Ο Έλληνας, η μουσική και τα παρεπόμενα

Posted On Πέμπτη, 23, Φεβρουαρίου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: , , ,

Comments Dropped leave a response

Αισθάνεται κανείς κολακευμένος, υπερήφανος ίσως και με ενδεχόμενη την τάση να τολμήσει να μιλήσει περισσότερο για τον συντάκτη, όταν βλέπει σε μία συνέντευξη γνωστής καλλιτέχνιδος (της κ. Βάσως Παπαντωνίου στην Ελευθεροτυπία της 18ης Φεβρουαρίου) να συμφωνεί μαζί του.
http://www.enet.gr/online/online_text?c=113&id=18142368
http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=18.02.2006,id=26163744
Βέβαια, θα μου πείτε ότι δεν υπάρχει πουθένα γραμμένο ότι έχω εκφράσει ανάλογες απόψεις. Ζήτησα από έναν φίλο μου να μου επαναστείλει σχετικό η-μέηλ, που του είχα στείλει, αλλά δεν εύρισκε κάτι στο αρχείο του. Προφανώς θα του έχω πει τις απόψεις μου προφορικά, όπως και σε άλλους Καλή τη πίστη με πιστεύετε…: Πως ο κάθε χώρος έχει την λειτουργία του και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι χώροι που μπορεί να ακούσει κανείς “κλασσική” μουσική στην Ελλάδα είναι λίγοι, το κοινό ευάριθμο και ότι δεν είναι δίκαιο να “καπελώνονται” οι χώροι αυτοί με μουσικές που ανήκουν σε άλλους χώρους. Ίσως κατά βάθος να δείχνει το πόσο παρεξηγούνται ορισμένες έννοιες στην Ελλάδα: ότι δημοκρατία φτάνει να σημαίνει να καταπιέζονται όλοι όσοι διαφωνούν και ατομισμός, κάνω ό,τι μου “γουστάρει” και οι άλλοι να πάνε να γ*******
Όμως, αισθάνεται κανείς και απογοήτευση, όταν βλέπει ότι στην Ελλάδα, η ποιοτική αναβάθμιση της μουσικής, είναι συνυφασμένη αποκλειστικά με τον χρόνο. Μετά από κάποια έτη, όλοι γίνονται “μεγάλοι” και “μεγάλες” και όταν, από την πορεία των πραγμάτων, φεύγουν από την ζωή είναι πάντοτε οι τελευταίοι/ες μεγάλοι/ες. Και φυσικά, όταν αναφέρεται κανείς στην Ελλάδα σε ποιοτική μουσική, ποτέ δεν αναφέρεται σε αυτήν που ονομάζεται συμβατικά “κλασσική”. Η “κλασσική” μουσική για τους περισσότερους Έλληνες είναι για τις κηδείες και για την Μ. Εβδομάδα.
Ακόμα και ο πολιτικός κόσμος προτιμά να τον παίρνει η κάμερα ενώ χορεύει ζεϊμπέκικο (και πέρα από τα αποσπάσματα που παρακολουθούσαμε στα δελτία ειδήσεων, τώρα πρέπει να υπομένουμε και τα τηλεμπουζούκια), παρά να τον δείχνει να ετοιμάζεται να ακροασθεί μία συμφωνία ή να παρακολουθήσει μία όπερα. Πόση αντίθεση με την παρακάτω σκηνή: Κυριακή χαζέυοντας στην δορυφορική έπεσα στο RAI, όπου προέβαλε μία συναυλία. Σε ένα κοντινό προς το κοινό, η κάμερα εστιάσθηκε στον Ιταλό Πρωθυπουργό, ο οποίος ήταν προσηλωμένος. Επικοινωνιακό; Πολύ πιθανόν, αλλά άλλη εικόνα παρουσιάζει ένας Πρωθυπουργός σε μία συναυλία κλασσικής μουσικής και άλλη όταν ρίχνει ζεϊμπεκιές. Στην Ελλάδα, εάν δει κανείς στα δελτία ειδήσεων, πολιτικούς να βρίσκονται σε συναυλίες, όπερες, θέατρο κλπ, δεν θα τους δει διδασκόμενους, αλλά συνήθως στα παρασκήνια να κάνουν σχόλια για να δείξουν ότι -τάχα- συντάσσονται με την τέχνη και την διανόηση.
Βέβαια, όπως αναφέρθηκε ο χώρος του λαϊκου, του ρεμπέτικου παραμένει αγαπημένος. Δείχνει εγγύτητα, δείχνει ότι είναι “παιδιά του λαού”. Λυπάμαι, αλλά εγώ δεν θέλω πολιτικούς που να το παίζουν “παιδιά του λαού”. Εάν όντως προέρχονται από λαϊκά στρώματα κανένα πρόβλημα. Εξάλλου δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να πολιτεύονται με τον ορθό τρόπο.
Αναμφισβήτητα χρειάζονται όλα τα είδη μουσικής και κανείς δεν θα έλεγε ότι θα έπρεπε να ακούμε μόνο κλασσική. Κάθε είδος έχει τον χώρο του, τον ρόλο του κλπ. Και πέρα από τις συμβατότητες μπορώ να δεχθώ ότι όντως υπάρχουν μεγάλοι ερμηνευτές και στο “σκυλάδικο” τραγούδι.
Σκέφτομαι επίσης τα εξής τραγικωμικά:
Πρώτον οι ακροατές του επονομαζόμενου έντεχνου/ποιοτικού είναι παγιδευμένοι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους χώρους ακρόασης της μουσικής τους. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλές σκηνές, οι οποίες έιναι αξιοπρεπέστατες. Πολλές, όμως, δεν είναι. Σε όλες, πάντως, η μουσική είναι δυνατά, το μπουζούκι βασιλεύει και η κατανάλωση αλκοόλ είναι ουσιαστικά υποχρεωτική λες και μόνο έτσι γίνεται αντιληπτή η μουσική. Εξάλλου ας μην ξεχνά κανείς ότι εάν σε έναν χώρο την μία χρονιά φιλοξενήθηκε έντεχνο, τίποτα δεν εμποδίσει την άλλη να φιλοξενήσει εμπορικό. Βέβαια, παρ’ όλα τα ποτά, τα τσιγάρα, τον θόρυβο (τα ίδια που συναντά κανείς και στους χώρους του εμπορικού), οι ακροατές του έντεχνου βαυκαλίζονται ότι διασκεδάζουν “εναλλακτικά”, σε αντίθεση με τις μάζες, που ακούν στην καλύτερη περίπτωση λαϊκό. Βέβαια, ακόμα και το ίδιο το έντεχνο έχει και αυτό τους εμπορικούς του κανόνες, την διαφημιστική του προβολή και μέρος αυτής της προβολής είναι να λανσάρεται μεταμφιεσμένο ότι δήθεν δεν διαφημίζεται, όπως επίσης ως μη-μαζικό. Κατά την γνώμη μου, βέβαια, είναι τόσο μη-μαζικό, όσο μη-μαζικά είναι και τα “μοναδικά” και “συλλεκτικά” προϊόντα, που μοιράζουν τα περιοδικά, συνήθως τους καλοκαιρινούς μήνες. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Η κουλτούρα της σημερινής εποχής είναι μαζική με ό,τι θετικό και ό,τι αρνητικό μπορεί να σημαίνει αυτό.
Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι πολλοί δημιουργοί/ερμηνευτές του έντεχνου είναι ειλικρινείς και παραδέχονται ότι και η δική τους τέχνη είναι μέρος της ευρύτερης μαζικής κουλτούρας. Είναι ειλικρινείς επίσης, λέγοντας ότι μέρος του ρεπερτορίου τους ανήκει στο λαϊκό (εδώ φυσικά δεν μπορεί να αφήσει κανείς ασχολίαστο το γεγονός, ότι οι ακροατές του έντεχνου, σνομπάρουν κάποια τραγούδια, όσο χρονικά ανήκουν, κατ’ αποκλειστικότητα, στον χώρο του μη-ποιοτικού, αλλά σπεύδουν να τα υιοθετήσουν, μόλις τα υιοθετήσουν οι ερμηνευτές του έντεχνου, κάτι που δείχνει ότι στερούνται ιδίας κρίσης) . Δείχνουν επίσης τον οφειλόμενο σεβασμό για τους συναδέλφους τους της “άλλης όχθης” και δεν παρουσιάζουν εαυτούς σαν μία “καλλιτεχνική αριστοκρατία”
Δεύτερον: Έχοντας παρκάρει το αυτοκινητό του (πολλές φορές πολυτελέστατο) -συνήθως πάνω στο πεζοδρόμιο-, έχοντας ανάψει το (πανάκριβο) πούρο του και πίνοντας το ποτό του, το οποίο το έχει πληρώσει πανάκριβα, ο Ελληνάρας θα τραγουδήσει για την φτωχολογιά, την εργατιά, την ξενιτειά και για το πόσο η “κακούργα η κενωνία” τον έχει ρίξει και τον έχει αδικήσει (προφανώς επειδή δεν του έκανε δώρο ιδιωτικό αεροπλάνο…). Πριν να σηκωθεί για να δείξει και χορευτικά τον “νταλκά” του, μεταξύ ουίσκυ και τραβήγματος στο πούρο θα ξεδιπλώσει τις θεωρίες του για την ανωτερότητα και μεγαλοθυμία της ελληνικής φυλής και το ότι έχουμε γεμίσει από ξένους, οι όποιοι είναι από την φύση τους κλεφτες, δολοφόνοι και ό,τι άλλο κακό μπορεί να φανταστεί κανείς- αχάριστοι επειδή δεν δέχονται την υποαμοιβή τους, μόνο και μόνο επειδή η συγκυρία τους έκανε ανθρώπους σε ανάγκη.
Θα αισθανθεί ο Ελληναράς καμιά αντίφαση; Ασφαλώς όχι!

Με αφορμή την εορτή του Α. Βαλεντίνου

Posted On Τρίτη, 14, Φεβρουαρίου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες:

Comments Dropped leave a response

Σήμερα είναι του Αγίου Βαλεντίνου. Κάποιοι θα γιορτάσουν. Θα ανταλλάξουν δώρα (από γλυκά μέχρι γλυκανάλατα, από κομψά μέχρι εξεζητημένα). Τους εύχομαι να περάσουν υπέροχα, όπως και αυτοί που δεν θα το γιορτάσουν, καθώς είτε δεν βρίσκονται μέσα σε μία σχέση, είτε θεωρούν ότι η σχέση, δεν μπορεί να μπει σε καλούπια. Ας περάσουν και αυτοί υπέροχα.
Θα επιμείνω λίγο σε αυτούς που δεν θα εορτάσουν. Περισσότερο, είναι μία αφορμή για αυτά που θέλω να γράψω. Ένα από τα επιχειρήματά τους είναι ότι ο Άγιος Βαλεντίνος δεν είναι Ορθόδοξος, αλλά είναι Καθολικός άγιος. Ειλικρινά, δεν γνωρίζω τί ήταν ο Άγιος (ποιός απ’ όλους; πρέπει να υπήρξαν πάνω από πέντε) από άποψη των δογματικών του πεποιθήσεων, ούτε το status που έχει στην Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία.
Σκέφτομαι, όμως, το εξής απλοϊκό: Ο Άγιος μαρτύρησε κάπου τον 3ο αιώνα μΧ, εάν θυμάμαι καλά, τότε που δεν υπήρχε το σχίσμα μεταξύ Ορθόδοξης και Καθολικής Εκκλησίας, συνεπώς, γιατί να μην μπορεί να εορτασθεί και από τους Ορθοδόξους; Εάν δεν υπάρχουν πολλοί με το όνομα Βαλεντίνος και Βαλεντίνη στην Ελλάδα, φαντάζομαι θα είναι αντίστοιχο με την μη -ύπαρξη πολλών Dimitri σε χώρες, όπως η Γαλλία ή η Ιταλία. Οι εντοπιότητες, νομίζω δημιουργούν ένα αρκετά ισχυρό πλαίσιο για την ονοματοδοσία. Πολλοί, βέβαια, θα αντιτείνουν, ότι (μάλλον) δεν υπάρχει στο δικό μας Αγιολόγιο κάποιος με το όνομα Βαλεντίνος. Σύμφωνοι, αλλά, έχω την αίσθηση, ότι υπάρχουν και πολλοί Ρώσσοι (πχ) άγιοι, οι οποίοι ούτε και αυτοί είναι στο Αγιολόγιό μας, αλλά δεν έχουμε πρόβλημα με αυτό.
Φυσικά, υπάρχει και το επιχείρημα ότι ο Άγιος Βαλεντίνος είναι γιορτή για ανθοπώλες κλπ. Απλώς αυτή είναι μία συνηθισμένη κριτική. Έτσι σκέφτηκα να πιάσω την θρησκευτική που υποκρύπτει και τον αντιδυτικισμό μας. (Κυρίως αυτόν)

ΥΓ: Δύο μεταφραστικά μαργαριτάρια (μάλλον) θρησκευτικου τύπου
Μονάλντι και Σόρτι, Το Μυστικό, Αθήνα, Διήγηση, 2005. στην σελίδα 233 διαβάζουμε: “… η Παναγία την ημέρα της εμφανισής της πάνω στο Μόντε Καρμέλο”. Νομίζω ότι το ορθότερο είναι στο “ορος Κάρμηλος.
Στο έργο “Μην το πεις ούτε του παπά” ( Keeping Mum) το Song of Solomon μεταφράζεται Άσμα (δεν θυμάμαι μπορεί και τραγούδι) του Σολομώντα, παρά Άσμα Ασμάτων.

Ταξινομώντας τα CD

Posted On Τρίτη, 14, Φεβρουαρίου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: ,

Comments Dropped one response

Είχα καιρό να αγοράσω κάποιον δίσκο “κλασσικής” μουσικής και με αφορμή το εικοσιτετράωρο, αλλά και το ευρύτερο έτος Mozart, αποφάσισα να αγοράσω έναν. Πάλι με αφορμή το συγκεκριμένο έτος έψαχνα κάποιο έργο του συγκεκριμένου συνθέτη. Και εκεί κόλλησα. “Έντάξει”, είπα στον εαυτό μου, “έχω την ‘Μικρή Νυχτερινή Μουσική’, το ‘Requiem’, σίγουρα τις τεσσαρακοστή και τεσαρρακοστή πρώτη συμφωνίες, αλλά έχω και άλλα έργα του Mozart για τα οποία δεν θυμάμαι το KV τους. Συνεπώς, κινδύνευα να αγοράσω ένα έργο που ήδη το είχα στην συλλογή μου. Μπορούσα να στραφώ σε κάποιον άλλον συνθέτη, πχ στον Beethoven, αλλά και εκεί αντιμετώπισα το ίδιο πρόβλημα, δηλαδή μπορεί να αγόραζα ένα έργο, που ήδη είχα στην συλλογή μου. Θα μπορούσα να πάρω κάποιο έργο υστερότερης περιόδου, όπως κάποιο έργο του Bela Bartok, που δεν έχω πολλά και δεν θα είχα, συνεπώς, πρόβλημα στην επιλογή, αλλά είχα την επιθυμία να αγοράσω έργο κλασσικής μουσικής με την στενότερη έννοια του όρου.
Έφυγα, λοιπόν, από το δισκοπωλείο, όχι με άδεια χέρια, αλλά με το ‘Playing the Angel’ των Depeche Mode. Τί μπορούσα, όμως, να κάνω για να μπορέσω να αγοράσω ξανά δίσκους “κλασσικής μουσικής”; Απλό, θα ταξινομούσα τα CD μου. Έτσι, εδώ και μερικές ημέρες, έχω ξεκινήσει την ταξινόμηση, ανά συνθέτη, έργο και μέσο (CD). Είναι αρκετά κουραστικό και το κάνω σιγά-σιγά. Πολλά CD έχουν έργα όχι ενός αλλά πολλών συνθετών, έτσι δεν γράφω απλώς: Συνθέτης, έργο, CD, διευθυντής κλπ, δισκογραφική εταιρία, αλλά Συνθέτες, έργα κλπ. Με λίγα λόγια έχω καταλογογραφήσει γύρω στα εκατό έργα (μαζί με τα διπλά) αλλά όχι, όμως, και 100 CD.
Η ύπαρξη, όμως, των διπλών, μου έχει δημιουργήσει τις ακόλουθες σκέψεις. Σε αντίθεση με άλλα είδη μουσικής, πχ της σύγχρονης ή των τραγουδιών που ακούμε στο ραδιόφωνο κσι που συνδέουμε το κάθε τραγούδι με συγκεκριμένο τραγουδιστή, στην κλασσική μουσική κανένα έργο δεν ταυτίζεται με κανέναν ερμηνευτή. Μιας και έπιασα το θέμα της καθημερινής μουσικής, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι- συνήθως- λέγεται πως το “τάδε τραγούδι είναι του Χ τραγουδιστή”. παρά του Χ συνθέτη, ο οποίος τις περισσότερες φορές, μάλλον αγνοείται. Αναφορικά με την “κλασσική” μουσική, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχουν εξειδικεύσεις, αλλά, όμως, δεν υπάρχουν αποκλειστικότητες. Κάθε ερμηνευτής δίνει την δική του “νότα” στο έργο. Πχ, η ερμηνεία του Helmuth Rilling στο Matthäus Passion του Bach είναι αρκετά γρήγορη, λες και βιάζεται να προσπεράσει το Πάθος για να φτάσει στην Ανάσταση. Αντιθέτως, η ερμηνεία του Otto Klemperer είναι αργή, επιβλητική, ο ακροατής σχεδόν βιώνει την κάθε νότα. Έχω, συνήθως κατά τύχη αρκετά έργα διπλά (με διαφορετικούς, όμως, ερμηνευτές). Το θέμα είναι, καθώς αποκτώ μεγαλύτερη συνείδηση στην διαμόρφωση της συλλογής μου να επιδιώκω να αποκτώ διπλά, για να βλέπω τις ποικίλλες ερμηνείες, ή να επιλέγω μία χαρακτηριστική εκτέλεση; Όπως συμβαίνει και με τα βιβλία το corpus της μουσικής είναι τεράστιο και μπορεί η ακρόαση μίας διαφορετικής ερμηνείας να καταναλώσει πολύτιμο χρόνο από την ακρόαση ενός άλλου έργου, αγνώστου μέχρι τότε.
Αναφορικά με τους ερμηνευτές τώρα, πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα αγνοούν ότι, ακόμα και στον χώρο της κλασσικής μουσικής υπάρχει ένα είδος star system, με αποτέλεσμα να επιρρεάζεται και η τελική τιμή του CD. Αγορά, λοιπόν, CD με ονόματα φίρμες ή αγορά CD με ονόματα “άγνωστα”, αλλά με χαμηλότερη τιμή, η οποία σου επιτρέπει για δεδομένο ποσό να αγοράσεις περισσότερα; Να πληρώσει κανείς από 15€ και πάνω για τα μεγάλα ονόματα και εταιρείες ή μικρότερο ποσό και να έχει μεγαλύτερη συλλογή; Προσωπικά, καθώς δεν μπορώ να πω ότι μένω ανεπιρρέαστος από το όνομα και το marketing, αλλά και από το ενδεχόμενο “κύρος” που εκπέμπει η υψηλότερη τιμή. Έτσι, αγοράζω, κυρίως, “ακριβά” CD. Όταν, όμως, θέλω να πάρω κάποιο έργο πειραματικά, κυρίως κάποιοιου προκλασσικού ή κάποιου σύγχρονου συνθέτη θα στραφώ και στις φθηνότερες εταιρ’ιες, οι οποίες, όμως, είναι αρκετά καλές και από καλλιτεχνικό, αλλά και απο τεχνολογικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, δεν ξέρει ποτέ κανείς, εάν αυτός ο άγνωστος ερμηνευτής δεν εξελιχθεί σε “όνομα-φίρμα”.

Τίτλος

Posted On Τετάρτη, 8, Φεβρουαρίου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: ,

Comments Dropped leave a response

Προβληματίζομαι να αλλάξω τον τίτλο του ιστολογίου, αλλά δεν είμαι σίγουρος…

Αναμνήσεις μίας γκέισας.

Posted On Σάββατο, 4, Φεβρουαρίου, 2006

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία
Ετικέτες: ,

Comments Dropped 3 responses

Πήγα τις προάλλες και είδα το έργο Αναμνήσεις μίας Γκέισας. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Μάλλον μου φάνηκε ρηχό.
Αυτό, όμως, που θέλω να γράψω εδώ δεν είναι κάποια κριτική ή εκτεταμένη γνώμη για το έργο. Προσπαθώ να γράψω, τί νομίζω ότι σημαίνει η έννοια της γκέισας. Η λέξη σημαίνει άνθρωπος των τεχνών, αλλά δεν θα την έλεγε κανείς καλλιτέχνιδα. Κάποιοι λένε “έλα μωρέ εκδιδόμενες είναι”, αλλά αυτό ανταποκρίνεται μάλλον στην πονηρά τους φύση, παρά στην πραγματικότητα. Συνοδοί, ίσως. Μάλλον ούτε και αυτό, αφού ο όρος έχει αρνητικές επισημάνσεις και χρησιμοποείται κατ’ ευφημισμόν. Το βέβαιο είναι ότι πληρώνονται για τις υπηρεσίες τους, ενώ στο θέμα του σεξ, εάν έχω καταλάβει καλά δεν εξαναγκάζονται, αλλά μπορούν να επιλέξουν ή και να αρνηθούν.
Σημαντικότερα προσπαθώ να διαισθανθώ την αίσθηση αυτών που πηγαίνουν με μία γκέισα και νομίζω ότι έχω καταλήξει στην ακόλουθη αναλογία.
Φανταστείτε ότι έχετε να πάτε κάπου. Είναι υποχρεωτικό να πάτε συνοδευόμενος και η κοπέλλα σας/συζυγός σας δεν μπορεί. Έτσι προσκαλείτε μία φίλη σας για να σας συνοδεύσει. Την θεωρείτε όμορφη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θέλετε (και θέλει αντιστοίχως και αυτή) να γίνει ερωμένη σας. Ναι μπορεί να υπάρχει ένας ερωτισμός, αλλά πρόκειται για φιλία και είστε και αμφότεροι πλήρως συνειδητοποιημένοι. Διαφωνώ με κάποιους που λένε ότι σε ένα
βαθύτατα λανθάνον επίπεδο, θα θέλατε να ήσαστε ζευγάρι εραστών. Λανθάνων ερωτισμός μπορεί να υπάρχει, αλλά ας μην το παρακάνουμε με το βάθος του λανθάνοντος. Πρόκειται για φιλία και η τελευταία διαφέρει από τον έρωτα. Παρ’ ολ’ αυτά θα βάλω μία “περιττή παράμετρο” στην υποθετική μου ιστορία, προσπαθώντας να σας δώσω την διαφορά.
Της λέτε, λοιπόν, ότι πρέπει να συνοδεύεστε και ότι η σύντροφός σας δεν μπορεί και δέχεται την πρόσκλησή σας με μεγάλη χαρά.
Πηγαίνετε σπίτι της να την πάρετε. Είναι όμορφη, όμορφα ντυμένη και περιποιημένη για να τιμήσει την γιορτή που πάτε, αλλά και εσάς τον ίδιο που την τιμήσατε με την πρόσκλησή σας να σας συνοδεύσει.
[Το περιττό στοιχείο:] Βλέπει ένα κουμπί από το παντελόνι σας να είναι μισοξηλωμένο και έτοιμο να πέσει, σας το επισημαίνει και λέει: ” Περίμενε μισό λεπτό, πριν φύγουμε, να σου φτιάξω το κουμπί”. Φέρνει τα εργαλεία της ραπτικής, γονατίζει μπροστά σας και αρχίζει την επιδιόρθωση, ενώ εσείς φοράτε το παντελόνι σας. Η επιδιόρθωση τελειώνει και εάν βαριέται να ανασύρει το ψαλίδι από το κουτί με τα εργαλεία, κοβεί την κλωστή που περίσσεψε από το
ραμμένο πλεόν κουμπί με τα δόντια της. Πριν να σηκωθεί, ανυψώνει το βλέμμα της προς εσάς και λέει “Είναι εντάξει, τώρα!”. Όχι, δεν υπάρχουν πονηρά γελάκια ή χαμόγελα, όπως την βλέπετε να γονατίζει μπροστά σας, δεν της λέτε “Δεν θέλεις να μάθεις, τί κρύβω;” δεν σας λέει “Για να δούμε, ποιός κρύβεται εδώ μέσα!”, δεν προτείνετε την λεκάνη σας, δεν, δεν,δεν. Ενδεχομένως να υπάρχει μία αξιοπρεπής αμηχανία, αλλά έχετε αμφότεροι την άνεση
της οικειότητας και γνωρίζετε και σέβεστε την έννοια της φιλίας. Σέβεστε και οι δύο τον άτυπο κώδικα. Εάν δεν υπήρχε η οικειότητα θα σας έδινε μία παραμάνα για προσωρινή λύση ή, εάν δεν γινόταν αλλιώς θα σας έστελνε σε ένα άλλο δωμάτιο, θα σας έκλεινε την πόρτα και θα σας ζητούσε να βγάλετε το παντελόνι σας, να της το δώσετε από την χαραμάδα, λέγοντας σας να περιμένετε εκεί χωρίς να έχετε οπτική επαφή, μέχρι να σας το επιστρέψει πάλι μέσα από την χαραμάδα. [τέλος περιττού στοιχείου]
Πηγαίνετε, λοιπόν, στην γιορτή και πριν χτυπήσετε το κουδούνι για να μπείτε μέσα διορθώνει ψιλοατέλειες (πχ σκόνες στο ρούχο σας, μία τρίχα που ξέφυγε από την χωρίστρα κλπ κλπ). Μέσα στην γιορτή, η συνοδός σας είναι περιποιητική, όχι μόνο μιλά μαζί σας και συμμετέχει στην παρέα, αλλά θα σηκωθεί να σας φέρει το ποτό σας κλπ, κλπ. Ενδεχομένως η γιορτή να έχει και χορό σε ζευγάρια: θα χορέψετε κανονικά, αγκαλιαστά, θα κοιταχτείτε στα μάτια αλλά όχι δεν θα την χουφτώσετε, δεν θα σας χουφτώσει, ούτε πρόκειται να φιληθείτε (και φυσικά, εάν το παρτυ είναι με φαγητό σε μπουφέ και πάτε μαζί να σερβιριστείτε, όπως αυτή θα είναι σκυμμένη για να πάρει κάτι για το πιάτο της και εσείς θα είστε σκυμμένος πάνω από τον ώμο της για να σερβίρετε στο πιάτο της κάτι άλλο δεν πρόκειται να της πείτε “Θέλω να αλειφθούμε με vinegraitte και να κάνουμε σεξ ξαπλωμένοι στις σαλάτες”, ούτε να σας πει “Το coulis σμεούρων που συνοδεύει τον ψητό τάρανδο ανεβάζει την λιβιδινική μου διάθεση. Πάρε με πάνω στο ριζόττο!”) Είπαμε είστε φίλοι και μάλιστα συνειδητοποιημένοι. Δεν έχετε άλλους σκοπούς. Σέβεστε την φιλία σας και είστε ο καθένας ερωτευμένος με τον σύντροφό του. Η γιορτή τελειώνει, επιστρέφετε στα σπίτια σας. Ενδεχομένως να σας πει να ανεβείτε για ένα ποτό, αλλά θα σημαίνει αποκλειστικά αυτό και τίποτα άλλο.

Σε αντίθεση με την γκέισα, η φίλη σας δεν θα σας χρεώσει για το ότι ήταν συνοδός σας. Και αυτό είναι καλύτερο, όχι από την άποψη ότι εξοικονομούνται χρήματα, αλλά επειδή πρόκειται για μια σχέση που στηρίζεται στην φιλία και όχι σε συναλλακτική σχέση.
Η φίλη σας, όμως, σε αντίθεση με την κοπέλλα σας/συζυγό σας δεν πρόκειται να σας πει το ακόλουθο. (Κλείστε τα μάτια σας και φαντασθείτε την κλασσική σαπουνοπερική σκηνή: Ψιλοχαμηλός φωτισμός, σε κάθε περίπτωση τα πρόσωπα φωτίζονται περισσότερο από το περιβάλλον. Η κάμερα είναι αρκετά κοντά στα πρόσωπα ενός άντρα και μίας γυναίκας με γωνία κάτι λιγότερο από προφίλ και με απόσταση μεταξύ τους που δείχνει ότι πρόκειται περί
συζύγων ή εραστών. Η δε γυναίκα λέει:) We need to talk, Πρέπει να μιλήσουμε. Αυτό, βέβαια, σημαίνει από το ότι έχω κάποιους προβληματισμούς μέχρι έχω παράπονα. Με την φίλη σας, όμως, θα βγείτε μαζί, θα περάσετε ωραία, θα είναι περιποιητική, θα τονωθεί ακόμα και το εγώ σας σε άλλους αλλά δεν πρόκειται να σας πει “πρέπει να μιλήσουμε”. Έχει όλη την γοητεία της εξόδου άνδρα-γυναίκας χωρίς το παρελκόμενο αυτό. Φαντάζομαι αντιστοίχως και η φιλή σας θα αντλεί τα αντίστοιχα θετικά χωρίς τα ανάλογα από την δική της οπτική παρελκόμενα.
Βέβαια, η φίλη σας δεν πρόκειται ποτέ να αντικαταστήσει την κοπέλλα/συζυγό σας. Έστω και εάν από καιρό σε καιρό προβληματίζεται ή παραπονιέται, η κοπέλλα σας/συζυγός σας σας προσφέρει απείρως περισσότερα και δεν αναφέρομαι μόνο στο σεξ. Εάν ποτέ, βέβαια, η σχέση σας περάσει σοβαρή κρίση και την διαλύσετε και προσφύγετε σε φίλη σας επιθυμώντας να συνάψετε δεσμό με την σκέψη ότι δεν πρόκειται ποτέ να σας πει : “πρέπει να μιλήσουμε”, αφού δεν το έχει κάνει μέχρι τότε, μάλλον την έχετε πατήσει!