευρίζουν απλώς αυταπατώνται ότι παίρνουν την λάμψη της
φιλοσοφίας και του προβληματισμού της επονομαζόμενης “πνευματικής ηγεσίας”.
Φυσικά, το βιβλίο δεν προκάλεσε, τόσο σάλο όσο ενδέχεται να προκαλέσει η ταινία. Θα αξίζε να μάθαινε κανείς από τα αντίτυπα που πουλήθηκαν στην Ελλάδα, πόσα έχουν πραγματικά διαβαστεί και πόσα καταχωνιάστηκαν στα ράφια μιας βιβλιοθήκης. Δυστυχώς, δεν πρέπει και να είμαστε από τους πλέον βιβλιόφιλους λαούς. Δεν μπορώ να ξεχάσω την εξής σκηνή: Μικρός, γύρω στα 10 ήμουν στο βιβλιοπωλείο. Ένα άλλο παιδάκι τράβηξε ένα βιβλίο και το
έδειξε στην μαμά του, η οποία του είπε “μα διάβασες ένα βιβλίο την περασμένη εβδομάδα!” Τί αναγνώστης να έχει γίνει σήμερα;
Βέβαια, εκτός από την ερχόμενη ταινία υπήρξε και ένα άλλο γεγονός η έκδοση του “Ευαγγελίου του Ιούδα”, μέσα στην περίοδο του Πάσχα, κάτι που έγινε προφανώς για να δημιουργηθεί σούσουρο και να αυξηθούν οι πωλήσεις και όχι γιατί έχει σχεδιαστεί κάποια συνομωσία.
Τα γεγονότα αυτά (βιβλίο, ταινία, αποκατάσταση χειρογράφου) επιτρέπουν να ξεδιπλωθούν ορισμένες σκέψεις.
1) Καθίσταται ολοένα και πιο βέβαιο ότι οι διαιρέσεις στην Εκκλησία δεν άρχισαν με τις Χριστολογικές έριδες, αλλά πολύ νωρίτερα.
2) Η διαφορά μεταξύ γνωστικών και μη γνωστικών και η επικράτηση των δευτέρων, ίσως να έχει καταλυτικότερες συνέπειες από αυτό που γενικά θεωρείται ως η σημαντικότερη για την ιστορία της Εκκλησίας, το Σχίσμα του 1054, όπως και αργότερα η διαίρεση μεταξύ της Δυτικής Χριστιανοσύνης ανάμεσα σε Καθολικούς και Προτεστάντες. Η επικράτηση των Γνωστικών θα σήμαινε την ύπαρξη ενός “αριστοκρατικού Χριστιανισμού”, όπου μόνο όσοι
είχαν την “σπίθα” θα σώζονταν. Αντιθέτως, επικράτησε ο “δημοκρατικός Χριστιανισμός”, όπου όλοι μπορούμε να συμμετάσχουμε στην Ανάσταση.
3) Αναμφίβολα, ο Γνωστικισμός σήμερα δημιουργεί κάποια γοητεία. Είναι το άγνωστο, είναι η αίσθηση ότι κάτι μας έκρυψαν, είναι η συμπάθεια προς αυτό που διώχθηκε κλπ. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει καθόλου πώς εάν επικρατούσε ο Γνωστικισμός δεν θα υπήρχαν καθόλου διωγμοί, εξαφάνιση των έργων των αντιπάλων κλπ. Μάλλον θα βλέπαμε το έργο από την ανάποδη.
4) Η σχέση του Χριστού με την Μαγδαληνή. Στην ουσία ο Νταν Μπράουν δεν έκανε καμιά προτότυπη εικασία. Την είχε πει, ως όνειρο του Ιησού πάνω στον Σταυρό και ο Καζατζάκης στον Τελευταίο Πειρασμό. Φυσικά δεν συγκρίνεται η λογοτεχνική αξία των δύο έργων και όχι για τον λόγο ότι ο Καζατζάκης ήταν Έλληνας. Φυσικά, το ερώτημα εδώ είναι από που εμπνεύστηκε ο Καζατζάκης αυτήν την εκδοχή. Την εμπνεύστηκε μόνος ή ήταν κοινωνός διαφόρων θρύλων κλπ που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους πιστούς κλπ; Ας γυρίσουμε, λοιπόν, στην σχέση του Χριστού με την Μαγδαληνή και στο σημαντικότερο όλων, εάν είχαν παιδιά. Θεωρώ ότι δεν ήταν νυμφευμένοι, ούτε ότι είχαν παιδιά (το δε σενάριο με τους Χριστογενείς Μεροβιγγείους βασιλείς, κατά τους Διογενείς της αρχαίας Ελλάδας είναι για γέλια). Εάν ήταν παντρεμένοι και είχαν παιδιά, τότε θα υπήρχε μία διάκριση μεταξύ των
παιδιών τους και των απογόνων τους και όλων των υπολοίπων. Δεν θα υπήρχε ισότητα στην Σωτηρία. Θα υπήρχαν οι ευνοημένοι και όλοι οι υπόλοιποι. Προφανώς για αυτό δεν ήταν νυμφευμένος ο Ιησούς, πέραν από το πρακτικό ότι δεν είχε σταθερή βάση διαμονής. Δεν σημαίνει ότι δεν ήταν νυμφευμένος επειδή απέρριπτε τον έρωτα, τον γάμο και την οικογένεια. Ο Ιησούς μας θέλει όλους στην “Οικογένεια” Του.
5) Εάν ο Νταν Μπράουν, ή γενικότερα όλοι αυτοί που λένε ότι ο Ιησούς ήταν νυμφευμένος κλπ, μας λέει κάτι είναι το εξής και είναι αρκετά σημαντικό: Ο Ιησούς ήταν τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος, το δεύτερο, όμως, συνήθως το παρακάμπτουμε γινόμενοι κρυπτομονοφυσίτες χωρίς να το έχουμε αντιληφθέι.
6) Εάν και δεν επικράτησε η Γνωστική εκδοχή, μάλλον δεν άφησε ανεπιρρέαστους τους Χριστιανούς. Εδώ μπορεί να σκεφθεί την αναλογία, ότι παρ’ όλο που ηττήθηκαν οι κομμουνιστικές δυνάμεις στον Εμφύλιο επιρρέασαν την γενικότερη σκέψη, σε δυσανάλογο ίσως βαθμό. Το περασμένο Σάββατο, έβλεπα στην εκπομπή “Στα Άκρα” μία συνέντευξη του Στέλιου Ράμφου, όπου έγινε αναφορά στην αθανασία και την Ανάσταση. Ο τερματισμός στην αθανασία της ψυχής, που λίγο πολύ σε αυτήν αναφερόμαστε όλοι μας, όταν προσπαθούμε να προσδιορίσουμε τις εικασίες μας για τα μετά τον θάνατο, είναι (και) γνωστική θεωρία, βασισμένη στους Πλατωνικούς. Αντιθέτως, ο Χριστιανισμός μιλά για Ανάσταση νεκρών και αυτή η προσδοκία ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως. Το σώμα δεν είναι το δεσμωτήριο της ψυχής και η Ανάσταση αναφέρεται σε αποκατάσταση της ψυχοσωματικής ενότητας. Εάν το σκεφτούμε βαθύτερα η Ανάσταση είναι η αποκατάσταση των σχέσεων. Ψυχής προς σώμα, Ανθρώπου προς φύση, Ανθρώπου προς Άνθρωπο και Ανθρώπου προς τον Θεό.
Συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος για αναστάτωση με την ταινία και το βιβλίο δεν αποτελεί ούτε πηγή σκανδαλισμού, ούτε βάση επιχειρημάτων για γνωστικούς αγνωστικιστές και αθεϊστές. Απλώς θα πάμε και θα περάσουμε δύο ευχάριστες ώρες βλέποντας την και μασουλώντας σνακ με αναψυκτικά.

Ο αέναος Αύγουστος

Posted On Πέμπτη, 4, Μαΐου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , ,

Comments Dropped leave a response

Πρέπει να ήταν ο Ουμπέρτο Έκο, ο οποίος είχε πει “Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις!”. Προφανώς, εννούσε ότι τον Αύγουστο, όπου είναι παχιές οι μύγες, είναι η εποχή του κολιού και όπου γενικότερα η πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα “δουλεύει στο ρελαντί”, λόγω των διακοπών, οι σημαντικές ειδήσεις απουσιάζουν. Ίσως σήμερα, όπου ολοένα και ο βίος μας κινείται 24 ώρες το εικοσιτετράωρο και 12 μήνες το δωδεκάμηνο, η ρήση αυτή να μην ισχύει απόλυτα.
Στην χώρα, όμως, της gay orange tree φαίνεται ότι ζούμε σε έναν αέναο Αύγουστο, ο οποίος διαρκεί δώδεκα μήνες το χρόνο. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε, όχι την προτεραιότητα, αλλά την κατίσχυση του ασήμαντου στην ενημέρωσή μας. Μία ενημέρωση που για τους περισσότερους γίνεται από τα δελτία ειδήσεων. Και όπως ο Αύγουστος είναι μελαγχολικός, -με την ημέρα να μικραίνει, με την ψυχρούλα το βράδυ, με την προοπτική της επιστροφής στην δουλειά- έτσι είναι και η ενημέρωσή μας, όπου μεγάλο της μέρος αναλίσκεται στο να μας κάνουν να εμπεδώσουμε την κουλτούρα της δυστυχίας. Του καραβοτσακισμένου από την μοίρα και “από όλους αυτούς που κρύβονται από πίσω” (ναι λατρεύουμε την συνομωσιολογία) λαού, του μονίμως παραπονεμένου κλπ.
Ανοίγει κανείς την τηλεόραση για να δει το δελτίο ειδήσεων ή τις ενημερωτικές εκπομπές και βλέπει ότι οι δημοσιογράφοι και οι καλεσμένοι τους, όχι απαραίτητα άνθρωποι που έχουν να πουν κάτι, αλλά άνθρωποι που γράφουν στο γυαλί ή πολύ απλά κάνουν νταβαντούρι, έχουν στήσει πάνελ και πανελάκια, λινκς, συνδέσεις, παράθυρα και μπαλκονόπορτες για να συζητήσουν θέματα όπως:
Το πόσες καρέκλες κάθισε μακριά ο τάδε βουλευτής από τον Πρωθυπουργό στην τάδε εκδήλωση (σε σύγκριση με μία περασμένη) και κατά πόσο αυτή η διαφορά τον κάνει υποψήφιο υπουργό στον όποιο ανασχηματισμό.
Εάν ο τάδε πολιτευτής είπε “Γειά σου Πρόεδρε” σε σύγκριση με τον άλλον που είπε “Κύριε (μελλοντικέ) Πρωθυπουργέ καλησπέρα σας” και το τί σηματοδοτεί αυτή η δήλωση για τις ισορροπίες δυνάμεων σε κάποιο κόμμα.
Οι μυστικοί και οι φανεροί δείπνοι. Προφανώς, σύμφωνα με τα δελτία, η πολιτική δεν παράγεται και προάγεται σε κόμματα, κυβερνήσεις κλπ αλλά μεταξύ “τύρου και αχλάδου”. Εξάλλου, ο δείπνος και δη ο μυστικός είναι πιο συνωμοτικός.
Δηλώσεις του τύπου: “Εμπρός στον δρόμο της ανάπτυξης”. Ποιόν κοιτούσε ο Πρωθυπουργός/ο Πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης/ ο Πρόεδρος άλλου κόμματος/ ο backbencher, όποιου κόμματος όταν το είπε; Κοινοτοπίες, εάν το σκεφτείτε γιατί το σημαντικό είναι να υπάρχει και πρόταση για το πως θα έρθει αυτή η ανάπτυξη (μπορεί και να υπάρχει, αλλά σε εμάς δεν παρουσιάζεται). Φυσικά υπάρχουν και οι κριτικές δηλώσεις: “χάσαμε τον βηματισμό μας”, “πρέπει να βρούμε τον χαμένο μας δεσμό με την κοινωνία και την καπιταλιστική/σοσιαλιστική κλπ μας ψυχή”
Πέρα από τα παραπάνω υπάρχει, όπως προανέφερα, και η κουλτούρα της δυστυχίας: η σύνταξη ποτέ δεν φτάνει, οι τομάτες (εκτός εποχής-φυσικά-) είναι ακριβές [η ντομάτα πρέπει να είναι μη υποκατάστατο αγαθό και συνεπώς η ζήτησή της να είναι ανελαστική, σύμφωνα με τα κανάλια], τα λεφτά δεν φτάνουν για να ξεπληρώσουμε τα τρία κινητά που έχει ο καθένας μας. Και σε αυτήν την κουλτούρα της δυστυχίας, τί κάνουμε; Μήπως αγωνιζόμαστε; Μήπως επανιεραρχούμε τις ανάγκες μας; Όχι, απλώς περιμένουμε το Κράτος πατερούλη και τα κανάλια μανούλα να τα κάνουν όλα.Και απότην άλλη κάνουμε ποτέ την αυτοκριτική μας; Φυσικά όχι, φταίνε οι άλλοι. Εμείς πάντα αθώοι και άμεμπτοι!
Πάντως, φαίνεται ότι έχουμε κάνει δόγμα το “η φτώχεια θέλει καλοπέραση”, διότι πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το πώς δυσκολευόμαστε να βρούμε δωμάτιο σε ξενοδοχείο, όχι λόγω έλλειψης χρημάτων αλλά λόγω έλλειψης δωματίων, τραπέζι σε πίστα, είναι όλα κλεισμένα κλπ και θέση παρκαρίσματος για την κουρσάρα μας;
Όλα τα παραπάνω τα σκέφτηκα με αφορμή το σημαντικό θέμα, που έφερε στο κέντρο της πολιτικής και της ειδησεογραφίας τον “κυρ Μέντιο”.